Legislator Case Law & Legislation
175/2018 AI generated

175/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 175/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

175/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 25ης Απριλίου 2017 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί και (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
architect fees construction costs development costs cost estimate construction cost overruns architect clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 175 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 175/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Ο. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δεβελάσκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσώπησε τον εαυτό του, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8266/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1046/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/10/2015 αίτησή της και τους από 28/11/2016 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 16/11/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτως αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17.10.2015 και με αριθ. κατάθεσης .../21.10.2015 αίτηση αναίρεσης και τους από 28.11.2016 και με αριθ. κατάθ. …/10.2.2017 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 1046/2.6.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28.5.2014 και με αριθ. κατάθ. …/3.6.2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 8266/5.5.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 18.11. 2010 και υπ' αριθ. κατάθ. .../23.12.2010 αγωγή αυτού, και δικάζοντας την άνω αγωγή έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία για μεγαλύτερο ποσό, αναγνωρίζοντας οφειλή της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ύψους 26.538 ευρώ και υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει σε αυτόν επί πλέον το ποσό των 4.431,02 ευρώ, νομιμοτόκως.

Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 20.5.2014 και με αριθ. κατάθ. …/4.6.2014 αντίθετη έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θ.

Π. επί αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, η επίδοση αυτής έλαβε χώρα στις 21 Σεπτεμβρίου 2015 και η κατάθεσή της αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 21 Οκτωβρίου 2015 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του δικογράφου στις 10.2.2017 και επίδοση αυτού στις 16.2.2017 στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την με αριθμό …/16.2.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ.

Σ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 25ης Απριλίου 2017 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί και (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 98 του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. Δ/μα 3026/1954) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. και 713 επόμ. του ΑΚ συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία (ΑΠ 321/2017, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 476/2007).

Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του, εάν δε δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 99 επ. του ως άνω Κώδικα ελάχιστα όρια.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του άνω Ν.Δ/τος 3026/1954 ορίζεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 αυτού, όπως αυτή ίσχυσε μετά την προσθήκη του εδ.

β` με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 4272/1962 και την αντικατάσταση του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, ορίζεται ότι η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες και ότι σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.

του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο της σύναψής της και με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανόμενο κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και των εν γένει δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 37 του Ν. 2915|2001 ορίζεται ότι "για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους, ορίζεται βάσει της αξίας του αντικειμένου της:

α) για το ποσό μέχρι 15.000.000 δραχ. ή 44.020, 5429 ευρώ, σε ποσοστό 1%, β) για το ποσό από δέκα πέντε εκατομμύρια και μία (15.000.001) δραχ. ή 44.020, 5458 ευρώ και μέχρι πεντακόσια εκατομμύρια (500.000.000) δραχ. ή 1.467.351, 4306 ευρώ, σε ποσοστό 0,5%...γ)...". Κατά δε την παρ. 5 του άρθρου αυτού επί δικαιοπραξίας που αφορά περισσότερα αντικείμενα το όριο αυτό κανονίζεται κατά τα ανωτέρω με βάση την αξία που έχουν συνολικά τα αντικείμενα αυτά.

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι για την παροχή συμβουλής μετά από μελέτη εγγράφων ή μετά από απόφαση προς προφορική ανάπτυξη υπόθεσης ή ζητήματος, το ελάχιστο όριο της αμοιβής είναι 30 δραχμές για την πρώτη συμβουλή και 15 δραχμές για καθεμία από τις επόμενες. Από τις διατάξεις αυτές των άρθρων 156 παρ.1 και 161 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει ότι την αμοιβή του άρθρου 161 παρ.1 δικαιούται ο δικηγόρος μόνο εάν καταρτίσθηκε (εγκύρως) δικαιοπραξία με ιδιωτικό έγγραφο που συντάχθηκε από αυτόν ή με δημόσιο έγγραφο που συντάχθηκε με βάση σχέδιο που συντάχθηκε από τον ίδιο (δικηγόρο).

Επομένως την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αμοιβή δεν δικαιούται ο δικηγόρος για μεσολάβηση ή για νομική συμπαράσταση με εντολή του πελάτη του ή για σύνταξη σχεδίου σύμβασης που δεν καταρτίσθηκε τελικά ή δεν καταρτίσθηκε εγκύρως κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο τύπο ή καταρτίσθηκε μεν αλλά με σχέδιο που δεν συνέταξε αυτός, ο οποίος περιορίσθηκε σε απλή παράσταση ή υπόδειξη διορθώσεων, αλλά που συνέταξε άλλος δικηγόρος (ΟλΑΠ 1116/1986, ΑΠ 1183/1997).

Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση μη κατάρτισης της σύμβασης από τον αιτούντα την αμοιβή του δικηγόρο, εάν η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε από κοινού από τον ίδιο με τον δικηγόρο του ετέρου συμβαλλομένου (ΟλΑΠ 704/1979), έκαστος των οποίων εκπροσωπεί κατά την κατάρτιση αυτής τα συμφέροντα του συμβαλλομένου πελάτη του.

Τούτο άλλωστε προκύπτει και από τη διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 161 του Κώδικα περί δικηγόρων, όπου το κατά τα άνω ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη εγγράφων αφορά την αμοιβή "του δικηγόρου κάθε μέρους". Περαιτέρω σύμβαση έργου, κατά την έννοια του άρθρου 681 του ΑΚ, υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και εργολάβου οικοδομών, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του πρώτου οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε, η μεν βασική παροχή του εργολάβου (έργο) συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή τα τρίτα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ` αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 2041/2013, ΑΠ 559/2013).

Επομένως, ο δικηγόρος, ο οποίος κατ' εντολή του ιδιοκτήτη ακινήτου προέβη στην σύνταξη του σχετικού εργολαβικού και προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου, δικαιούται της αμοιβής που προβλέπεται στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 161 του Κώδικα περί Δικηγόρων, η οποία (αμοιβή) υπολογίζεται επί του ποσού της αξίας των διαμερισμάτων, που παραμένουν στον ιδιοκτήτη και αποτελούν το αντικείμενο του περιελθόντος σε αυτόν έργου (σχετ.

ΑΠ 1144/2015, ΑΠ 556/2009, ΑΠ 1681/2006, ΑΠ 1723/1984). Ως αξία του ακινήτου, επί της οποίας υπολογίζεται το ανωτέρω ποσοστό της δικηγορικής αμοιβής, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 του Κώδικα περί Δικηγόρων, νοείται η αγοραία και όχι η αντικειμενική αξία, η οποία προβλέπεται από το νόμο για τον καθορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα, με δωρεά, με γονική παροχή ή αιτία θανάτου (ΑΠ 1144/2015).

Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 103 και 104 του Κώδικα Δικηγόρων το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη προσεπίκλησης σε παρέμβαση ανέρχεται στο ήμισυ του ελαχίστου ορίου της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη της κύριας αγωγής ανερχομένης σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, ήτοι ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί του αντικειμένου αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση

του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Αντιθέτως η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, ούτε ειδικότερα από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Τούτο δε, διότι η ως άνω συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ως "αιτιολογίες" δε κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που ιδρύουν το σχετικό αναιρετικό λόγο νοούνται κατά τα ήδη προεκτεθέντα μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Επομένως οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 80/2016, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 951/2013,ΑΠ 282/2010, ΑΠ 1020/2005).

Τέλος λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση αυτού τα ακόλουθα: "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] ήταν κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, εμβαδού 4.263,39 τμ που βρίσκεται στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, στην περιοχή άνω της περιφερειακής οδού Θεσσαλονίκης προς την πλευρά του Ωραιοκάστρου, στην προέκταση της οδού … και συγκεκριμένα του υπ' αριθμόν … (…) οικοπέδου του υπ' αριθμόν … οικοδομικού τετραγώνου της επέκτασης ρυμοτομικού σχεδίου του συνοικισμού του Δήμου Ευόσμου του Νομού Θεσσαλονίκης.

Το έτος 2005 η εναγομένη, έχοντας αποφασίσει να αξιοποιήσει το πιο πάνω οικόπεδο της με την ανέγερση επ' αυτού πολυωρόφων οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, ήλθε προς τούτο σε επαφή με την εργολαβική τεχνική κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στον … και ζήτησε από αυτήν να υποβάλει έγγραφη προσφορά για τη σύναψη σύμβασης έργου, με αντικείμενο την κατασκευή με δικές της δαπάνες των οικοδομών στο ως άνω οικόπεδό της, την οποία (προσφορά) και πράγματι υπέβαλε η εργολάβος εταιρεία, περιλαμβάνοντας σε αυτήν τον αριθμό, το εμβαδόν και τη θέση των διαμερισμάτων και καταστημάτων που θα περιέρχονταν στην εναγομένη, ως οικοπεδούχο, λόγω της αντιπαροχής.

Ακολούθως η εναγομένη ήλθε σε επαφή με τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο], ο οποίος είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, και με το από μηνός Σεπτεμβρίου 2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συντάχθηκε μεταξύ τους και υπογράφηκε από αυτούς, ανέθεσε στον ενάγοντα να προβεί ως εντολέας [ενν.

εντολοδόχος] της στις απαραίτητες εκείνες ενέργειες για τη σύναψη της εργολαβικής σύμβασης με την ανωτέρω κατασκευαστική εταιρεία, η οποία κατά τη χρονική εκείνη στιγμή ήταν η μόνη που είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον σχετικά με την ανοικοδόμηση του προαναφερθέντος οικοπέδου της κατά το σύστημα της αντιπαροχής.

Ο ενάγων, ως εντολοδόχος δικηγόρος, θα ήταν επιφορτισμένος με την παρακολούθηση όλης της εργολαβικής σύμβασης από την υπογραφή της μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της κατασκευής του έργου και την παράδοση αυτού αποπερατωμένου, καθώς και της τήρησης των συμφωνηθέντων. Η αμοιβή του ενάγοντος για όλες τις νομικές υπηρεσίες που θα παρείχε δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, οπότε η αμοιβή του θα καθοριζόταν με βάση τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτατα όρια, θα καταβαλλόταν δε μετά την ολοκλήρωση του έργου και την παραλαβή αποπερατωμένων των ακινήτων που θα ελάμβανε ως αντιπαροχή η εναγομένη - οικοπεδούχος.

Ενώ η εργολάβος εταιρεία εκπόνησε τη μελέτη για την εκτέλεση του έργου, τελικά η σύμβαση δεν υπογράφηκε λόγω διαφωνιών που ανέκυψαν μεταξύ των μερών ως προς την αντιπαροχή που επρόκειτο να λάβει η οικοπεδούχος. Στη συνέχεια η εναγομένη κατέληξε σε συμφωνία με άλλη τεχνική κατασκευαστική εταιρεία και συγκεκριμένα με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΟΕ", η οποία υπέβαλλε έγγραφη προσφορά, περισσότερο συμφέρουσα της προηγουμένης, την οποία και αποδέχθηκε η εναγομένη. Έτσι συμφωνήθηκε και ανέθεσε η εναγομένη στην ως άνω τεχνική εταιρεία την ανοικοδόμηση με το σύστημα της αντιπαροχής του οικοπέδου της, με την ανέγερση επ' αυτού συγκροτήματος πέντε (5) πολυώροφων οικοδομών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, του Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ.

Ο ενάγων, κατόπιν, αφού διενήργησε τις απαιτούμενες στα υποθηκοφυλακεία έρευνες, προκειμένου να διαπιστώσει εάν η νέα εργολάβος εταιρεία και τα ομόρρυθμα μέλη αυτής είχαν ακίνητη περιουσία επ' ονόματι τους, ικανή να διασφαλίσει την εκτέλεση του έργου και εισηγήθηκε στην εναγομένη την υπογραφή της εργολαβικής σύμβασης, προέβη κατ' εντολή αυτής στη σύνταξη του σχεδίου της σχετικής σύμβασης, όπως άλλωστε είχε συμφωνηθεί με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, από κοινού με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αντισυμβαλλόμενης εργολάβου εταιρείας Κ.

Π., με βάση το οποίο, ακολούθως, συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ε. Β. - Κ. το υπ' αριθ. .../8.6.2003 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου και εργολαβικό συμβόλαιο. Η σύμβαση εκτελέσθηκε από την προαναφερόμενη εργολάβο εταιρεία στο οικόπεδο της αναιρεσείουσας, επί του οποίου αναγέρθηκε συγκρότημα πέντε (5) πολυώροφων οικοδομών κατοικιών, στο ισόγειο των οποίων υπάρχουν καταστήματα και η εναγομένη έλαβε ως αντιπαροχή δέκα οκτώ διαμερίσματα και τρία (3) καταστήματα και ειδικότερα έλαβε: 1) από την Α οικοδομή:

α) τρία διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 74,06 τ.μ., 42,57 τ.μ., και 73,43 τ.μ. αξίας 1.800 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικής αξίας 338.108 ευρώ, β) τρία διαμερίσματα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 74,06 τ.μ., 42,57 τ.μ., και 73,43 τ.μ. αξίας 1.900 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικής αξίας 361.114 ευρώ, γ) τρία διαμερίσματα του τρίτου ορόφου, εμβαδού 74,06 τ.μ., 42,57 τ.μ., και 73,43 τ.μ.

αξίας 2.000 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικής αξίας 380.120 ευρώ, 2) από την Β οικοδομή: α) τρία διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 74,02 τ.μ., 92,16 τ.μ., και 75,60 τ.μ. αξίας 1.800 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικής αξίας 435.204 ευρώ, β) τρία διαμερίσματα του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 74,02 τ.μ., 92,16 τ.μ., και 75,60 τ.μ. αξίας 1.900 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικής αξίας 465.082 ευρώ, γ) τρία διαμερίσματα του τρίτου ορόφου, εμβαδού 74,02 τ.μ., 92,16 τ.μ., και 75, 60 τ.μ.

αξίας 2.000 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικής αξίας 483.560 ευρώ και δ) ένα κατάστημα του ισογείου ορόφου, εμβαδού 368,53 τ.μ., με υπόγειο χώρο κάτω απ' αυτό, εμβαδού 335,56 τ.μ., αξίας 3.000 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικής αξίας 1.105.590 ευρώ, 3) από τη Γ οικοδομή, ένα κατάστημα του ισογείου ορόφου, εμβαδού 327,52 τ.μ., με υπόγειο χώρο κάτω απ' αυτό, εμβαδού 288,55 τ.μ., αξίας 3.000 ευρώ ανά τ.μ.

και συνολικής αξίας 982.560 ευρώ και 4) από τη Δ οικοδομή ένα κατάστημα του ισογείου ορόφου, εμβαδού 254,05 τ.μ., με υπόγειο χώρο κάτω απ' αυτό, εμβαδού 240,70 τ.μ., αξίας 3.000 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικής αξίας 762.150 ευρώ. Ήτοι η εναγομένη έλαβε ως αντιπαροχή, με βάση το εργολαβικό συμβόλαιο, το σχέδιο του οποίου συνέταξε προς διεκπεραίωση της εντολής που του έδωσε αυτή (εναγομένη), ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος της, ακίνητα συνολικής αγοραστικής αξίας 5.307.788 ευρώ.

Έτσι για τη σύνταξη του σχεδίου της επίδικης εργολαβικής σύμβασης, του οποίου τη διαμόρφωση επιμελήθηκε ο ενάγων, προασπίζοντας τα συμφέροντα της εντολέως του, στα πλαίσια της δοθείσας σε αυτόν εντολής, η οποία αφορούσε τη σύναψη της εργολαβικής σύμβασης όχι μόνον αποκλειστικά με την αρχική εργολάβο εταιρεία "...", δικαιούται αυτός ως αμοιβή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ. 10 του ν. 3919/2011, το οποίο ορίζει [...], ποσοστό 0,5% επί της συνολικής πραγματικής αξίας της αντιπαροχής της εναγομένης, ήτοι το ποσό των (5.307.788 Χ 0,5% =) 26.538 ευρώ και όχι το ποσό των 1.956,80 ευρώ, το οποίο υπολογίζει η εναγομένη ως αμοιβή του ενάγοντος, βάσει του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας της αντιπαροχής, ήτοι του ποσού των 195.689,60 ευρώ, που αναγράφεται στο υπ' αριθ. .../8.6.2005 εργολαβικό συμβόλαιο.

Από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, έναντι του πιο πάνω ποσού κατά την υπογραφή του εργολαβικού συμβολαίου και ως προκαταβολή της οφειλομένης αμοιβής του το ποσό των 5.000 ευρώ, όπως εσφαλμένα εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, κατόπιν τούτου επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ανωτέρω ποσό της αμοιβής του, μειωμένο όμως κατά το ποσό των 5.000 ευρώ, ήτοι 21.538 ευρώ.

Το γεγονός ότι ο ενάγων ουδέν χρηματικό ποσό εισέπραξε από την εναγομένη κατά την ημέρα της υπογραφής του εργολαβικού συμβολαίου προκύπτει αναμφίβολα από την κατάθεση της μάρτυρος [...]. Εξάλλου με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για την αμοιβή του το ποσό των 5.000 ευρώ, οπωσδήποτε θα διασφαλιζόταν με τη σύνταξη και την υπογραφή από τον ενάγοντα έγγραφης απόδειξης για την είσπραξη από αυτόν του πιο πάνω σημαντικού χρηματικού ποσού.

Τέτοια όμως απόδειξη ούτε επικαλείται η εναγομένη ότι συντάχθηκε, ούτε προσκομίζει. Επί πλέον δεν επικαλείται δε τη μαρτυρία τρίτου αξιόπιστου, παρισταμένου στο συμβολαιογραφείο κατά την εν λόγω καταβολή, που να γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως περί αυτής". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε κατά το κεφάλαιο αυτό την υπ' αριθ. 8266/2014 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε αναγνωρίσει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα για την αιτία αυτή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 21.538 ευρώ, δίκασε την αγωγή και αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει να του καταβάλει για την αιτία αυτή το χρηματικό ποσό των 26.538 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δικηγόρου, προς λήψη της ελάχιστης προβλεπομένης αμοιβής κατά το άρθρο 161 του Κώδικα περί Δικηγόρων για την σύνταξη του σχεδίου της καταρτισθείσας από τη συμβολαιογράφο στη συνέχεια επίδικης εργολαβικής σύμβασης, του οποίου τη διαμόρφωση επιμελήθηκε (και) ο ενάγων, προασπίζοντας τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας - εντολέως του, στο πλαίσιο της δοθείσας σε αυτόν εντολής και κατά συνέπεια δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 98, 156 παρ. 1 και 161 παρ.1 του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.

Δ/μα 3026/1954) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. και 713 επόμ. του ΑΚ. Ειδικότερα: α) η διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων αφενός μεν αφορά τον προσδιορισμό των ελαχίστων ορίων αμοιβής δικηγόρου για την από τον τελευταίο κατάρτιση ιδιωτικών εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, περιλαμβανομένων επομένως και των συμβάσεων, και όχι τον καθορισμό ποσοστών που ο δικηγόρος οφείλει να καταβάλει ως εισφορά στον οικείο δικηγορικό σύλλογο για τη σύνταξη του αντιστοίχου εγγράφου, αφετέρου δε ο προσδιορισμός της εν λόγω αμοιβής γίνεται με βάση την αγοραία αξία του αντικειμένου της παροχής που περιέχεται στον εντολέα του δυνάμει της σύμβασης αυτής και όχι με βάση την αντικειμενική αξία αυτού, με την οποία η Εφορία υπολογίζει τον αναλογούντα για την οικεία δικαιοπραξία φόρο.

Εξ άλλου η εκ μέρους του δικηγόρου του ενός συμβαλλομένου κατάρτιση σχεδίου σύμβασης από κοινού με τον δικηγόρο του αντισυμβαλλομένου ουδόλως στερεί από τον δικηγόρο εκατέρων των μερών του δικαιώματος να λάβει έκαστος από τον πελάτη του την αμοιβή που δικαιούται κατά το άρθρο 161 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων και κατά συνέπεια δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς τον προσδιορισμό της εν λόγω αμοιβής η εξειδίκευση των ενεργειών στις οποίες προέβη ο κάθε δικηγόρος κατά τη κατάρτιση του σχεδίου της σύμβασης, η οποία (εξειδίκευση) είναι άλλωστε ανέφικτη.

Κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 και εν μέρει [όσον αφορά τις ανεπαρκείς αιτιολογίες] και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και πρώτος πρόσθετος υπό στοιχείο (δ) λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι, β) δεν συνιστά στοιχείο της αιτιολογίας, ο λόγος για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε εντολή από την αναιρεσείουσα για την κατάρτιση του σχεδίου της εργολαβικής σύμβασης, βάσει της οποίας καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση εργολαβίας και προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ενώ τούτο είχε συμφωνηθεί με το από Σεπτέμβριο του 2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που αφορούσε την εταιρεία "...", ούτε οι εν λόγω παραδοχές ενέχουν αντίφαση.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος υπό στοιχείο (α) λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος, γ) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε κανένα σημείο της προσβαλλομένης απόφασης δεν δέχθηκε ότι οι αναγραφόμενες επί μέρους αξίες των οριζοντίων ιδιοκτησιών που παρέμειναν στην ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας [και όχι εκείνες που μεταβιβάσθηκαν σε τρίτους, ως εργολαβικό αντάλλαγμα δυνάμει συμβάσεων πωλήσεως, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω] αφορούσαν αξίες αυτών κατά το έτος 2007 και όχι κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας.

Αντιθέτως δέχθηκε ότι "η εναγομένη έλαβε ως αντιπαροχή, με βάση το εργολαβικό συμβόλαιο, [...] ακίνητα συνολικής αγοραστικής αξίας 5.307.788 ευρώ". Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος υπό στοιχείο (γ) λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς είναι απαράδεκτος και δ) δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από την προβαλλομένη με τον τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου πλημμέλεια της παντελούς έλλειψης αιτιολογίας στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης και συνεπώς ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά τη προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση: Α) με τον πρώτο πρόσθετο υπό στοιχείο (β) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και στο Εφετείο ισχυρισμό αυτής ότι η μοναδική εντολή που έδωσε στον αναιρεσίβλητο ήταν να παρασταθεί για λογαριασμό της κατά τη κατάρτιση και υπογραφή του υπ' αριθ. .../8.6.2005 εργολαβικού συμβολαίου ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Β. - Κ., για την οποία (παράσταση) αυτός έλαβε το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ, χωρίς ο αναιρεσίβλητος [στον οποίο δεν ανανέωσε την εντολή], να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στη κατάρτιση του σχετικού σχεδίου της εργολαβικής σύμβασης, το δε σχέδιο της εργολαβικής αυτής σύμβασης εκπόνησε αποκλειστικά ο δικηγόρος της εργολήπτριας εταιρείας Κ.

Π., λόγω της υπάρχουσας εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς την εργολήπτρια, ενόψει της επισημοποιηθείσας σχέσης ανεψιάς της με ένα εκ των ομορρύθμων μελών της ως άνω εταιρείας. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με συνέπεια να μην ιδρύεται ο σχετικός λόγος, στην περίπτωση παράλειψης του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί σχετικώς.

Επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι κατ' εντολή της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο, ο τελευταίος (από κοινού με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αντισυμβαλλομένης εργολήπτριας εταιρείας) προέβη στη σύνταξη του σχεδίου της σχετικής σύμβασης, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος, Β) με τον δεύτερο πρόσθετο υπό στοιχείο (Β) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν, αφού διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή το ότι δεν αποδείχθηκε ότι έναντι της ως άνω οφειλής των 26.538 ευρώ η αναιρεσείουσα κατέβαλε το ποσό των 5.000 "ως προκαταβολή της οφειλομένης αμοιβής", εφόσον ουδέποτε η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι κατέβαλε το εν λόγω ποσό ως προκαταβολή, αλλά αντιθέτως ισχυρίσθηκε ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο για την παράστασή του ενώπιον του συμβολαιογράφου κατά την κατάρτιση της εργολαβικής σύμβασης και προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου, ενόψει και του ισχυρισμού της ότι ουδεμία εντολή είχε από αυτήν ο αναιρεσίβλητος να καταρτίσει το σχέδιο της εργολαβικής σύμβασης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, στο πλαίσιο της μεταξύ αυτών σχέσης (και κατά συνέπεια δεν είχε λόγο να αναφερθεί στην αιτία ανύπαρκτης καταβολής), η δε αναφορά της μη καταβολής του ποσού των 5.000 ευρώ ως προκαταβολή της οφειλομένης αμοιβής έγινε από το δικαστήριο σε συνάρτηση με την περί τούτου σχετική αντίθετη παραδοχή της εκκαλουμένης απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Τούτο άλλωστε συνάγεται και από το στη συνέχεια συμπέρασμα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων από την πρωτόδικη απόφαση, ως προς το ύψος της οφειλομένης στον αναιρεσίβλητο για την αιτία αυτή αμοιβής. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 και 91 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει και της φύσης της σχέσης αυτού με τον εντολέα του, ως κατ` εξοχήν σχέσης εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες οι οποίες α) δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ` αυτόν εντολή ή ρητά εξαιρέθηκαν από τον εντολέα και β) δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή του τελευταίου, ή έγιναν αποδεκτές ή εγκρίθηκαν εκ των υστέρων απ` αυτόν (ΑΠ 430/2011, ΑΠ 1031/2008 ΑΠ 140/2007 ΑΠ 279/2006, ΑΠ 573/1999).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009, ΑΠ 442/2008, ΑΠ 760/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον τρίτο πρόσθετο υπό στοιχείο (Γ) και κατά το δεύτερο (υπό Β) σκέλος αυτού λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο αμοιβή για την άσκηση από αυτόν επ' ονόματί της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ανακοίνωσης δίκης - προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση, την οποία αυτός έστρεψε κατά της συνεναγομένης της αναιρεσείουσας στην κύρια διεκδικητική αγωγή, που είχαν ασκήσει κατ' αυτών ιδιοκτήτες ομόρου ακινήτου, ομόρρυθμης εργολήπτριας εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ" και κατά της Α. Κ., τοπογράφου μηχανικού, που συνέταξε το τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου, με την οποία η προσεπικαλούσα - αναιρεσείουσα προσεπικάλεσε αυτές να παρέμβουν υπέρ αυτής στην ανοιγείσα με τη διεκδικητική αγωγή δίκη και να υποχρεωθούν σε περίπτωση ήττας της να της καταβάλλουν εις ολόκληρο εκάστη κάθε χρηματικό ποσό που θα υποχρεωθεί αυτή (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, ιδιοκτήτες του όμορου ακινήτου, μέρος του οποίου, εμβαδού 59,32 τμ καταλήφθηκε κατά την ανοικοδόμηση, κρίνοντας την ενέργεια αυτή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου απολύτως αναγκαία για την υποστήριξη των συμφερόντων της αναιρεσείουσας και επιδικάζοντας ως αμοιβή του αναιρεσίβλητου για την άσκηση αυτής και για λοιπά έξοδα το συνολικό ποσό των 4.431,02 ευρώ, παρόλο που η ενέργεια αυτή δεν ήταν αναγκαία για τη προάσπιση των συμφερόντων της, εφόσον η προσεπίκληση, στρεφομένη κατά της συνεναγομένης στη κύρια δίκη ομοδίκου της ομόρρυθμης εταιρείας (και όχι τρίτης μη διαδίκου) και κατά τρίτης τοπογράφου μηχανικού, μη συνδεομένης με την συνεναγομένη εταιρεία με σχέση πρόστησης, ούτε με την αναιρεσείουσα με οποιαδήποτε συμβατική σχέση, ήταν κατά πάγια νομολογία απαράδεκτη.

Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ότι προέβαλλε τις ανωτέρω αιτιάσεις, ως προς το ενδεδειγμένο ή μη της προσεπίκλησης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι. Με τον τρίτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο υπό στοιχείο (Γ) λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο (υπό Α) σκέλος αυτού του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Ειδικότερα αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι η ιδία έδωσε εντολή στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο για την άσκηση της ως άνω προσεπίκλησης, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής δεν γινόταν σχετική αναφορά περί παροχής ειδικής προς τούτο εντολής, παρά μόνο μνεία του ότι η εντολέας (αναιρεσείουσα) ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο την υπόθεσή της [σχετικά με την σε βάρος της έγερση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διεκδικητικής αγωγής ιδιοκτητών ομόρου ακινήτου] και προς υποστήριξη των δικαιωμάτων της ο τελευταίος κατέθεσε και επέδωσε την υπ' αριθ.

κατάθ. .../2009 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, ζητώντας να υποχρεωθούν οι προσεπικαλούμενοι να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό τυχόν υποχρεούτο να καταβάλει η προσεπικαλούσα στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί ότι "στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την έγερση της πιο πάνω αγωγής, η εναγομένη ανέθεσε την υπόθεσή της στον ενάγοντα για την υποστήριξη των δικαιωμάτων της και ο τελευταίος συνέταξε και άσκησε (κατέθεσε και επέδωσε) κατ' εντολήν και επ' ονόματι της οικοπεδούχου και νυν εναγομένης ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου την από 20.10.2009 (αριθμ.

έκθ. κατάθ. .../22.10.2009) ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση..." δεν δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή, αφού η αναφορά στην πιο πάνω παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης της φράσης "κατ' εντολήν" γίνεται υπό την προφανή έννοια της διενεργείας της συγκεκριμένης ενέργειας ως μέσου προς προάσπιση των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, μετά την έγερση της σε βάρος της διεκδικητικής αγωγής, "στο πλαίσιο της ανάθεσης της εν λόγω υπόθεσης" από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, ανάθεση η οποία περιλαμβάνει και την άσκηση σχετικών ενδίκων βοηθημάτων, και δεν γίνεται υπό την έννοια της παροχής ειδικής εντολής.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης στο σύνολό τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.10.2015 και με αριθ. κατάθ. .../2015 αίτηση αναίρεσης και τους από 28.11.2016 και με αριθ. κατάθ. 21/2017 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1046/2.6.2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ