Legislator Case Law & Legislation
175/2017 AI generated

175/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 175/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

175/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 25-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
standing of shareholder lack of prosecutorial standing legatee standing of heirs locus standi standing of victims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 175 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 175/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Βλουτέλλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσίβλητων: 1)Μ. Κ. του Ν., 2)Ι. Κ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αργυρώ Κουνέλη και 3) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, 77/2014 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 25-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

H πληρεξούσια των παρισταμένων αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).

Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ. Ν. Κ. τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 16-3-2016, όσο και κατά την προκείμενη νέα δικάσιμο της 7-12-2016, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχαν επισπεύσει οι παριστάμενοι δύο πρώτοι των αναιρεσίβλητων και ότι ο απολιπόμενος τρίτος αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (16-3-2016) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ’ αριθμ. ... /1-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.

Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 30-9-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 77/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 16-3-2016 και κλήση προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ’ αυτόν.

Επομένως, αφού ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ ΚΠολΔ.).- Από το άρθρο 553 παρ.3 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού.

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ’ αριθμ. 77/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ.136/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η δε αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά των δύο αυτών αποφάσεων.

Επομένως, η αίτηση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 ΚΠολΔ.).- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 ΚΠολΔ., στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όπως είναι και τα έγγραφα, το δευτεροβάθμιο δε δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Όταν το Εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιον του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "ως νόμιμα προσκομιζόμενα", αποκρούει εκ του πράγματος την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν απαιτείται δε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία προς τούτο και η κρίση του αυτή, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ.) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσίβλητων, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο, και απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσία την ένσταση της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτής, που είχε προβάλλει με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του, ότι δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τα, ειδικότερα στο αναιρετήριο αναφερόμενα, έγγραφα, δηλαδή:

αποδείξεις ηλεκτροδότησης και υδροδότησης, την κατά το έτος 1994 συνταχθείσα διαθήκη της μητέρας των διαδίκων Γ. χήρας Ν. Κ. και τις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης, που έγιναν στην εφορία για να συνταχθεί το υπ’ αριθμ. .../1984 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Π. Πρωτούλη, που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισαν απαραδέκτως για πρώτη φορά ενώπιον του, δίχως να επικαλούνται κάποιον ιδιαίτερο λόγο αδυναμίας ανεύρεσης ή προσκομιδής τους, τα οποία (έγγραφα) δέχθηκε και έλαβε υπόψη το Εφετείο και διαμόρφωσε, συνεκτιμώντας και αυτά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το αποδεικτικό του πόρισμα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και δη ως αναγόμενος στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, περί τα πράγματα, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, λήφθησαν υπόψη τα παραπάνω έγγραφα ως νομίμως προσκομισθέντα ενώπιόν του.- Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ., προβαίνει ο Άρειος Πάγος, το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, παραδεκτά ασκήθηκε από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους, μόνον, τρεις από τους οκτώ κληρονόμους της δικαιοπαρόχου τους, αφού για την άσκησή της δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής (ενεργητικής) ομοδικίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, με τον πρώτο από τους πρόσθετους λόγους η εκκαλούσα - εναγόμενη, και είναι νόμιμη".

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 και 4 του ν. 2664/1998 "περί Εθνικού Κτηματολογίου", όπως αυτές ίσχυαν (κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής) μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 5 ν. 3559/2007 (η πρώτη) και το άρθρο 2 παρ. 3 και 4 ν. 3481/2006 (η δεύτερη), αγωγή των αναιρεσίβλητων, στην οποία αφορούσε η έφεση, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αναγραφόμενης (ανακριβώς) στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του επίδικου ακινήτου, στο οποίο αφορά η εγγραφή, συνισταμένη (η πλημμέλεια) στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 εδ.

δ’ και ε’ του ν. 2664/1998, κατά τις οποίες "η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως, στον Προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου. Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων όσο και κατά του ειδικού διαδόχου αυτού, και περαιτέρω παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, επειδή οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δεν κοινοποίησαν την ένδικη αγωγή και στους λοιπούς αναφερόμενους καθολικούς διαδόχους της άμεσης δικαιοπαρόχου τους Κ.

Κ. του Ν., που εμφανίζεται στην αρχική εγγραφή και η οποία απεβίωσε, αδιάθετη, στις 3-3-2009, κατέλιπε, δε, μοναδικούς κληρονόμους της, τη μητέρα της Γ. χήρα Ν. Κ. και τα αδέλφιά της, Μ., Ι., Χ. (ενάγοντες - αναιρεσίβλητους), Β. (εναγόμενη - αναιρεσείουσα), Π., Μ. και Ε., σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ο λόγος αυτός ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

είναι απαράδεκτος, αφού η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομικού δικαίου και δεν επιδέχεται μομφή από την εν λόγω διάταξη, που αφορά σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ο ίδιος λόγος, ως αιτίαση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες άλλωστε δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση την παραδοχή του, ότι πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή που ασκείται σε περίπτωση ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, με την οποία ζητείται η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωσή της, που δεν ιδρύει αναγκαστική (ενεργητική) ομοδικία.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ., παραμόρφωση εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, απέδωσε δε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. του αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξης ή βούλησης).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων.

Έγγραφα κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ., επειδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων:

α) του υπ’ αριθμ. .../16-10-1984 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Π. Πρωτούλη, β) της υπ’ αριθμ. .../11-8-1982 πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών του αυτού, ως άνω, συμβολαιογράφου και γ) του από 9-3 3009 πιστοποιητικού ιδιοκτησίας του υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, ως προς το περιεχόμενο αυτών που αφορούν το επίδικο ακίνητο (διαμέρισμα), δίνοντας στο περιεχόμενό τους ερμηνεία που δε θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου, υπό την επίκληση δε της παραβίασης αυτής πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ.).

Με τον ίδιο τρίτο λόγο, κατά ένα μέρος, της αίτησης αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ., συνιστάμενες ειδικότερα, σε ότι αφορά τα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της υπ’ αριθμ..../1982 πράξεως σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Π.

Πρωτούλη με το να μη δεχθεί ότι "δεν περιέχεται καμία ιδιαίτερη συμφωνία σχετικά με το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής σε ύψος ή κατ’ άλλον τρόπο και συνεπώς το δικαίωμα αυτό ανήκει στους αρχικούς οροφοκτήτες κατά τα αντίστοιχα ποσοστά συγκυριότητας¨ και β) του υπ’ αριθμ..../1984 συμβολαίου δωρεάς του ίδιου συμβολαιογράφου, στο οποίο αναγράφεται ότι "οι συμβαλλόμενες Γ.

χήρα Ν. Κ. και Κ. Ν. Κ., έχουσαι εις την αποκλειστικήν αυτών κυριότητα, νομή και κατοχή η μεν πρώτη την πρώτη ως άνω οριζόντιον ιδιοκτησίαν, ήτοι το κατάστημα, η δε δευτέρα την δευτέραν ως άνω οριζόντιον ιδιοκτησίαν, ήτοι το υπ’ αριθμ. 1 και υπό στοιχεία (...) διαμέρισμα...δια του παρόντος δωρούνται δια δωρεάς εν ζωή το δικαίωμα του υψούν το οποίο ανήκει εις μεν την πρώτη κατά τα εξακόσια ένα χιλιοστά (601/1000), εις δα τη δευτέραν κατά τα διακόσια επτά χιλιοστά (207/1000), προς την συμβαλλόμενην Β.

θυγ. Ν. Κ....μεταβιβάζουσαι και παραχωρούσαι προς αυτήν (δωρεοδόχον) πάντα τα δικαιώματά των, προσωπικά και πραγματικά, συναφείς αγωγάς τας απορρεούσας εκ του δικαιώματος του υψούν και παραιτούμεναι παντός σχετικού δικαιώματός των και πάσης αγωγής...", με το να δεχθεί ότι ¨οι δωρήτριες μεταβίβασαν μόνο το εμπράγματο δικαίωμα, της καθ’ ύψος ανεγέρσεως, που η κάθε μία είχε στις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες και όχι το δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας".

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος, είναι προεχόντως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, αλλά από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων αυτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση τούτων, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.). - Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις, υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της περί απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου παραγώγως λόγω δωρεάς με τίτλο κτήσεως το, νομίμως μεταγραφέν, υπ’ αριθμ. .../1984 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Π. Πρωτούλη, και επικουρικά πρωτοτύπως με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2014 αίτηση της Β. Κ. του Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 77/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και της υπ’ αριθμ. 136/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ