175/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/9/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated175/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου και εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 175 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 175/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Γ., 2) Χ. Μ., κατοίκων ..., 3) Ζ. Ι., συζύγου Μ., το γένος Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/9/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 15/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 177/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 548 Γ/24-11-2014, 547 Γ/24-11-2014, 10517β'/28-11-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, Θ. Τ., στο Πρωτοδικείο Σερρών για τις δύο πρώτες από αυτές και του δικαστικού επιμελητή, Κ. Π., στο Πρωτοδικείο Δράμας για την τρίτη από αυτές, ακριβή αντίγραφα της από 15-9-2013 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-2-2015), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε αυτούς. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική τους απουσία (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
ΙΙ] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 177/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 54/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τις υπ' αριθμούς 315 και 316/22-1-1998 ταμειακές βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Σιδηροκάστρου Σερρών και τις υπ' αριθμούς 59 και 60/21-10-2008 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ].
ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται (και) κατά του "νομίμου τίτλου", ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού Δημόσιο) θέση, ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων της ανακοπής, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου και εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στον νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη [ΑΠ 2284/2009].
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα:
Με τις υπ' αριθμούς 3323 και 3324/29-7-1994 συμβάσεις δανείου χορηγήθηκαν από την (τότε) Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. Σ. Μ. -ΕΠΕ", βιοτεχνικά δάνεια ύψους, αντιστοίχως, 7.000.000 δραχμών και 18.750.000 δραχμών. Για την τήρηση των εκ των συμβάσεων υποχρεώσεων από την δανειολήπτρια εταιρεία παρασχέθηκε η εγγύηση του αναιρεσείοντος, βάσει της υπ' αριθμό 67651/2142/28-7-1978 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών σε ποσοστό 80% των χορηγηθέντων δανείων, ήτοι ειδικότερα για το ποσό των 5.600.000 δραχμών για το πρώτο δάνειο και για το ποσό των 15.000.000 δραχμών για το δεύτερο δάνειο, υπέγραψαν δε και οι αναιρεσίβλητοι ως εγγυητές για την αποπληρωμή του.
Λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου, το αναιρεσείον κατέβαλε ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό ύψους 67.923,01 ευρώ στην παραπάνω τράπεζα. Στις 8-10-1998 ο αρμόδιος υπάλληλος της (τότε) Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος συνέταξε τους αναφερόμενους παρακάτω δύο (2) χρηματικούς καταλόγους, οι οποίοι φέρουν τον τίτλο "τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαιώσεως" και ακολούθως τους απέστειλε στην ΔΟΥ Σιδηροκάστρου, προκειμένου να προβεί σε πράξη βεβαιώσεως των αναφερομένων σ' αυτά ποσών εις βάρος των αναιρεσιβλήτων.
Ακολούθως, η ΔΟΥ Σιδηροκάστρου με τις προσβαλλόμενες υπ' αριθμούς 315/22-10-1998 και 316/22-10-1998 ταμειακές βεβαιώσεις, του Προϊσταμένου της, βεβαίωσε στις 22-10-1998, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, τα ποσά των 16.006.825 δραχμών και 7.137.940 δραχμών, αντίστοιχα, κάτω από τους εν λόγω, οικείους χρηματικούς καταλόγους. Συγκεκριμένα, οι ταμειακές αυτές βεβαιώσεις έχουν το εξής περιεχόμενο, η μεν υπ' αριθμό 315/22-10-1998: "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωσή του με την καταχώρησή του στο βιβλίο βεβαίωσης του Ταμείου μας με αριθμό 315 και για ποσό 16.006.825 δραχμών", η δε υπ' αριθμό 316/22-10-1998 "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωση του με την καταχώρησή του στο βιβλίο βεβαίωσης της ΔΟΥ με αριθμό 316 και για ποσό 7.137.940 δραχμών".
Ο χρηματικός κατάλογος, που συνοδεύει την υπ' αριθμό 315/22-10-1998 ταμειακή βεβαίωση, έχει το εξής περιεχόμενο "ΚΑΧΚΕΕΔ", ήτοι Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων - εκ Κεφαλαίων τη εγγυήσει του αναιρεσείοντος, - όπως επεξηγεί τα αρχικά αυτά το αναιρεσείον, με την έφεσή του -, υπέρ της Τραπέζης, ποσό 9.456.907 δραχμών, μη εγγυημένο κεφάλαιο (από το αναιρεσείον) ποσό 2.364.227 δραχμών και "μη λογ/νοι τόκοι" ποσό 4.185.691 δραχμών.
Γενικό σύνολο 16.006.825 δραχμές, ήτοι 46.975,27 ευρώ (16.006,825: 340,75=46.975,27). Ο χρηματικός κατάλογος, που συνοδεύει την υπ' αριθμ 316/22-10-1998 ταμειακή βεβαίωση, έχει το εξής περιεχόμενο "ΚΑΧΚΕΕΔ", ήτοι Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων τη εγγυήσει του αναιρεσείοντος, υπέρ της Τραπέζης, ποσό 4.224.434 δραχμών, μη εγγυημένο κεφάλαιο (από το αναιρεσείον) ποσό 1.056.109 δραχμών και "μη λογ/νοι τόκοι" ποσό 1.857.397 δραχμές Γενικό σύνολο 7.137.940 δραχμές, ήτοι 20.947,73 ευρώ (7.137.940: 340, 75=20.947,32), και άρα το συνολικό ποσό που βεβαιώθηκε με τις ανωτέρω - ένδικες ταμειακές βεβαιώσεις ανέρχεται σε 67.293,01 ευρώ (46.975,27 + 20.947,73).
Σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον Ιούνιο του έτους 2008, η ΔΟΥ Σιδηροκάστρου απέστειλε προς όλους τους αναιρεσιβλήτους - εγγυητές των δανείων της προαναφερόμενης ΕΠΕ ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπροθέσμων χρεών, με τις οποίες καθιστούσε σε αυτούς γνωστή την ύπαρξη οφειλής τους προς το Δημόσιο από την ανωτέρω ιδιότητά τους.
Ειδικότερα, απέστειλε σ' αυτούς τις με αριθμούς 4329/11-6-2008, 4295/10-6-2008 και 4296/10-6-2008 ατομικές ειδοποιήσεις, με τις οποίες γνωστοποίησε, σε καθένα τους, σχετική οφειλή τους, ποσού 174.901,75 ευρώ, λόγω της εγγυητικής ευθύνης, που ανέλαβαν για την πληρωμή των υποχρεώσεων εκ των δανείων, από το οποίο, ποσό 67.923,01 ευρώ αφορούσε οφειλόμενο κεφάλαιο και ποσό 106.978,74 ευρώ προσαυξήσεις, τις οποίες και κλήθηκαν, με την ίδια ειδοποίηση, να τακτοποιήσουν, εντός 15 ημερών από την έκδοσή τους.
Με τις υπ' αριθμ. 59 και 60/21-10-2008 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σερρών Δέσποινας Σ. Κ., σε εκτέλεση αντίστοιχα των υπ' αριθμούς 6108 και 6107/19-08-2008 παραγγελιών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Σιδηροκάστρου, κατασχέθηκε η περιγραφόμενη στις ως άνω εκθέσεις ακίνητη περιουσία των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Οι αναιρεσίβλητοι με την υπ' αριθμό πρωτ. 5808/04-08-2008 αίτησή τους προς τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ζήτησαν την απαλλαγή τους από την υποχρέωση καταβολής του προαναφερόμενου ποσού (κεφαλαίου και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης οφειλής). Το εν λόγω αίτημά τους έγινε εν μέρει δεκτό με τη υπ' αριθμό πρωτ. 1093578/6818/0016/19-12-2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δυνάμει της οποίας οι αναιρεσίβλητοι απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση καταβολής των προσαυξήσεων, που βεβαιώθηκαν στο όνομα της παραπάνω ΕΠΕ, συνολικού ύψους 106.978,74 ευρώ, με την αιτιολογία, ότι αυτές "είχαν βεβαιωθεί μέχρι και τον μήνα Ιούνιο 2008, οπότε οι αιτούντες έλαβαν αποδεδειγμένα γνώση του χρέους τους, για το οποίο συντάχθηκαν οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις", και, έτσι παρέμεινε πλέον, ως βεβαιωθέν, μόνο το ποσό των 67.923,01 ευρώ (κεφάλαιο), προερχόμενο, κατά τα ανωτέρω, από τις με αριθμό 3323 και 3324/29-07-1994 δανειακές συμβάσεις.
Άλλα έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο, ότι συνοδεύουν τις προσβαλλόμενες πράξεις, στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλο έγγραφο, εκτός των παραπάνω χρηματικών καταλόγων. Από το παραπάνω περιεχόμενο των προσβαλλόμενων ταμειακών βεβαιώσεων με τους συνοδεύοντες αυτές χρηματικούς καταλόγους δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής των αναφερόμενων σ' αυτές ποσών, αφού δεν γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός των επί μέρους ποσών, που αναφέρονται στους χρηματικούς καταλόγους, που τις συνοδεύουν, όπως, ποιες είναι οι ληξιπρόθεσμες δόσεις, που οι ανακόπτοντες καθυστέρησαν, ποια είναι τα επί μέρους ποσά, με προσδιορισμό αυτών που δεν καλύπτονταν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και ποια ποσά απαρτίζουν τα ποσά των τόκων (συμβατικών και υπερημερίας), επί ποιών ποσών, με ποιο ποσοστό (επιτοκίου) και για ποια χρονικά διαστήματα υπολογίσθηκαν τα ποσά αυτά, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος από τους αναιρεσιβλήτους της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής.
Σημειωτέον, ότι στο έγγραφο που επισυνάπτεται από την παραπάνω Δ.Ο.Υ. στην ατομική ειδοποίηση (Δ1 ΤΑΧΙS) προς καθένα από τους αναιρεσιβλήτους επιχειρείται να δοθεί εξήγηση περί του λόγου αποστολής της ειδοποίησης ως ακολούθως: "Επειδή μέχρι σήμερα δεν έχετε τακτοποιήσει ληξιπρόθεσμες οφειλές σας στο Δημόσιο, είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε στη λήψη εις βάρος σας μέτρων, όπως προβλέπεται από τον νόμο.
Θεωρήσαμε όμως σκόπιμο πριν από κάθε ενέργεια μας να σας καλέσουμε και πάλι για την τακτοποίηση των παρακάτω οφειλών σας....". Ουδεμία περαιτέρω πληροφορία παρέχεται σε σχέση με τις παραπάνω ελλείψεις, αντίθετα δε, ως γενεσιουργός αιτία της οφειλής μνημονεύεται μόνο η υπ' αριθμό 3324/29-7-1994 δανειακή σύμβαση, καίτοι το οφειλόμενο χρέος, κατά τα προεκτεθέντα, πηγάζει και από την προαναφερθείσα 3323/29-7-1994 δανειακή σύμβαση.
Το αναιρεσείον, που βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμα του με αγωγή, καθόσον, στην επί της ένδικης ανακοπής δίκη, επέχει θέση ενάγοντος, ενώ οι αναιρεσίβλητοι θέση εναγομένου, ισχυρίζεται, ότι οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, που αποτελούν τους νόμιμους τίτλους για την είσπραξη της οφειλής των αναιρεσιβλήτων, κατά τον ΚΕΔΕ ..., είναι επαρκώς ορισμένες, προσκομίζει δε, με επίκληση τα παρακάτω αναφερόμενα έγγραφα ως "προβλεπόμενα δικαιολογητικά", τα οποία, προκειμένης της βεβαίωσης των οφειλών από τα ανωτέρω βιοτεχνικά δάνεια, της απέστειλε η δανείστρια τράπεζα - Ιονική και Λαϊκή (βλ.
τα από 8-10-1998 και 12-10-1998 διαβιβαστικά έγγραφα της άνω δανείστριας τράπεζας προς την ΔΟΥ Σιδηροκάστρου), ήτοι: α) βεβαιωτική πράξη, β) ανακεφαλαίωση ανεξόφλητου υπολοίπου, γ) αναλυτική κατάσταση οφειλής και δ) τριπλότυπη βεβαιωτική κατάσταση. Από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών προκύπτει, ότι σ' αυτά περιλαμβάνονται τα ποσά και μόνο που αναφέρονται υπό τον συγκεκριμένο προσδιορισμό στις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις και τους ανωτέρω σχετικούς χρηματικούς καταλόγους, πλην των εγγράφων "τριπλότυπης βεβαιωτικής κατάστασης", στα οποία υπάρχει και η χρονολογία λήξης κάθε δόσης, καθώς και καταχωρήσεις σε πέντε στήλες (χρονολογία, αιτιολογία εγγραφής, χρεώσεις, πιστώσεις, υπόλοιπο) ποσών, που οδηγούν σε διαμόρφωση του υπολοίπου, όσον αφορά κάθε σύμβαση, χωρίς ειδικότερο και πάλι προσδιορισμό όσον αφορά την αιτιολογία (π.χ. "τόκοι Β εξαμήνου 1994 ", "έξοδα μηχανικού" κτλ).
Ανεξάρτητα, όμως, από την πληρότητά τους ή μη, σε κάθε, περίπτωση, δεν προκύπτει, ότι τα παραπάνω έγγραφα συνοδεύουν τις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, ούτε εξάλλου προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο, που, άλλωστε, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται, ότι κοινοποιήθηκαν στους αναιρεσιβλήτους τα έγγραφα που "συγκροτούν" τους ένδικους νόμιμους τίτλους ή ότι γνωστοποιήθηκαν σ' αυτούς, με άλλο νόμιμο τρόπο, πριν την άσκηση της ανακοπής τους, τα επιμέρους στοιχεία του όλου χρέους τους, το οποίο αναφέρεται στην προαναφερόμενη ατομική ειδοποίηση, που είναι το μόνο έγγραφο, που προκύπτει, ότι επιδόθηκε σε καθένα από αυτούς και στο οποίο αναφέρεται μόνον, ότι έχουν "ληξιπρόθεσμες οφειλές στο Δημόσιο", συνολικού ποσού 174.901,75 ευρώ, από το οποίο ποσό 67.923,01 ευρώ αντιστοιχεί σε κεφάλαιο και ποσό 107.978,74 ευρώ σε προσαυξήσεις", χωρίς καμία άλλη ανάλυση και προσδιορισμό των οφειλών και της αιτίας τους.
Ενόψει αυτών, εφόσον από τις άνω ταμειακές βεβαιώσεις και τους συνοδεύοντες αυτές χρηματικούς καταλόγους δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της αναφερόμενης σε κάθε μία από αυτές οφειλής των αναιρεσιβλήτων, όπως απαιτείται, ώστε, να λάβουν οι μεν τελευταίοι πλήρη γνώση της δυνάμει αυτών βεβαιωθείσας οφειλής και να τους παρασχεθεί η ευχέρεια να ελέγξουν τη νομιμότητα και τη βασιμότητα των αναφερόμενων στις εν λόγω ταμειακές βεβαιώσεις κονδυλίων, καθώς και να προβάλλουν τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, το δε δικαστήριο, που επιλήφθηκε της ένδικης ανακοπής τους, να μπορεί με ασφάλεια να διαγνώσει την αμφισβητούμενη από τους αναιρεσιβλήτους οφειλή, οι βεβαιώσεις αυτές δεν έχουν την απαιτούμενη πληρότητα, ώστε να καθίσταται η οφειλή αντιληπτή τόσον από τους ίδιους όσον και από το δικαστήριο.
Με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το εφετείο κατέληξε στη διαπίστωση, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε με την προαναφερθείσα, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της ανακοπής και αυτή στο σύνολό της, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, καθώς και οι στηριζόμενες σε αυτές υπ' αριθμούς 59 και 60/21-10-2008 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης, και, ότι ο μοναδικός λόγος έφεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυριζόταν τα αντίθετα, ήταν αβάσιμος και απορριπτέος.
Ήδη με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2§§2 και 3 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), 11 του ν. 2322/1995, 65 του ν. 2362/1995 και 51 του π.δ. 16/1989 και προς υποστήριξη των υπ' αυτού προβαλλομένων αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, όπως και η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε, η οφειλή της αναιρεσίβλητης προς το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της κατάπτωσης της υπέρ αυτού χορηγηθείσας εγγυήσεως και της εξ αυτού του λόγου υποκατάστασης του Δημοσίου στα δικαιώματα της πιστώτριας τράπεζας, αναλύεται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στα από 8.10.1998 (σελ. 12 απόφασης) και 12.10.1998 έγγραφα της εν λόγω τράπεζας, στα οποία περιγράφεται και η αιτία της οφειλής της αντιδίκου, τα δε έγγραφα αυτά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, συγκροτούν, μαζί με τις τριπλότυπες καταστάσεις, τις πράξεις βεβαίωσης, την δανειακή σύμβαση και τις σχετικές πράξεις ρύθμισης οφειλών με τις συνημμένες σ' αυτές αναλυτικές καταστάσεις απαιτήσεων της Τραπέζης, στις οποίες, επίσης, αναλύεται η οφειλή της αντιδίκου κατά κεφάλαιο, τόκους, χρεολύσιο, τόκους υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις, τους νόμιμους τίτλους.
Περαιτέρω, εκ των όσων η ίδια η αναιρεσιβαλλόμενη, δέχθηκε (σελ. 14-15), ότι δηλαδή "Η ανακόπτουσα, με τη με αριθμό πρωτ. 5808/04-12-2008 αίτηση της..... προς τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ζήτησε την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του προαναφερόμενου ποσού (κεφαλαίου και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης οφειλής).
Το εν λόγω αίτημά της έγινε εν μέρει δεκτό με τη με αριθμό πρωτ. 1093578/6818/0016/19-12-2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δυνάμει της οποίας η ανακόπτουσα (όπως και οι λοιποί εγγυητές) απαλλάχθηκε από την υποχρέωση καταβολής των προσαυξήσεων, που βεβαιώθηκαν στο όνομα της ως άνω ΕΠΕ, συνολικού ύψους 106.978,74 ευρώ, με την αιτιολογία ότι αυτές "είχαν βεβαιωθεί μέχρι και τον μήνα Ιούνιο 2008, οπότε οι αιτούντες (μεταξύ των οποίων και η ανακόπτουσα) έλαβαν αποδεδειγμένα γνώση του χρέους τους για το οποίο συνετάγησαν οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις", σε συνδυασμό με τα αναγραφόμενα στο κείμενο της ως άνω αίτησης, στην οποία ρητά αναφέρεται και παραπέμπει η αναιρεσιβαλλομένη, προκύπτει αναμφισβήτητα η πλήρης γνώση της αναιρεσίβλητης τόσο για το ύψος, όσο και για την ανάλυση της οφειλής (μη εξυπηρετηθέντα ποσά δόσεων δανείου, τόκοι επ' αυτών και για ποιες χρονικές περιόδους, προσαυξήσεις εκ της ταμειακής βεβαίωσης του οφειλόμενου κεφαλαίου από την αρμόδια ΔΟΥ) και την αιτία της οφειλής αυτής (η αναιρεσίβλητη εγγυήτρια σε δάνειο που χορηγήθηκε σε ΕΠΕ με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου) και μάλιστα τρεις μήνες πριν την άσκηση της ένδικης ανακοπής της (4.8.2008 πρωτοκολλήθηκε η αίτηση, 5.11.2008 η κατάθεση της ανακοπής).
Επομένως, οι - συγκροτούμενοι από τα παραπάνω έγγραφα - νόμιμοι τίτλοι, ήταν πλήρεις, καθώς στα έγγραφα, που τους συγκροτούσαν, και τα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται, ότι προσκομίσθηκαν νομίμως κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, περιγραφόταν η αιτία της οφειλής και αναλυόταν αυτή κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 2 § 2 του ν.δ. 356/1974, ώστε το δικαστήριο, που επιλήφθηκε της ανακοπής της κατά των ως άνω πράξεων, να μπορεί με ασφάλεια να διαγνώσει την οφειλή, η δε αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα ως άνω αναφερόμενα είχε λάβει πλήρη γνώση της οφειλής της, που βεβαιώθηκε δυνάμει των προσβαλλόμενων πράξεων της Δ.Ο.Υ Σερρών, τουλάχιστον τρεις μήνες πριν την άσκηση της ανακοπής της, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος απ' αυτήν της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής της και να μπορεί να αντιτάξει άμυνα κατά της επισπευδόμενης με τους άνω τίτλους διοικητικής εκτέλεσης.
Ενόψει των ανωτέρω, σαφώς προκύπτει, ότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθιστώντας την προσβαλλόμενη απόφαση του αναιρετέα για τον από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο, το δε σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 §2 εδ. β ΚΠολΔ)". Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος κατά μεν το σκέλος του, με το οποίο αποδίδει την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τους προειρημένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου δεχόμενη, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι κοινοποιήθηκαν στους αναιρεσιβλήτους τα έγγραφα, που "συγκροτούν" τους ένδικους νόμιμους τίτλους και ότι δεν γνωστοποιήθηκαν σε αυτούς, πριν την άσκηση της ανακοπής, με άλλο νόμιμο τρόπο, τα μερικότερα στοιχεία του όλου χρέους και ότι από τις ταμειακές βεβαιώσεις και τους συνοδεύοντες αυτές χρηματικούς καταλόγους δεν προέκυψε η ακριβής αιτία της οφειλής των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του δήθεν σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττεται η γενόμενη από το εφετείο ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, κατά δε το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τις πραγματικές παραδοχές της τελευταίας και την υπαγωγή αυτών στους παραπάνω κανόνες δεν καθίσταται φανερή οποιαδήποτε παραβίαση, τα όσα δε επικαλείται το αναιρεσείον, ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν πλήρως την αιτία και το ύψος της οφειλής τους και ότι μπορούσαν να ελέγξουν τη νομιμότητα και τη βασιμότητα των κονδυλίων της, δεν στηρίζονται στις ένδικες ταμειακές βεβαιώσεις και τα έγγραφα που συνόδευαν αυτές, αλλά σε έγγραφα, ενέργειες και πράξεις, που δεν σχετίζονται με τους προσβαλλόμενους νόμιμους τίτλους, που είναι οι ταμειακές βεβαιώσεις, από τις οποίες και μόνον, μαζί με τους χρηματικούς καταλόγους που τις συνοδεύουν, θα έπρεπε να προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής, που αναφέρεται σε καθεμία από τις βεβαιώσεις αυτές.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 177/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ