175/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated175/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε πλην άλλων τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Στις 13.1.1981 αποβίωσε ο Σ. Ν., ο οποίος κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τις δύο διαδίκους θυγατέρες του, τις οποίες εγκατέστησε κληρονόμους του καθεμιά σε δήλα αντικείμενα της κληρονομίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 175 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 175/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Ν.-Σ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Μιχαήλ Γιαμπουράνη.
Της αναιρεσίβλητης: Π. συζύγου Δ. Κ., το γένος Σ. Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κακιούση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 440/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2004 αίτησή της και με τους από 31-8-2005 και 26-9-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 2-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4 Μαρτίου 2004 αιτήσεως αναιρέσεως της Δ. Ν.-Σ. καθώς και των προσθέτων λόγων που ασκήθηκαν με δύο αυτοτελή δικόγραφα κατά της υπ' αριθμ.440/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, όπως εκείνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου δε περί διαθήκης μόνο της πρώτης από αυτές, (αφού η δεύτερη, εκείνη δηλαδή του άρθρου 200 ΑΚ ως αναφερόμενη στην ερμηνεία ειδικώς των συμβάσεων, δεν εφαρμόζεται επί διαθήκης διότι πρόκειται για μονομερή δικαιοπραξία), επιτρέπεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αν και βεβαιώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως παρέλειψε εν τούτοις να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, εκ των οποίων εκείνος του άρθρου 173 ΑΚ συνίσταται στο ότι πρέπει να αναζητείται η αληθινή βούληση του δηλούντος χωρίς προσήλωση στις λέξεις.
Αντίθετα, όταν εκείνο το δικαστήριο βεβαιώνει ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και πλήρης, ήτοι δεν παρουσιάζει κενά και αμφίβολα σημεία, δεν συγχωρείται αναίρεση, διότι η αντίστοιχη βεβαίωση εκείνου, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν στο αιτιολογικό της δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε πλην άλλων τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Στις 13.1.1981 αποβίωσε ο Σ. Ν., ο οποίος κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τις δύο διαδίκους θυγατέρες του, τις οποίες εγκατέστησε κληρονόμους του καθεμιά σε δήλα αντικείμενα της κληρονομίας.
Ειδικότερα, με την από 18.9.1978 ιδιόγραφη διαθήκη του όρισε ο ως άνω διαθέτης ότι στην Π. (εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη) "αφήνω ένα περιβόλι που θα πιάνει από το σύνορο του Χ. Κ. και να έρχεται προς το ανατολικό μέρος δέκα (10) μέτρα και θα φτάνει επάνω μέχρι το σύνορο του Τ. Ν. και από κει και πάνω θα προχωρεί εξ δένδρα επάνω προς το δυτικό μέρος ......
Δρόμο θα έχει να μπαίνει μέσα από την άσφαλτο μέχρι το δικό του και θα έχει τέσσερα (4) μέτρα δρόμο. Την χαμοκέλα θα τη χαλάσουν για να περάσει". Στη Δ. (ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα) αφήνω "την υπόλοιπη περιουσίαν, δηλαδή το σπίτι με το υπόλοιπο περιβόλι". Από το περιεχόμενο αυτό της διαθήκης προκύπτει σαφώς ότι ο διαθέτης από το κληρονομιαίο περιβόλι ένα τμήμα ξεχωριστό, το οποίο προσδιορίζει επακριβώς, άφησε στην εναγομένη ένα τμήμα, το οποίο επίσης προσδιορίζει επακριβώς, άφησε για δρόμο του πρώτου τμήματος που άφησε στην εναγομένη, και όλο το υπόλοιπο, εκτός των δύο άλλων τμημάτων, άφησε στην ενάγουσα.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι όταν ο διαθέτης αναφέρει ότι "το σπίτι με το υπόλοιπο περιβόλι" εννοεί και το μέρος του δρόμου, δεν ευσταθεί. Ο διαθέτης, όπως προαναφέρθηκε, εκφράσθηκε σαφώς με την διαθήκη ως προς το τμήμα που άφησε σ' αυτήν (ενάγουσα) και εξαίρεσε από αυτό τόσο το τμήμα που άφησε στην εναγομένη, όσο και το τμήμα που άφησε για δρόμο του τμήματος αυτού...
Συνεπώς, αφού με την διαθήκη δεν κληρονόμησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, το τμήμα του δρόμου, το οποίο αποτελεί και το επίδικο, ..... δεν μεταβιβάσθηκε σ' αυτήν ως κληρονόμο η νομή του, ούτε απέκτησε επ' αυτού κυριότητα με τον παράγωγο τρόπο που αναφέρει στην αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα, ήτοι κληρονομία εκ διαθήκης του πατέρα της που νόμιμα αποδέχθηκε, αλλά ούτε και κυριότητα με τακτική χρησικτησία, διότι η αποδοχή αυτή δεν αποτελεί ούτε νόμιμο ούτε νομιζόμενο τίτλο για κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία, αφού κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα το επίδικο δεν καταλείφθηκε με την διαθήκη αυτή στην ενάγουσα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τον κατά το έτος 1981 θάνατο του πατέρα της και μέχρι το τέλος Αυγούστου 1998 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν απέκτησε νομή στο επίδικο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε πράξεις νομής επ' αυτού και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου. Εμφανείς διακατοχικές πράξεις επ' αυτού καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν αποδείχθηκαν, εκτός από το ότι συμπεριέλαβε και το επίδικο στη δήλωση αποδοχής κληρονομίας ως κληρονομιαία περιουσία που της άφησε με τη διαθήκη ο πατέρας της, γεγονός όμως που δεν είναι αληθές, αφού, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διαθήκη, το επίδικο δεν συμπεριελήφθηκε στην κληρονομική μερίδα που καταλείφθηκε σ' αυτήν κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, καθώς επίσης και στις άδειες οικοδομών που εξέδωσε στο χρονικό διάστημα από το 1981 έως το 1983 ως μέρος της συνεχόμενης και μη αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας της, επί της οποίας ανήγειρε δύο οικίες, ενέργειες όμως που μόνες τους δεν συνιστούν την corpore άσκηση της νομής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με βάση τα από εκείνο δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αφενός μεν δεν παραβίασε την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 1781 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι είναι άκυρη η διάταξη της διαθήκης υπέρ προσώπου τόσο αόριστου ώστε ο προσδιορισμός του να είναι αδύνατος, σχετικά με το ως άνω περιεχόμενο της επικαλούμενης ιδιόγραφης διαθήκης του δικαιοπαρόχου των διαδίκων πατέρα τους Σ.
Ν., αφού δέχθηκε ανελέγκτως ότι η δήλωση αυτού περί εγκαταστάσεως των διαδίκων θυγατέρων στα ως άνω κληρονομιαία στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο με τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι σαφής και πλήρης, ήτοι χωρίς κενά και αμφίβολα σημεία, από όλο δε το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ούτε έμμεσα δέχθηκε τέτοια κενά και αμφίβολα σημεία ώστε να επιβάλλεται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς των διαθηκών κανόνες, αφετέρου δε απορρίπτοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την βάση της από την χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του προαναφερθέντος ουσιώδους ζητήματος, με εξαίρεση την παρατηρούμενη όντως έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ειδικώς στο ζήτημα της μη συνδρομής εν προκειμένω των προϋποθέσεων νόμιμου ή νομιζόμενου τίτλου που απαιτείται για την τακτική χρησικτησία, η οποία όμως έλλειψη αλυσιτελώς προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, αφού το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άλλου αναγκαίου στοιχείου της τακτικής χρησικτησίας, ήτοι εκείνου της επί δεκαετία συνεχούς άσκησης νομής στο επίδικο, και συνεπώς η ύπαρξη ή μη νομίμου ή νομιζόμενου τίτλου είναι άνευ έννομου αποτελέσματος, διότι δεν επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), οι δε περί του αντιθέτου μόνος του κυρίου δικογράφου και μόνος του πρώτου και πρώτος και δεύτερος του δευτέρου δικογράφου των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 1 εδ. 1 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο του δεύτερου δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προβάλλεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 18.9.1978 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα των διαδίκων Σ. Ν., αφού δέχθηκε ότι α) το επίδικο που καταλείφθηκε στην αναιρεσίβλητη είναι οικόπεδο, ενώ στην διαθήκη χαρακτηρίζεται ως περιβόλι, β) ο κληρονομούμενος κατέλιπε το επίδικο στην ως άνω θυγατέρα του προκειμένου να αποκτήσει πρόσοψη το όλο ακίνητο σε δρόμο και να είναι οικοπεδικά αξιοποιήσιμο, ενώ στη διαθήκη αναφέρεται ότι τούτο παραχωρήθηκε σ' αυτήν ως δίοδος για να διέρχεται απ' αυτό, και γ) ο διαθέτης εξαίρεσε από το καταλειφθέν στην αναιρεσείουσα ακίνητο τόσο το τμήμα που άφησε στην αναιρεσίβλητη, όσο και το τμήμα που άφησε για δρόμο, ενώ στη διαθήκη δεν ορίζεται κάτι παρόμοιο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση της ένδικης διαθήκης, παραθέτει το αληθές περιεχόμενο αυτής, όπως το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται στον εξεταζόμενο λόγο, τα δε λοιπά στοιχεία εκείνο το δικαστήριο εξήγαγε κατ' εκτίμησή του, η οποία και αν ήθελε υποτεθεί εσφαλμένη, δεν στοιχειοθετεί παραμόρφωση κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.3.2004 αίτηση αναίρεσης της Δ. Σ. Ν. - Σ. κατά της υπ' αριθ. 440/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ