Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding common sense teachings in evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment. The appellant argued that the lower court violated common sense teachings by finding a loan rather than a family contribution, but the court ruled this was merely an assessment of evidence, not a legal error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) and 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that violations of common sense teachings constitute grounds for appeal only when they affect the interpretation of legal rules or the subsumption of facts, not when they pertain to the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1759 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1759/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Μ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεονάρδο Μωραΐτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Φ. του Σ., κατοίκου Αθηνών. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τσάπελη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12071/2018 μη οριστική και 2471/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 840/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 14-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 840/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 14-6-2022 προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης, που δημοσιεύθηκε στις 21-2-2022. Εφόσον έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο των 450 ευρώ, πρέπει να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'δίαν λόγων της (άρθ. 495, 552,553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ).
Η αίτηση αναίρεσης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε εναντίον της αναιρεσείουσας την από 3-4-2017 αγωγή του απόδοσης μέρους 40.000 ευρώ ληξιπρόθεσμου δανείου συνολικού ποσού 150.000 ευρώ. Για την αγωγή αυτή εκδόθηκαν: α) η 12071/2018 μη οριστική απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διατάχτηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, για να διαπιστωθεί, αν η υπογραφή, την οποία έφερε η από 19-11-2010 υπεύθυνη δήλωση, την οποία είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσίβλητος για την απόδειξη της ανωτέρω σύμβασης δανείου, είχε τεθεί από την αναιρεσείουσα ή από τον ίδιο ή από τρίτο πρόσωπο.
Εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2471/2020 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 3-9-2020 έφεσή του, η οποία έγινε δεκτή με την 840/2022 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, και αφού εξαφανίστηκε η ανωτέρω υπ'αριθ. 2471/2020 οριστική απόφαση, έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το αιτηθέν απ' αυτόν ποσό των 40.000 ευρώ.
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 1347/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο ... στις ..., από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα. Από τον Αύγουστο του έτους 2004 η έγγαμη συμβίωση διασπάστηκε, με οριστική πρόθεση διακοπής της, διαμένοντας έκαστος σε διαφορετική οικία (βλ.
την υπ' αριθ. 1411/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία λύθηκε αμετάκλητα ο γάμος τους καθώς και σχετική αναφορά της ιδίας της εναγομένης για τον χρόνο έναρξης της οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης στην από 7.12.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου).
Παρά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και τη μετέπειτα λύση της, οι διάδικοι είχαν καλές διαπροσωπικές σχέσεις, έχοντας ως πρώτιστο μέλημα την ομαλή ενηλικίωση και διαπαιδαγώγηση των δύο ανήλικων τότε τέκνων τους ... και .... Το έτος 2010 ο ενάγων πώλησε δύο ακίνητα που βρίσκονται στην ..., στο ένα εκ των οποίων ήταν συγκύριος με τον αδελφό του Φ.
Φ., και είχε αποκομίσει ένα σεβαστό χρηματικό ποσό (βλ. το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ο. με πωλητές τον ίδιο και τον αδελφό του και τίμημα 247.428 ευρώ και το υπ' αριθ. 10462/16.7.2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Κ.-Τ., με το οποίο ο ενάγων πώλησε διώροφη οικοδομή με υπόγειο στη θέση "Άγιος Νικόλαος" ...
με τίμημα 253.842,20 ευρώ). Από τα ποσά που είχε αποκομίσει κατά τα ανωτέρω ο ενάγων, στις 19.11.2010 κατέβαλε στην εναγόμενη το ποσό των 150.000 ευρώ, δια μεταφοράς από τον προσωπικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς, στον λογαριασμό που τηρούσε η τελευταία στην ίδια τράπεζα. Το ποσό τούτο κατέβαλε ο ενάγων ως άτοκο δάνειο στην εναγομένη, προκειμένου η τελευταία να αγοράσει μια διπλοκατοικία στην ..., χτισμένη επί οικοπέδου 750 τμ, την οποία θα χρησιμοποιούσε ως κατοικία δική της και των δύο τέκνων τους.
Για το λόγο δε αυτό η εναγομένη υπέγραψε την από 19.11.2010 υπεύθυνη δήλωση στην οποία δήλωνε ότι έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των 150.000 ευρώ ως άτοκο δάνειο, το οποίο θα αποπλήρωνε τμηματικά σε 150 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 1000 ευρώ εκάστη, αρχής γενομένης από 19.11.2013. Με το ως άνω χρηματικό ποσό, η εναγομένη πράγματι στις 19.11.2010 προέβη στην αγορά ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., επί της οποίας είχε ανεγερθεί αυθαίρετη διώροφη οικοδομή με σοφίτα, επιφάνειας του ισογείου ορόφου 105 τμ και του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου 82,11 τμ.
Στον πρώτο όροφο του ως άνω ακινήτου, από τον Δεκέμβριο του 2013 διέμενε και ο ενάγων, κατόπιν παραχώρησής του από την εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αν και παρήλθε η συμφωνημένη ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης (19.11.2013), η εναγομένη, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, ως όφειλε, το ποσό των 1000 ευρώ, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, ενώ έκτοτε και έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής κατέστησαν ληξιπρόθεσμες συνολικά 40 δόσεις, δεδομένου ότι η εναγομένη ουδέν ποσό κατέβαλε παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντος.
Και ενώ η εναγομένη όφειλε στον ενάγοντα κατά τα ανωτέρω ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου, στις 6.10.2016 επέδωσε στον τελευταίο την από 4.10.2016 εξώδικη πρόσκληση-καταγγελία με την οποία δήλωσε ότι καταγγέλλει τη σύμβαση παραχώρησης και αιτήθηκε την απόδοση της χρήσης της οικίας του πρώτου ορόφου. Στις 4.11.2016 ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη την από 3.11.2016 εξώδικη απάντησή του με την οποία ισχυρίστηκε ότι από τον Δεκέμβριο του 2013 που του παραχωρήθηκε η χρήση της οικίας, έκανε καλή και συνετή χρήση αυτής, ότι ουδέποτε η εναγομένη είχε διαμαρτυρηθεί για κακή χρήση, απέκρουσε δε την καταγγελία ως καταχρηστική για το λόγο ότι η εξωδίκως καλούσα δεν είχε επικαλεσθεί σπουδαίο λόγο για απόδοση της οικίας.
Ακολούθως η τελευταία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου την από 7.12.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία αιτήθηκε την απόδοση της νομής του πρώτου ορόφου της οικίας και τη βίαιη αποβολή του ενάγοντος από αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, στις 6.2.2017, οι διάδικοι συμφώνησαν να αποδώσει ο ενάγων τη νομή του ακινήτου εντός προθεσμίας ενός έτους ήτοι μέχρι 5.2.2018.
Η εναγομένη αρνείται ότι συνήφθη οποιαδήποτε έγγραφη ή προφορική σύμβαση δανείου με τον ενάγοντα, διατείνεται δε ειδικότερα ότι ουδέποτε έθεσε την υπογραφή της στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση, η οποία συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον ενάγοντα κατ' απομίμηση της δικής της υπογραφής. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το ποσό των 150.000 ευρώ πράγματι της το κατέβαλε ο ενάγων όχι όμως λόγω δανείου αλλά αναγνωρίζοντας τη συμβολή της στις οικογενειακές ανάγκες κατά τη διάρκεια του επί οκταετία κοινού τους βίου (ήτοι από 2002 μέχρι 2010) και στα πλαίσια της συναινετικής επίλυσης όλων των θεμάτων που απορρέουν από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, υπό την προϋπόθεση αγοράς εκ μέρους της ακινήτου, το οποίο θα παρέμενε στα παιδιά τους.
Οι ισχυρισμοί αυτοί, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ως ήδη έχει λεχθεί, η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διήρκεσε δύο έτη και η οριστική διάσπαση αυτής επήλθε τον Αύγουστο του 2004, όπως άλλωστε έχει κριθεί αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 1411/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξάλλου, τούτο το αφετήριο χρονικό σημείο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων με οριστική πρόθεση διακοπής της, αναφέρει η ίδια η εναγομένη στην από 7.12.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου.
Περαιτέρω, όπως σαφώς προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου Π. Λ., η οποία (πραγματογνωμοσύνη) διατάχτηκε με την υπ' αριθ. 12071/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η υπογραφή η οποία ετέθη στην υπεύθυνη δήλωση έχει χαραχθεί από το χέρι της εναγομένης και αποτελεί γνήσια υπογραφή της.
Η διαπίστωση δε της πραγματογνώμονα, ότι η υπεύθυνη δήλωση έχει συνταχθεί σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις (αφενός της σύνταξης του κειμένου και αφετέρου της υπογραφής), δεν αναιρεί τα ανωτέρω, διότι ο ενάγων συνομολογεί πως ο ίδιος έγραψε το κείμενο της υπεύθυνης δήλωσης και η υπογραφή ετέθη από την εναγομένη αργότερα.
Στο ίδιο συμπέρασμα της γνησιότητας της υπογραφής καταλήγει μετά βεβαιότητας και ο Ειδικός Δικαστικός Γραφολόγος Π. Κ. στην οποία 25.7.1997 τεχνική του έκθεση υπό τον τίτλο "Βεβαίωση Γραφολογικής Διερεύνησης" που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την από 29.9.2017 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου ... ...
που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην υπεύθυνη δήλωση δεν έχει τεθεί από το χέρι της εναγομένης, αλλά από άλλο πρόσωπο, με προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης κάποιας γνήσιας υπογραφής της, για το λόγο ότι η ανωτέρω πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό με την επιφύλαξη περαιτέρω γραφολογικής εξέτασης του επίδικου εγγράφου από το πρωτότυπο, με ειδικά όργανα και συσκευές.
Αξίζει εν προκειμένω να σημειωθεί η αντιφατικότητα των ισχυρισμών της εναγομένης. Συγκεκριμένα, ενώ η ίδια κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία εκδόθηκε η μη οριστική υπ' αριθ. 12071/2018 απόφαση, αμφισβήτησε την υπογραφή της καθώς και όλο το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο κείμενο, ακολούθως κατά τη συζήτηση που διεξήχθη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη, ισχυρίστηκε ότι και αν ακόμη είχε τεθεί από εκείνη η υπογραφή, είχε υπογράψει ενδεχομένως σε υπεύθυνη δήλωση χωρίς κείμενο.
Περαιτέρω, για την εν λόγω υπεύθυνη δήλωση, η εναγομένη υπέβαλε σε βάρος του ενάγοντος την από 18.7.2007 έγκληση, εκδόθηκε δε σχετικά το υπ' αριθ. 1364/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο το Συμβούλιο, αφού έκρινε ότι η υπεύθυνη δήλωση φέρει τη γνήσια υπογραφή της εναγομένης-εγκαλούσας, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του ενάγοντος για τα αδικήματα:
α) της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό πορισμού οφέλους και πρόκλησης βλάβης άνω των 120.000 ευρώ και β) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο με επιδιωχθέν όφελος και απειληθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 40.000 ευρώ (ήτοι 40 ληξιπρόθεσμες δόσεις από 19.11.2013 μέχρι την άσκηση της αγωγής Χ 1000 ευρώ εκάστη)(...)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή του και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το αιτηθέν απ' αυτόν ποσό των 40.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 806 ΑΚ, και ειδικότερα περί της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 150.000 ευρώ ως άτοκο δάνειο, το οποίο αυτή ανέλαβε να αποδώσει τμηματικά σε 150 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 1000 ευρώ εκάστη, αρχής γενομένης από 19.11.2013, πλην, όμως, αν και παρήλθε η συμφωνημένη ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης (19.11.2013), η αναιρεσείουσα, δεν κατέβαλε στον αναιρεσείοντα, ως όφειλε, το ποσό των 1000 ευρώ, ενώ έκτοτε και έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής κατέστησαν ληξιπρόθεσμες συνολικά 40 δόσεις, χωρίς αυτή να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ακόλουθες παραδοχές, ήτοι:
α) ότι ο αναιρεσίβλητος στις 19.11.2010 κατέβαλε στην αναιρεσείουσα ως άτοκο δάνειο το ποσό των 150.000 ευρώ, δια μεταφοράς από τον προσωπικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς, στον λογαριασμό που τηρούσε η τελευταία στην ίδια τράπεζα, β) ότι η αναιρεσείουσα υπέγραψε την από 19.11.2010 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δήλωνε ότι έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των 150.000 ευρώ ως άτοκο δάνειο, το οποίο θα αποπλήρωνε τμηματικά σε 150 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 1000 ευρώ εκάστη, αρχής γενομένης από 19.11.2013, γ) ότι αν και παρήλθε η συμφωνημένη ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης (19.11.2013), η εναγομένη, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, ως όφειλε, το ποσό των 1000 ευρώ, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, ενώ έκτοτε και έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής κατέστησαν ληξιπρόθεσμες συνολικά 40 δόσεις, δεδομένου ότι η εναγομένη ουδέν ποσό κατέβαλε παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντος, δ) ότι η υπογραφή στην υπεύθυνη δήλωση έχει χαραχθεί από το χέρι της εναγομένης και αποτελεί γνήσια υπογραφή της, συντάχθηκε δε το εν λόγω έγγραφο σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις, δηλαδή πρώτα έλαβε χώρα η σύνταξη του κειμένου από τον αναιρεσίβλητο και ακολούθως ετέθη η υπογραφή από την αναιρεσείουσα.
Κατά συνέπεια ο τέταρτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, όπως και ο συναφής δωδέκατος λόγος, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές επικαλούμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτοι, διότι αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που σχετίζονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με τον ως βάσιμο κριθέντα από το δικαστήριο της ουσίας αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνάψεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δανείου.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εαν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996 ΕλλΔνη 1996.1319, ΑΠ 1434/2010) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 282/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός και ιδίως στην περίπτωση της μη λήψης υπόψη πραγματικού ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα, θα πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1399/2017), ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκε ή επαναφέρθηκε, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση.
Με τον τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον υπ' αυτής προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό ότι για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η υπογραφή της στην κρίσιμη υπεύθυνη δήλωση ήταν γνήσια, αυτή είχε υπογράψει εν λευκώ και ότι ο αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε μεταγενέστερα το έγγραφο νοθεύοντας αυτό, άλλως, αν ήθελε θεωρηθεί ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά τον σχετικό ισχυρισμό της, δεν διέλαβε ουδεμία περί αυτού αιτιολογία, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια που ιδρύει τον εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αν αυτός επαναφέρθηκε, πότε και πώς, στο Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον αντέκρουσε, απορρίπτοντας αυτόν με ειδικές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφενός μεν λόγω της αντιφατικότητας αυτού, σε σχέση με τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης αντίστοιχο ισχυρισμό, με τον οποίο αυτή αμφισβήτησε την υπογραφή της καθώς και όλο το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο κείμενο, αφετέρου δε και με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς εκείνα που προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα για την στοιχειοθέτησή του και δη ότι αυτή υπέγραψε την επίμαχη υπεύθυνη δήλωση, το κείμενο της οποίας είχε γραφεί προηγουμένως από τον αναιρεσίβλητο.
ΙΙΙ.Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, εξώδικη ομολογία, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, και όχι τρίτου προσώπου, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ως αληθές ένα γεγονός αμφισβητούμενο το οποίο βλάπτει τα έννομα συμφέροντα αυτού που ομολογεί. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι αυτός που εξωδίκως ομολόγησε επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός είχε πρόθεση ομολογίας, δεν είναι απαραίτητο να βεβαιώνεται ρητώς και πανηγυρικώς στην απόφασή του, ούτε να αιτιολογείται η κρίση ότι από συγκεκριμένο έγγραφο, που προσκομίσθηκε με επίκληση από τους διαδίκους, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1218/2020).
Ο εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δε λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 767/2014, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 2191/2007).
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης θα πρέπει στο αναιρετήριο: α) να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, β) να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του (ΑΠ 960/2017, ΑΠ 1264/2017) και ο πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1324/2011), γ) να αναφέρεται κατά τρόπο ορισμένο ότι έγινε νόμιμη επίκληση, ακόμη κι αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1511/2011, ΑΠ 675/2019), δ) να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 901/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος στην από 3-11-2016 εξώδικη απάντησή του, στην από 4-10-2016 εξώδικη όχλησή της να της αποδώσει τη χρήση μέρους της οικίας στην οποία του είχε επιτρέψει να εγκατασταθεί, ομολόγησε ότι διαμένει στην οικία, όχι γιατί της δάνεισε το ποσό των 150.000 ευρώ με τον όρο της διαμονής του σ'αυτήν μέχρι την αποπληρωμή του δανείου, όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή του, αλλά κατόπιν προφορικής συμφωνίας να πληρώνει τους λογαριασμούς της οικίας, παρ' όλα αυτά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την παραπάνω ομολογία του αναιρεσιβλήτου, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του ιδρύει τον εκ του αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο (κατά λέξη) του εγγράφου, ούτε ότι αυτό προσκομίστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ή του αναιρεσιβλήτου ούτε και ότι η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε την ομολογία του αντιδίκου της στο Εφετείο και ποιος ήταν ο ισχυρισμός της, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο.
Προσέτι, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 470/2022). Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα, ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την ως άνω εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου (πλην της από 21.7.2017 υπεύθυνης δήλωσης της Δ.
Α., που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ενάγων/εκκαλών, την οποία δεν έλαβε παντελώς υπόψη, καθόσον έκρινε ότι δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη, για την οποία όμως δεν γίνεται λόγος εν προκειμένω). Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ότι υπέπεσε στην από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τα πέντε έγγραφα που μνημονεύει στο αναιρετήριο, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η υπογραφή στην από 19-11-2010 υπεύθυνη δήλωση δεν ήταν δική της και ότι αν τα είχε λάβει υπόψη του το δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση.
Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος καθόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα προσαχθέντα με επίκληση έγγραφα, η δε διαπίστωση της γνησιότητας ή μη της υπογραφής της αναιρεσείουσας στο κρίσιμο έγγραφο, ανατέθηκε από το δικαστήριο στην έχουσα τις ιδιάζουσες γνώσεις δικαστική πραγματογνώμονα, η οποία κατέθεσε την υπ'αριθ. ...
έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία, μαζί με τις υπόλοιπες προσκομισθείσες τεχνικές εκθέσεις, έλαβε υπόψη της και εκτίμησε προσηκόντως η προσβαλλομένη και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα. Περαιτέρω, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη της, αν και αναφέρει, τρία αποδεικτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνυόταν, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ο αληθής χρόνος διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του εκ του αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει το περιεχόμενο των επικαλουμένων εγγράφων, υπό την επίφαση δε της ανωτέρω πλημμέλειας η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει, ανεπιτρέπτως την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Πέραν τούτου, όπως αναφέρθηκε, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και συνεπώς είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Ακόμη, με τον δέκατο τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πιο πάνω, από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αν και τα αναφέρει, τα εκεί μνημονευόμενα αποδεικτικά έγγραφα ήτοι τρείς ένορκες βεβαιώσεις και την από 29-9-2017 έκθεση της δικαστικής γραφολόγου ... ....
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη απόφαση έκανε μνεία των σχετικών εγγράφων και ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι τα έλαβε υπόψη της και τα εκτίμησε αναλόγως σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα αποδεικτικά έγγραφα, καταλήγοντας στο αποδεικτικό της πόρισμα.
IV.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 352 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Εξάλλου, από το άρθρο 353 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σύνθετη ομολογία είναι εκείνη, όταν ο διάδικος παραδέχεται τα θεμελιωτικά ισχυρισμών του αντιδίκου του περιστατικά, αλλά επικαλείται και άλλα που περιέχονται στους ισχυρισμούς του αντιδίκου του και τα οποία συνθέτουν προσθήκη ή περιορισμό ωφέλιμο γι' αυτόν (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 791/2017, ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 1747/2013).
Στην περίπτωση της σύνθετης ομολογίας, αυτή παράγει πλήρη αποτελέσματα σχετικά με τον ομολογούμενο επιβλαβή ισχυρισμό και δεν θίγεται από την παρεμβολή σ' αυτήν του αυτοτελούς ισχυρισμού, με του οποίου την απόδειξη βαρύνεται ο ομολογών (ΑΠ 593/2021). Αν το πραγματικό γεγονός, το ωφέλιμο για εκείνον που ομολογεί, δεν είναι αυτοτελές, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την ομολογία (ΑΠ 24/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (OλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1088/2019).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 433/2019). Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά (ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη του ομολογία του αναιρεσιβλήτου επωφελούς γι'αυτόν πραγματικού περιστατικού, ήτοι της υπογραφής από αυτήν της κρίσιμης υπεύθυνης δήλωσης.
Άλλως ότι υπέπεσε στην παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 12 λόγο αναίρεσης παραβιάζοντας τον νόμο σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας αναφορικά με την υπογραφή του κρισίμου ως άνω εγγράφου. Αλλως ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του την ομολογία, καίτοι ο αναιρεσίβλητος δεν την είχε επικαλεστεί, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ (καθώς και πρώτο σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας (εναγομένης) ότι ουδέποτε έθεσε την υπογραφή της στην υπεύθυνη δήλωση, αλλά αυτή συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον ενάγοντα κατ' απομίμηση της δικής της υπογραφής, το Εφετείο δέχθηκε ότι από την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε κατόπιν προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι η υπογραφή στην υπεύθυνη δήλωση ετέθη πράγματι από την αναιρεσείουσα και ότι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε σε δύο φάσεις (αφενός της σύνταξης του κειμένου και αφετέρου της υπογραφής), δεχόμενο περαιτέρω ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) συνομολογεί πως ο ίδιος έγραψε το κείμενο της υπεύθυνης δήλωσης και η υπογραφή ετέθη από την αναιρεσείουσα αργότερα.
Από το περιεχόμενο αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο έκρινε πως επρόκειτο για σύνθετη ομολογία, η οποία, εκτός από το επιζήμιο γεγονός για τον αναιρεσίβλητο, που ομολόγησε τη γραφή του κειμένου από τον ίδιο, περιέχει και άλλο πραγματικό γεγονός, που δεν είναι αυτοτελές, αλλά συνιστά άρνηση του προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ως άνω ισχυρισμού, εκτίμησε δε την ομολογία αυτή ελεύθερα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ'άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από όση απονέμει στην ανωτέρω σύνθετη ομολογία ο νόμος.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ.11α, 11β και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο έβδομος λόγος κατά το πρώτο αυτού σκέλος εκ του αριθ. 11β του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. V. Κατά τη διάταξη του αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη.
Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.
Διαφορετικά ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (ΑΠ 410/2016, 2016/2017). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με το πρώτο σκέλος για παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και συγκεκριμένα ότι το εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της, που πρότεινε πρωτοδίκως και κατ' έφεση ότι δηλ.
το ποσό των 150.000 ευρώ δεν ήταν δάνειο αλλά αξίωσή της για συμμετοχή στα αποκτήματα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, που διήρκεσε από τη σύναψη του γάμου τους στις 13-8-2002 έως και την οριστική διάσπαση που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2010, με την κρίση οτι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 2004, την οποία στήριξε σε δεδικασμένο το οποίο παρήχθη από την υπ'αριθ. 1411/2013 απόφαση του του Πολυμελούς Πρωτοδικείου με την οποία λύθηκε ο γάμος τους, υποπίπτοντας έτσι στην ως άνω μνημονευομένη πλημμέλεια.
Με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη το ως άνω δεδικασμένο χωρίς να το έχει προτείνει ο αναιρεσίβλητος. Ωστόσο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε σκέψη και δεν εξέφερε θετική ή αρνητική κρίση περί δεδικασμένου που απορρέει από την περί διαζυγίου απόφαση, αλλά εκτιμώντας και λαμβάνοντας αυτήν υπόψη της ως έγγραφο, όπως και την από 7.12.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, κατέληξε στην δικανική κρίση σχετικά με το πότε διασπάστηκε οριστικά ή μεταξύ των διαδίκων έγγαμη συμβίωση.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ανεξαρτήτως του ότι το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ). VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).
Συνεπώς, αν το δικαστήριο συνεκτίμησε ο έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική του αξία, ο λόγος είναι αβάσιμος (ΑΠ 1416/2017). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 922/2018).
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 918/2019, ΑΠ 936/2017). Εξάλλου ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων από το δικαστήριο ιδρύει τον από την άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται τ` αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ έγγραφα. Τέτοιο όμως έγγραφο δεν είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού αυτή συνιστά αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 288/2011, ΑΠ 421/2018, ΑΠ 1572/2018). Διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται στην παρούσα ως αποδεικτικά, είτε προς άμεση απόδειξη (π.χ.αγωγή ή προτάσεις άλλης δίκης, που περιέχουν ομολογία ή αποφάσεις επί άλλων δικών μεταξύ των ιδίων διαδίκων ΑΠ 1456/2013, ΑΠ 402/2004 ΝοΒ 2005.668).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), β) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ο δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, στ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 1288/2017, ΑΠ 1339/2017, ΑΠ 867/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δέχθηκε ότι η υπογραφή την οποία έφερε η από 19-11-2010 υπεύθυνη δήλωση είχε τεθεί από την αναιρεσείουσα και ότι, με βάση αυτήν, έκρινε ότι το ποσό των 150.000 ευρώ της καταβλήθηκε ως άτοκο δάνειο από τον αναιρεσίβλητο.
Ότι την κρίση της αυτή στήριξε αποκλειστικά στην υπ'αριθ. ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος που όρισε η υπ'αριθ. 12071/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία εσφαλμένα ανέγνωσε υποπίπτοντας σε σφάλμα που ιδρύει τον εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Επικουρικά ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω έκθεση υποπίπτοντας στην πλημμέλεια που ιδρύει τον εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε στην υπό VΙ μείζονα πρόταση, οι γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, ώστε ενδεχόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου τους να θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο επικουρικά, από τον αριθ. 11γ, προβαλλόμενος λόγος είναι πρωτίστως επίσης απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν μνημονεύει το περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου, ούτε αναφέρει ότι το προσκόμισε παραδεκτά ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της το συγκεκριμένο έγγραφο και μάλιστα στήριξε την κρίση της, κυρίως, επ' αυτού.
Επίσης, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραμόρφωση του δικογράφου της από 7-12-2016 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, με την οποία ζητούσε να καταδικασθεί ο καθού και νυν αναιρεσίβλητος να της αποδώσει τη νομή της οικίας που βρίσκεται επι της οδού ...
στο Δήμο ..., υποπίπτοντας στην πλημμέλεια που ιδρύει τον εκ του αριθ. 20 λόγο αναίρεσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι ως έγγραφα, για την παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων συγχωρείται αναίρεση κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, νοούνται, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα με τα άρθρα 339 και 432 επ.
του ίδιου Κώδικα και τέτοια δεν είναι οι αιτήσεις των διαδίκων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ούτε οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται στις αιτήσεις αυτές για την ίδια υπόθεση.
Εν προκειμένω η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων υποβλήθηκε στα πλαίσια της όλης μεταξύ τους αντιδικίας. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι έγινε επίκληση του εγγράφου αυτού στην κατ'έφεση δίκη, ούτε αναφέρει κατά λέξη το αληθές περιεχόμενο αυτού και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική του αξία. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου, τις οποίες προσκομίζει, προκύπτει ότι αυτός προσκόμισε με επίκληση ως σχετικό υπ'αριθ. 43 την από 7-12-2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της αναιρεσείουσας εναντίον του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου. Επομένως ο λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο αυτού σκέλος, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη διότι έλαβε υπόψη της έγγραφο που δεν προσκομίστηκε (αρθ. 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος. V
ΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας , ήτοι οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων κα των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου (ΑΠ 797/2014, ΑΠ 726/2016) και προς τα οποία εξομοιώνονται οι κανόνες της τυπικής λογικής (ΑΠ 1142/2006, ΑΠ 229/2010), δεν αποτελούν κανόνες δικαίου.
Γι'αυτό και η παράβασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2017). Λόγο αναίρεσης ιδρύει, αντιθέτως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Οταν τα διδάγματα αυτά άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ` αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 334/2019, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 444/2014).
Με τους ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους παραπονείται η αναιρεσείουσα για παράβαση που ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος της έδωσε το ποσό των 150.000 ευρώ λόγω δανείου, απορρίπτοντας έτσι τον ισχυρισμό της ότι αυτός της έδωσε το συγκεκριμένο ποσό λόγω συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες και όχι ως δάνειο και, συνεπώς, δεν οφείλει στον αναιρεσίβλητο το εν λόγω ποσό, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού η αποδιδόμενη πιο πάνω αιτίαση δεν αφορά παραβίαση διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημά του (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2022 αίτηση της Γ. Μ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 840/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο .Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ