Supreme Court partially allows appeal on lighter punishment grounds under new lenient law, remanding for new sentencing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a mixed criminal court decision regarding sentencing and the rejection of a statutory mitigation claim. The appellant argued that the lower court failed to apply the newer, more lenient law (Law 4620/2019) which replaced the previous 'honorable life' standard with a 'lawful life' criterion. The court agreed that the lower court's decision lacked specific reasoning for rejecting the mitigation claim and failed to apply the beneficial new legislation retroactively. Consequently, the court set aside the sentencing and mitigation rulings while dismissing the remaining appeal grounds and remanded the case for a new trial on the affected issues.
Legislator headnote
AI generatedArt. 306(1) para. 2a Penal Code; Art. 4620/2019: When a new, more lenient criminal law enters into force after a judgment, the court must apply it ex officio if it benefits the defendant, even if the original judgment rejected a statutory mitigation claim without specific reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1759 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1759/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργίου, για αναίρεση της υπ'αριθ.451, 479/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Π., ως δικαστική συμπαραστάτρια της Μ. Π., η οποία δεν παρέστη. ..... Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 4357/10-4-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 735/19.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε: Α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική διάταξη της για αναγνώριση στον αναιρεσείοντα του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής για το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε, Β) να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της τόσο για τον αναιρεσείοντα όσο και για την συγκατηγορούμενη του Ό. Μ. του Σ., για την τελευταία μόνο για τη διάταξη περί επιβολής ποινής για το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε και Γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-4-2019 και με αριθμ.πρωτ.4357/10-4-2019 ασκηθείσα με δήλωση στον Εισαγγελέα στου Αρείου Πάγου, αίτηση του Ι Π. του Ν. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 451,479/2018 αποφάσεως του Α'Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Σημειώνεται ότι η συζήτηση αυτής γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καίτοι δεν εμφανίστηκε η πολιτικώς ενάγουσα Ι. Π., δικαστική συμπαραστάτρια της κατωτέρω Μ. Π., παρότι νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητεύθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο [βλ από 25-6-2019 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ.].
Κατά το άρθρο 306 παρ.1 του Π Κ, όπως ισχύει από 1-7-2019 [ν.4619/2019], "όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει την υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών".
Από τη διάταξη αυτή, η οποία τυγχάνει ευμενέστερη της αντίστοιχης [που προέβλεπε κάθειρξη έως δέκα ετών] διάταξης του προισχύσαντος Π.Κ, εφ'όσον το εν λόγω έγκλημα έχει πλέον τον χαρακτήρα πλημμελήματος, προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκθέσεως, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως τελείται με δύο τρόπους και ειδικότερα, είτε με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί αβοήθητος [έκθεση εν στενή έννοια], είτε με την άφεση αβοήθητου του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία κλπ του δράστη.
Η έννοια των φράσεων του νόμου "καθιστά αβοήθητο" είναι ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργείται κατάσταση "ενδεχόμενου" κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος ή επιτάσεως του επισυμβάντος κινδύνου. Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της εκθέσεως, υπάρχει όταν με μια θετική ενέργεια [ή παράλειψη] του δράστη, το θύμα μεταφέρεται από μία σχετικώς ασφαλή θέση σε μία άλλη ανασφαλή και έτσι εκτίθεται σε κίνδυνο ή ζωή ή η υγεία του.
Η αβοήθητη θέση στην οποία περιάγεται το θύμα, πρέπει να είναι τέτοια, που να μην μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του και να αναμένεται με ασφάλεια ή έστω μεγάλη πιθανότητα βοήθεια απ'έξω για την αποτροπή του κινδύνου. Το έγκλημα της εκθέσεως, ως έγκλημα ενεργείας, μπορεί να τελεσθεί και με παράλειψη [άρθρο 15 ΠΚ] αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος.
Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από το νόμο, σύμβαση ή από προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου [άρθρο 15 ΠΚ]. Ο δεύτερος δε τρόπος πραγματώσεως του εγκλήματος [η άφεση του θύματος αβοήθητου], ως έγκλημα γνήσιο παραλείψεως, διαρκές και ουσιαστικό [αφού το αποτέλεσμα είναι η διακινδύνευση αυτού], συντελείται, όταν ο δράστης αφήνει αβοήθητο πρόσωπο, δηλαδή δεν παύει ή δεν εξουδετερώνει τον κίνδυνο που ήδη απειλεί τη ζωή ή την υγεία του προσώπου που έχει υπό την προστασία του ή έχει την υποχρέωση διατροφής ή περίθαλψης ή μεταφοράς του.Σε αντίθεση με την έκθεση εν στενή έννοια, εδώ το θύμα βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου, χωρίς και πάλι να είναι πιθανή από αλλού η βοήθειά του.
Για την πραγμάτωση του δεύτερου αυτού τρόπου τελέσεως του εγκλήματος της εκθέσεως δεν είναι απαραίτητο να εγκαταλειφθεί, με την έννοια του τοπικού χωρισμού, το θύμα αβοήθητο, αλλ'αρκεί να αφεθεί τούτο αβοήθητο. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκθέσεως απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο, έστω και ενδεχόμενο, να προβλέπει, δηλαδή, ως ενδεχόμενο και να αποδέχεται τον κίνδυνο ή και την επίταση του ήδη υπάρχοντος κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του θύματος και όχι το θάνατο ή τη σωματική του βλάβη, γιατί, αν συμβαίνει το δεύτερο, τότε δεν υπάρχει το έγκλημα της εκθέσεως αλλά το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης [ΑΠ 1503/2002].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του Π.Κ "με δόλο [με πρόθεση] πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο Ποινικός Κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, το μεν, ότι ο δράστης προέβλεψε, ως δυνατό, το εγκληματικό αποτέλεσμα, εξαιτίας της πράξης του ή της παράλειψής του, το δε, ότι το αποδέχθηκε.
Η συνδρομή, όμως, του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αναδέχθηκε την παράλειψή του, δίχως, να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η έννοια του δόλου, είτε άμεσου, είτε ενδεχόμενου συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος και τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι ισότιμα και στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, οπότε και δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά, αδιάφορο, παραβίαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξης ή της παράλειψής του δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του εκ των ενεργειών αυτών προβλεφθέντος, ως δυνατόν να επέλθει, εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε [ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1926/2004].
Τέλος, κατά το άρθρο 15 του Π Κ, το οποίο προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα, ή μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξαιτίας της παραλείψεως ισοδυναμεί νομικώς με την με ενέργεια παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη από το νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Προϋποτίθεται ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φαντασθούμε ότι, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν [ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 1193/2003].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του ίδιου Κώδικα όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Για τη στοιχειοθέτηση, επομένως, απλής συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής. Έτσι για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει την ποινικά άδικη πράξη, για την εξ υποκειμένου δε στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας απαιτείται δόλος του συνεργού, συνιστάμενος στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση του εγκλήματος, χωρίς να είναι ανάγκη να γνωρίζει λεπτομέρειες της πράξης και ιδίως πότε, πού και υπό ποιες συνθήκες θα τελεσθεί από τον αυτουργό της πράξης [ΑΠ 1048/2019, ΑΠ 1592/2017].
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ'επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η συνδρομή του δόλου όσον αφορά το έγκλημα της έκθεσης και της απλής συνέργειας σ'αυτήν δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία.
Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία ενυπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ'είδος [ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία πρώτης κατηγορουμένης], αποδείχθηκε ότι: "η πρώτη κατηγορουμένη άφησε αβοήθητη την παθούσα Μ.
Π., αφού δεν εξουδετέρωσε τον κίνδυνο που ήδη απειλούσε την υγεία της, καθόσον έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση μετά από σύμβαση που είχε συνάψει με τη μητέρα της παθούσας να την διατρέφει και περιθάλπει. Είχε δε δόλο ενδεχόμενο για το βασικό έγκλημα της έκθεσης, αφού προέβλεπε και αποδεχόταν ως ενδεχόμενο τον κίνδυνο για την υγεία της παθούσας και επέδειξε αμέλεια για το βαρύτερο αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη της παθούσας [ακρωτηριασμός αριστερού κάτω άκρου, όπως αναλυτικά περιγράφεται στην ιατροδικαστική έκθεση], η οποία επήλθε με παράλειψη, αφού παρέλειπε να φροντίζει και περιθάλπει το θύμα ως είχε υποχρέωση.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, [ήδη αναιρεσείων], με την παραμονή του πλησίον της κατηγορουμένης της παρείχε ηθική στήριξη, γνωρίζοντας ότι από τις παραλείψεις από τις πράξεις της πρώτης κατηγορουμένης και τη δική του συνδρομή ήταν ενδεχόμενο να επέλθει βαριά σωματική βλάβη του θύματος Μ. Π., που όφειλε να αποτρέψει, αφού η πρώτη κατηγορουμένη με συμφωνία μαζί του, τον είχε προσλάβει για τη φροντίδα της παθούσας κατά τη διάρκεια της απουσίας της στο Νοσοκομείο.
Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, η πρώτη της αξιόποινης πράξης της έκθεσης σε βαθμό κακουργήματος, τελεσθείσας δια παραλείψεως, που προκάλεσε στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη της υγείας της και ο δεύτερος της απλής συνέργειας στην παραπάνω πράξη, όπως τα πραγματικά περιστατικά της κατηγορίας διευκρινίζονται παρακάτω στο διατακτικό της απόφασης".
Ακολούθως κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους και ειδικότερα την πρώτη κατηγορουμένη του ότι: "Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο τέλεσε αδίκημα από πρόθεση το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα : στην ..., σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου κείμενης επί της οδού ...
πολυκατοικίας, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Απριλίου 2014 έως 08/07/2014, με πρόθεση ενεργώντας, έχοντας αναλάβει την περίθαλψη και φροντίδα της Μ. Π., ατόμου με ειδικές ανάγκες, κατόπιν συμφωνίας με την ήδη αποβιώσασα μητέρα της παθούσας την άφησε αβοήθητη, την τοποθέτησε σε κλίνη, στο χώρο του μπαλκονιού, εντός του φωταγωγού, περιστοιχίζοντας την από σεντόνια, νάυλον και πλαστικές κουρτίνες μπάνιου, εκθέτοντας με τον τρόπο αυτό σε δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης και αναγκάζοντας την να υπομένει εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, αφήνοντας την ημίγυμνη, αφυδατωμένη, υποσιτισμένη και εξουθενωμένη, τηρώντας ελάχιστα τις συνθήκες υγιεινής, χωρίς ιατρική βοήθεια και φαρμακευτική αγωγή, παρά την παραπληγία και τη χρόνια σχιζοφρενική ψύχωση από την οποία έπασχε.
Στην πράξη της αυτή προέβη ενώ γνώριζε ότι από τις πράξεις και τις παραλείψεις της αυτές ενδέχεται να επέλθει η βαρεία σωματική βλάβη, η οποία και επήλθε, που αποδεχόταν. Είχε δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει το αποτέλεσμα αυτό παρέχοντας της τη δέουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τροφή και νερό, καθώς και να τοποθετήσει πάλι το κρεβάτι της εντός της οικίας, η δε υποχρέωση αυτή προκύπτει αφενός από τη συμφωνία που είχε κάνει με τη μητέρα της παθούσας Π.
Π., ενόσω ακόμα ζούσε, για να φροντίζει και να περιθάλπει την κόρη της και αφετέρου από την προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια της, της κατ' εξακολουθητικής έκθεσης σε αβοήθητη κατάσταση. Από τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις της η Μ. Π. υπέστη εκσεσημασμένη απίσχναση, βαριά μικροκυτταρική αναιμία (Hct 18%), γενικευμένες κατακλίσεις ράχης, λεκάνης, ισχίων, πτερνών, γονάτων, ανοικτά τραύματα δεξιάς και αριστερής καταγόνυ άρθρωσης, γενικευμένη καχεξία, καθώς και βαριές λοιμώξεις μαλακών μορίων, σωματικές βλάβες δηλαδή ιδιαίτερα βαριές, συνεπεία των οποίων υπήρξε αναγκαίος και ιατρικά ενδεδειγμένος ο αναπόφευκτος ακρωτηριασμός αριστερού κάτω άκρου από τη μεσότητα του μηρού, με σκοπό την αποφυγή γάγγραινας του σκέλους αυτού".
Τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι: "Κατά τον κατωτέρω τόπο και χρόνο παρείχε συνδρομή στη συγκατηγορουμένη του κατά την τέλεση άδικης πράξης που αυτή διέπραξε. Συγκεκριμένα με πρόθεση ενεργώντας στην ... διαμένοντας σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου κείμενης επί της οδού ... Β' πολυκατοικίας κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Απριλίου 2014 έως 8/7/2014 με την πρώτη κατηγορουμένη και τη Μ.
Π., άτομο με ειδικές ανάγκες, τη φροντίδα του οποίου είχε αναλάβει την περίθαλψη και τη φροντίδα η πρώτη κατηγορουμένη κατόπιν συμφωνίας με την αποβιώσασα μητέρα της τελευταίας, και q ίδιος μετά από συμφωνία με τη συγκατηγορουμένη του, παρείχε ψυχική συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη, η οποία, τοποθέτησε την κλίνη της παθούσας στο χώρο του μπαλκονιού, εντός του φωταγωγού, περιστοιχίζοντας την από σεντόνια, νάυλον και πλαστικές κουρτίνες μπάνιου, υποβάλλοντας την σε δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης και αναγκάζοντας την να υπομένει εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, αφήνοντας την ημίγυμνη, αφυδατωμένη, υποσιτισμένη και εξουθενωμένη, τηρώντας ελάχιστα τις συνθήκες υγιεινής, και δεν της παρείχε ιατρική βοήθεια και φαρμακευτική αγωγή, παρά την παραπληγία και τη χρόνια σχιζοφρενική ψύχωση από την οποία έπασχε.
Είχε δε εκείνη (η 2η κατηγορουμένη) ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει το αποτέλεσμα αυτό παρέχοντας της τη δέουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τροφή και νερό, καθώς και να τοποθετήσει πάλι το κρεβάτι της εντός της οικίας, η δε υποχρέωση αυτή προκύπτει από τη συμφωνία που είχε κάνει με τη μητέρα της παθούσας Π.
Π., ενόσω ακόμα ζούσε, για να φροντίζει και να περιθάλπει την κόρη της και ο παρών κατηγορούμενος με τη συγκατηγορουμένη του. Από τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις της η Μ. Π. υπέστη εκσεσημασμένη απίσχναση, βαριά μικροκυτταρική αναιμία (Hct 18%), γενικευμένες κατακλίσεις ράχης, λεκάνης, ισχίων, πτερνών, γονάτων, ανοικτά τραύματα δεξιάς και αριστερής καταγόνυ άρθρωσης, γενικευμένη καχεξία, καθώς και βαριές λοιμώξεις μαλακών μορίων, σωματικές βλάβες οι οποίες, αντιμετωπίστηκαν ιατρικά καθυστερημένα αφού για την αποτροπή υπέστη ακρωτηριασμό αριστερού κάτω άκρου από τη μεσότητα του μηρού, με σκοπό την αποφυγή γάγγραινας του σκέλους αυτού.
Με την συνειδητή του αυτή συμπεριφορά που εξειδικεύεται με την παραμονή του πλησίον της ανωτέρω κατηγορουμένης, κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης που τέλεσε, χωρίς να αντιδράσει στην τέλεση της, παρακολουθώντας αυτήν και παρέχοντας της ηθική υποστήριξη, ενίσχυσε την εγκληματική απόφαση αυτής, την οποία μόνη είχε ήδη πάρει και την ενθάρρυνε στην τέλεση της.
Στην πράξη του αυτή προέβη γνωρίζοντας ότι από τις πράξεις και παραλείψεις της πρώτης κατηγορουμένης και τη δική του συνδρομή ήταν ενδεχόμενο να επέλθει βαριά σωματική βλάβη της Μ. Π., αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό και θέλοντας να συνδράμει και να ενισχύσει ψυχικά την πρώτη κατηγορουμένη να εκτελέσει το κακούργημα της έκθεσης, τελεσθείσα για παραλείψεις".
Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της πρώτης κατηγορουμένης και του αναιρεσείοντος για αναγνώριση σ'αυτούς του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ με το σκεπτικό ότι: "στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, δεν αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά τέτοια, σε όλους τους τομείς μέχρι την τέλεση της πράξεώς τους.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το αίτημά τους για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ", καταδίκασε την πρώτη κατηγορουμένη-αυτουργό σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών και τον αναίρεσείοντα-απλό συνεργό σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών για τις παραπάνω πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά την ενοχή του αναιρεσείοντος για απλή συνέργεια σε έκθεση που προκάλεσε στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη της υγείας της, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της απλής συνέργειας σε έκθεση που προκάλεσε στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη της υγείας της, για το οποίο καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27, 47 και 306 παρ.1,2α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα διαλαμβάνεται η άφεση αβοήθητης της παθούσας από την αυτουργό και ο τρόπος που ελάμβανε χώρα τούτο, η ιδιαίτερη υποχρέωση της αυτουργού να περιθάλπει και να διατρέφει την παθούσα, μετά από σύμβαση που είχε συνάψει με την μητέρα της καθώς και ο ενδεχόμενος δόλος της αυτουργού, που προέβλεπε και αποδεχόταν τον κίνδυνο για την υγεία της παθούσας.
Επίσης περιγράφεται και αιτιολογείται η απλή συνδρομή και ο τρόπος που την παρείχε ο αναιρεσείων στην αυτουργό, τελεσθείσα δια παραλείψεως και δη παρέχοντάς της ψυχική συνδρομή και ηθική υποστήριξη με την μη αντίδρασή του στην ως άνω συμπεριφορά της, την οποία όφειλε να αποτρέψει ενόψει της συμφωνίας που είχε κάνει με την συγκατηγορουμένη του - αυτουργό, να φροντίζει και να περιθάλπει την παθούσα κατά τη διάρκεια της απουσίας της [αυτουργού] στο Νοσοκομείο.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, κατ'εκτίμηση, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης όσον αφορά την ενοχή του, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι εκτιθέμενες κατά τα λοιπά αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, σχετικά με τον τρόπο τέλεσης της απλής συνέργειας και της συναφθείσας συμφωνίας για την φροντίδα και περίθαλψη της παθούσας, μεταξύ αναιρεσείοντος και αυτουργού, καθόσον από τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, ως αφορώσες την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης.? Η επιβαλλόμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον έκτου άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ιδίου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά και αυτεπαγγέλτως.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 [άρθρο δεύτερο του ν.4619/2019] Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων και η υπό στοιχ.α' που συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".
Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς η απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυναμένου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του ΚΠΔ.
Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη αυτή [84 παρ.2α] του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης πρόισχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α' ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο ότι "ο υπαίτος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής, που απαιτούνταν από την προισχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου [ΑΠ 1466/2019].Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά ακολουθία των προεκτεθέντων και θεωρουμένη υπό το πρίσμα του επιεικέστερου νόμου και εν όψει του προβληθέντος [βλ σελ.29 της προσβαλλόμενης] ισχυρισμού του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το προαναφερθέν σκεπτικό της, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ και συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 2 παρ.1 Π Κ και 511 εδ.γ' ΚΠΔ, του επιεικέστερου νόμου [4620/2019] που ισχύει από 1-7-2019 μετά δηλαδή τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει: Α] να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη κατ'εφαρμογή αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο της προαναφερθείσας επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 306 παρ.1,2,α ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος [άρθρο 469 ΚΠΔ] και ως προς την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε και η συγκατηγορουμένη του ως αυτουργός αυτής, η οποία δεν έχει ασκήσει αναίρεση καθώς και ως προς την διάταξή της για την απόρριψη του ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α Π Κ στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και Β] να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ], ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 451,479/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, και δη ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής και απόρριψης του ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ.
Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης ως προς την επιμέτρηση και μόνο της ποινής και στην Ό. Μ. του Σ., συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντα, που επίσης καταδικάστηκε με την ως άνω απόφαση ως αυτουργός για την πράξη της έκθεσης, για την οποία ο τελευταίος κηρύχθηκε ένοχος ως απλός συνεργός.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9-4-2019 [αριθμ.πρωτ.4357/2019] αίτηση του Ι Π. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ