1759/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/1/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3312/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2071/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1759/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1759 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1759/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Καρακόϊδα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/1/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3312/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2071/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/3/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α, 6 εδ. α’ και β’ και 7 εδ. β’ και γ’ ν. 2496/1997, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως υγείας και ζωής μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, και αφετέρου του λήπτη της ασφαλίσεως, αυτός ο δεύτερος υποχρεούται να δηλώσει σε εκείνον κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, εκ μέρους του ασφαλιστή με την έννοια ότι το περιστατικό αυτό επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά την συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι, ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.
Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δεν έχει δηλαδή σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, διότι οι άνω κυρώσεις (καταγγελία, μη καταβολή του ασφαλίσματος) παρέχονται στον ασφαλιστή λόγω της υπαίτιας (με πρόθεση) παραβίασης της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει στον ασφαλιστή τις σχετικές πληροφορίες, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του τελευταίου, ο οποίος ακολούθως θα προέβαινε στην εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αποδεχόμενος ή όχι τη σχετική πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, έναντι ορισμένου ποσού ασφαλίστρου (ΑΠ 1101/2010).
Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Στις 12-7-2005 ο εφεσίβλητος - ενάγων, Θ. Τ. του Φ., κάτοικος ..., συνήψε με την εκκαλούσα - εναγομένη, εδρεύουσα στο ... ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", ασφαλιστική σύμβαση του κλάδου ασφαλειών ζωής, για την οποία εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. ...12.7.2005 ασφαλιστήριο και η οποία διεπόταν από τους γενικούς και ειδικούς όρους που αναφέρονται και περιλαμβάνονται σ’ αυτό και τα προσαρτήματα του.
Η σύμβαση αυτή, η οποία υπογράφηκε από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα ως συμβαλλόμενο - ασφαλιζόμενο, με εξαρτώμενα πρόσωπα τη σύζυγό του, Γ. Λ., και τα ανήλικα τέκνα του, Φ. Τ. και Η. Τ., ηλικίας τότε τριών (3) ετών και δεκαεννέα μηνών (19) μηνών αντίστοιχα, είχε ως αντικείμενο καλύψεις απλής ισόβιας ασφάλειας ζωής, απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων λόγω ανικανότητας, ασφάλεια επαγγελματικής ικανότητας από ατύχημα και, αναφορικά τόσο με τον ίδιο όσο και τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη, κάλυψη εξόδων νοσηλείας "...".
Ειδικώς όσον αφορά την τελευταία αυτή ασφαλιστική κάλυψη, που ορίστηκε ισόβια για τον εφεσίβλητο - ενάγοντα και τη σύζυγό του και για το διάστημα έως 7-7-2022 και 7-7-2023 αντίστοιχα για καθένα από τα ανήλικα τέκνα του, Φ. Τ. και Η. Τ., προβλέφθηκε συνδυαστικά με τα οριζόμενα στον περιλαμβανόμενο στο ασφαλιστήριο Πίνακα Παροχών και Ασφαλίστρων και το επισυναπτόμενο Προσάρτημα 36, το οποίο αφορούσε ειδικώς στα έξοδα νοσηλείας "...", ότι η εκκαλούσα - εναγόμενη θα κάλυπτε τα έξοδα της νοσηλείας του κυρίως ασφαλιζόμενου και των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων, εντός Νοσοκομείου, εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος, καθώς και τις υπόλοιπες συμφωνηθείσες παροχές (άρθρα 1 και 3 του Προσαρτήματος 36).
Σε σχέση δε με την κάλυψη των εξόδων αυτών, σε συνδυασμό με το συμφωνηθέν κατά περίπτωση ασφαλιζόμενο κεφάλαιο, συμφωνήθηκε, για καθένα από τα ανωτέρω πρόσωπα, ανώτατο όριο ευθύνης της εκκαλούσας - εναγομένης προς αποζημίωση [ποσό τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ], επιμέρους απαλλασσόμενα ποσά για θέσεις νοσηλείας, ημερήσιο επίδομα για νοσηλεία και χειρουργικό επίδομα για νοσηλεία σε Κρατικό Νοσοκομείο κλπ., ενώ με τους ορισμούς, για την εφαρμογή του συγκεκριμένου προσαρτήματος, ορίστηκε, ανάμεσα στ’ άλλα, ότι "ασφαλιζόμενος" θεωρείται κάθε καλυπτόμενο από το εν λόγω προσάρτημα πρόσωπο, δηλαδή, κατά περίπτωση, ο κυρίως ασφαλιζόμενος που κατονομάζεται στο ασφαλιστήριο και τα τυχόν εξαρτώμενα που αναφέρονται στον Πίνακα Παροχών και Ασφαλίστρων του ασφαλιστηρίου, "ατύχημα" κάθε περιστατικό (συμβάν) που οφείλεται σε αιτία εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλιζόμενου, που του προκαλεί σαν αποκλειστική αιτία και ανεξάρτητα από κάθε άλλη σωματική βλάβη και "ασθένεια" κάθε μεταβολή της φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού, που δεν οφείλεται σε ατύχημα.
Τέλος, το ασφάλιστρο ορίστηκε καταβλητέο ανά εξάμηνο, η δε εξάμηνη δόση ανερχόταν συνολικά, δηλαδή για όλα τα καλυπτόμενα πρόσωπα και για όλες τις συμφωνηθείσες καλύψεις, στο ποσό των τριακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτά (339,85 ευρώ). Στις 13-6-2011, περαιτέρω, και ενώ κατά το μεσοδιάστημα δεν είχε αναφανεί οποιοδήποτε πρόβλημα ως προς τη λειτουργία της ασφαλιστικής σύμβασης, διαγνώστηκε ότι ο μικρός υιός του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, Η.
Τ., έπασχε από πρώιμη σκολίωση της σπονδυλικής στήλης, πιθανώς με νευρομυική συνιστώσα, και προτάθηκε από τους θεράποντες ιατρούς η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης για τη διόρθωση της καμπύλης σε μικρή έκταση και η προσωρινή σπονδυλοδεσία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων γνωστοποίησε τη διάγνωση για την ασθένεια του ανηλίκου τέκνου του και την επικείμενη επέμβαση στον ασφαλιστικό σύμβουλο της εκκαλούσας - εναγομένης, ο οποίος είχε μεσολαβήσει στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, και ο τελευταίος τον ενημέρωσε για τη διαδικασία, την οποία έπρεπε ν’ ακολουθήσει για τη λήψη του ασφαλίσματος, μετά τη διενέργεια της επέμβασης.
Στη συνέχεια, και δη λόγω επέλευσης, κατά τα ανωτέρω, της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο εφεσίβλητος - ενάγων πράγματι υπέβαλε στην εκκαλούσα - εναγομένη, μέσω του εν λόγω ασφαλιστικού συμβούλου, τη σχετική αίτηση, προς λήψη των ασφαλιστικών παροχών της κάλυψης των εξόδων νοσηλείας του εξαρτώμενου από αυτόν - ασφαλιζόμενου ανηλίκου υιού του, Η.
Τ., προσκομίζοντας τα απαιτούμενα σχετικώς δικαιολογητικά (ιατρική γνωμάτευση, βιβλιάριο ασθένειας του παιδιού). Η εκκαλούσα - εναγομένη, ωστόσο, αρνήθηκε την καταβολή των ως άνω παροχών και με την από 26-9-2011 εξώδικη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της, την οποία απηύθυνε προς τον εφεσίβλητο - ενάγοντα και επιδόθηκε με επιμέλειά της στον τελευταίο στις 29-9- 2011...κατήγγειλε την ασφάλιση καθ’ ο μέρος αφορά στην κάλυψη εξόδων νοσηλείας "..." ως προς το εξαρτώμενο από αυτόν ανήλικο Η.
Τ.. Ειδικότερα, στην εξώδικη αυτή δήλωσή της - καταγγελία η εκκαλούσα - εναγομένη εξέθετε τα εξής: "Αναφερόμενοι στη μεταξύ μας ασφαλιστική σύμβαση για την οποία εκδόθηκε το υπ’ αριθ. .../12-7-2005 ασφαλιστήριο και ειδικά στην ασφάλιση ΚΑΛΥΨΗ ΕΞΟΔΩΝ ΝΟΣΗΛΕΙΑΣ ... (Προσάρτημα 36) από την οποία καλύπτεται και ο Τ.
Η. σας γνωρίζουμε ότι, πρόσφατα διαπιστώσαμε ότι γνωστό σε εσάς γεγονός που αφορά το ανωτέρω πρόσωπο, το οποίο έπρεπε να δηλωθεί στην αίτηση για ασφάλιση σύμφωνα με το σαφές ερωτηματολόγιο αυτής, μας απεκρύβη εκ προθέσεως. Επειδή δε το αποκρυβέν ως άνω γεγονός είναι τέτοιας φύσεως που δεν θα αποδεχόμαστε την κάλυψη του ανωτέρω προσώπου από την προαναφερόμενη ασφάλιση αν αυτό ήταν σε γνώση μας κατά τη σύναψή της, σας γνωρίζουμε ότι, ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΜΕ την ασφάλιση αυτή (Προσάρτημα 36) για το ως άνω πρόσωπο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 του Νόμου 2496/97".
Παραλλήλως, και δη με την από 26-9-2011 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της προς τον εφεσίβλητο - ενάγοντα, της οποίας (επιστολής) ο τελευταίος έλαβε γνώση την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 29-9-2011, η εκκαλούσα - εναγομένη διευκρίνισε σ’ αυτόν ότι το, αναφερόμενο στην άνω, από 26-9-2011, περί καταγγελίας δήλωσή της, αποκρυβέν γεγονός συνίστατο στο ότι σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό που ήρθε σε γνώση της πρόσφατα, ο Η.
Τ. προ της ασφάλισής του παρουσίαζε προβλήματα κινητικότητας λόγω διαταραχής του νευρομυϊκού συστήματος. Ειδικώς, ως προς όσα κατά τα ανωτέρω επικαλέστηκε η εκκαλούσα - εναγομένη ασφαλιστική εταιρία καταγγέλλοντας την ασφαλιστική σύμβαση, αποδεικνύονται περαιτέρω τα ακόλουθα: Η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση καταρτίστηκε με βάση έντυπες ερωτήσεις της εκκαλούσας - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, στις οποίες απάντησε ο εφεσίβλητος - ενάγων.
Ειδικότερα, κατά την υποβολή της από 7-7-2005 αίτησής του για την κατά τα ανωτέρω ασφάλιση του ιδίου, της συζύγου και των δύο (2) ανηλίκων τέκνων του, ο εφεσίβλητος - ενάγων απάντησε στο έντυπο ερωτηματολόγιο της εκκαλούσας - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας. Καθ’ ο δε μέρος το ερωτηματολόγιο αυτό αφορούσε στην κατάσταση υγείας του ιδίου και των λοιπών προσώπων που επρόκειτο να ασφαλιστούν, συνεπώς και αναφορικά με τον ανήλικο υιό του Η.
Τ., και συγκεκριμένα στις ερωτήσεις: "Έχετε ή είχατε ποτέ παθήσεις ή ενοχλήσεις: 1. Καρδιάς, εγκεφάλου, αρτηριών και φλεβών, ... 2. Του αναπνευστικού συστήματος, 3. Του πεπτικού συστήματος, 4. Του ουροποιητικού συστήματος, ... 5. Νευρικού συστήματος ή ψυχιατρικές παθήσεις, π.χ. ημικρανίες, ιλίγγους, επιληψία, σκλήρυνση κατά πλάκας, ...,6.
Του μυοσκελετικού συστήματος, π.χ. δισκοπάθεια, παθήσεις ή κακώσεις αρθρώσεων, κατάγματα, ρευματικές παθήσεις κλπ., 7. Του δέρματος, του μεταβολισμού, ... 8. Των ματιών, των αφτιών, της μύτης, του λαιμού, ...,9. Του αίματος και αιμοποιητικών οργάνων, των λεμφαδένων, ,...10. Νεοπλάσματα ή καρκίνο οποιαδήποτε μορφής, 11,...12....Έχει συμβεί κατά το παρελθόν ή σας έχει συσταθεί:
να νοσηλευτείτε σε νοσοκομείο, να υποβληθείτε σε οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση εντός ή εκτός νοσοκομείου, να υποβληθείτε σε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή ή άλλη θεραπευτική αγωγή, να υποβληθείτε σε οποιαδήποτε εξέταση προληπτικά ή εξαιτίας οποιουδήποτε ενοχλήματος από την οποία διαπιστώθηκαν ευρήματα οποιοσδήποτε φύσης και μορφής που απαιτούσαν ή απαιτούν ιατρική συμβουλή ή θεραπεία; 13..., 14.
Έχει περάσει ή πάσχετε από άλλη πάθηση ή έχετε ενοχλήματα σχετικά με περιπτώσεις που δεν αναφέρονται παραπάνω; .... 15...", ο ίδιος απάντησε αρνητικά, σημειώνοντας, στην οικεία στήλη απαντήσεων, επί της ένδειξης "ΟΧΙ". Προγενεστέρως της ως άνω αίτησης, εξάλλου, σε σχέση με την ψυχοκινητική - νευρομυϊκή ανάπτυξη του ανηλίκου Η.
Τ., ο οποίος γεννήθηκε στις 17-11-2003 (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. ...18-6-2012 πιστοποιητικό γέννησής του, το οποίο εκδόθηκε από τον Δήμο Μακρακώμης του Ν. Φθιώτιδος), στο βιβλιάριο υγείας του είχαν καταγραφεί, μεταξύ των άλλων, οι κάτωθι ενδείξεις: Στις 17-3-2004 [ηλικία τεσσάρων (4) μηνών], η ένδειξη "στηρίζει κεφάλι". Στις 17-5-2004 [ηλικία έξι (6) μηνών], η ένδειξη "κάθεται με στήριγμα".
Στις 17-6-2004 [ηλικία επτά (7) μηνών], η ένδειξη "Δεν γυρίζει από πρηνή θέση". Στις 9-9-2004 [ηλικία εννέα (9) μηνών], η ένδειξη "κάθεται χωρίς στήριγμα για λίγο". Στις 8-3-2005 (ηλικία δεκαέξι (16) μηνών), η ένδειξη "περπατά". Στις δε 13-5-2005, δηλαδή ενώ ο ανήλικος Η. διήνυε τον δέκατο όγδοο (18°) μήνα της ηλικίας του, ο παιδίατρος κατέγραψε στο βιβλιάριο υγείας του, και δη στη θέση των παρατηρήσεων, όπου καταγράφονται στοιχεία κλινικής εξέτασης, εργαστηριακά ευρήματα, λοιμώδη και άλλα νοσήματα, ατυχήματα κλπ., ότι ο ανήλικος "Παρουσιάζει αδυναμία να σηκωθεί από την πρηνή θέση".
Μετά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, ακολούθως, και δη στις 22-7-2005, ο ανήλικος Η. Τ., αντιμετωπίζοντας τη συγγενή πάθηση της κρυψορχίας, εισήλθε στο Νοσοκομείο "...", ενώ στις 26-9- 2005 καταγράφηκε στις ως άνω παρατηρήσεις του βιβλιαρίου του ότι "Εμφανίζει δυσκολία χρήσης των ραχιαίων (τραχήλου, οσφύος γλουτών).
Στις αρχές του έτους 2006, επίσης, όπως καταγράφηκε στο βιβλιάριό του (χωρίς αναφορά σε διάγνωση), ο ανήλικος Η. υποβλήθηκε σε κινησιοθεραπείες (με χειρομαλάξεις), ηλεκτρομαλάξεις, κινησιοθεραπείες άνω και κάτω άκρων, διαθερμίες κλπ., στο δε ίδιο χρονικό διάστημα, κατόπιν μοριακών ελέγχων, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την κλινική διάγνωση για σύνδρομο ΡRADER WILLI, Νωτιαία Μυϊκή Ατροφία (SΜΑ) και μυοτονική δυστροφία τύπου I.
Κατά το έτος 2006, τέλος, ο ανήλικος Η. Τ. νοσηλεύθηκε δύο (2) φορές σε παιδιατρικό Νοσοκομείο για σκελετικές ανωμαλίες άκρου ποδός (ιπποποδία), ενώ στο βιβλιάριο ασθένειας του έχουν καταγραφεί και δύο (2) νοσηλείες στο Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟ", το μήνα Ιούνιο του έτους 2009 και το μήνα Ιούλιο του έτους 2010, με διάγνωση μυοπάθεια.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο συμπλήρωσης του άνω ερωτηματολογίου και ενώ επέκειτο η κατάρτιση της προαναφερόμενης ασφαλιστικής σύμβασης, ο εφεσίβλητος - ενάγων με δόλο δεν απάντησε ειλικρινώς στις κρίσιμες για την προκειμένη περίπτωση ερωτήσεις της εκκαλούσας - ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας σε σχέση με τον ανήλικο υιό του, Η.
Τ.. Ειδικότερα, όπως προκύπτει προεχόντως από την ως άνω, από 13-5-2005, καταγραφή στο βιβλιάριο του εν λόγω ανηλίκου τέκνου του, την οποία ο ίδιος είχε πληροφορηθεί, ο εφεσίβλητος - ενάγων γνώριζε, κατά το χρόνο που απαντούσε στις ως άνω έντυπες ερωτήσεις της εκκαλούσας - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ότι ο υιός του Η.
αντιμετώπιζε ήδη πρόβλημα κινητικότητας λόγω διαταραχής του νευρομυϊκού συστήματος του. Και αυτό, γιατί ενώ ένας από τους κυριότερους σταθμούς στην κινητική εξέλιξη ενός βρέφους είναι να μπορεί κατά τον έκτο με έβδομο (6° - 7°) μήνα να γυρίζει από την ύπτια στην πρηνή θέση (δηλαδή να γυρίζει από ανάσκελα μπρούμυτα) και το αντίθετο, η αδυναμία του ανηλίκου Η., μολονότι διήνυε, στις 13-5-2005, τον δέκατο όγδοο (18°) μήνα της ηλικίας του, να επανέλθει από την πρηνή θέση κατεδείκνυε σαφώς μη φυσιολογική κινητική ανάπτυξή του και την ύπαρξη πάθησης, και δη μυοπάθειας (σχετ.
βλ. και το από 28-1-2014 ιατρικό σημείωμα του ιατρού παθολόγου Δρ. Ι. Σ., που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εκκαλούσα - εναγομένη). Η ύπαρξη της εν λόγω διαταραχής, εξάλλου, και πάντως η εμφανής σημασία του συγκεκριμένης ευρήματος (ήτοι της αδυναμίας του παιδιού, σ’ αυτήν την ηλικία, να επανέλθει από την πρηνή θέση) καταδεικνύεται εν προκειμένω, ανάμεσα στ’ άλλα, και από την μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης κινητική εξέλιξη και ιατρική αντιμετώπιση του ανηλίκου Η., καθώς λίγο αργότερα, και δη στις 26-9-2005 ο τελευταίος εμφανίζει δυσκολία χρήσης των ραχιαίων (τραχήλου, οσφύος γλουτών), ενώ ακολούθως αρχίζει να υποβάλλεται σε κινησιοθεραπείες, ηλεκτρομαλάξεις, διαθερμίες κλπ., σε μοριακούς ελέγχους για σύνδρομο PRADER WILL, Νωτιαία Μυϊκή Ατροφία (SΜΑ) και μυοτονική δυστροφία τύπου I (έστω και με αρνητικό για τις συγκεκριμένες μορφές ασθένειας αποτέλεσμα), και εντός του έτους 2006 νοσηλεύεται σε παιδιατρικό Νοσοκομείο με τη διάγνωση "μυοπάθεια".
Και ναι μεν, σχετικώς, ο εφεσίβλητος - ενάγων διατείνεται με την κύρια βάση της αγωγής του, όπως ήδη ανωτέρω εκτίθεται, ότι, απαντώντας στις έντυπες ερωτήσεις της εκκαλούσας - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας πριν τη σύναψη της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, δεν γνώριζε ότι ο ανήλικος υιός του Η. αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα ως προς την κινητική - νευρομυϊκή εξέλιξή του, καθώς μάλιστα δεν είχε εμφανίσει σχετικώς κάποιο σύμπτωμα, προς τούτο δε και δεν συνέτρεχε ο λόγος που επικαλέστηκε με την περί καταγγελίας δήλωσή της η εκκαλούσα - εναγομένη ασφαλιστική εταιρία.
Όσα κατά τα ανωτέρω υποστηρίζει ο εφεσίβλητος - ενάγων, ωστόσο, δεν ευσταθούν και κρίνονται αβάσιμα. Ειδικότερα, η κρίση ότι ο τελευταίος ήταν ενήμερος για την καταγραφή του παιδιάτρου, στις 13-5-2005, καθώς και για το πρόβλημα κινητικότητας του τέκνου του λόγω διαταραχής του νευρομυϊκού του συστήματος, ενισχύεται, ανάμεσα στ’ άλλα, από το ότι ήταν και στον ίδιο εμφανές ότι το ανήλικο τέκνο του, την κινητική εξέλιξη του οποίου οπωσδήποτε και εκείνος, ως γονέας, παρακολουθούσε, παρουσίαζε την κατά τα ανωτέρω αδυναμία επανόδου - επαναφοράς του από την πρηνή θέση, η οποία δεν ήταν συμβατή με την ηλικία του.
Παραλλήλως, και η διαπίστωση αυτή του παιδιάτρου, αφορώντας σε κινητική δυσλειτουργία του παιδιού και ακολουθώντας μάλιστα την καταγραφή της 17-6-2004, οπότε και πάλι, μετά την πάροδο επτά (7) μηνών από τη γέννησή του, είχε παρατηρηθεί η αυτή αδυναμία του ανηλίκου να επανέλθει από την πρηνή θέση, με βεβαιότητα γνωστοποιήθηκε από τον παιδίατρο στους γονείς του Η.
Τ., συνεπώς και στον εφεσίβλητο-ενάγοντα. Καταθέτοντας ενόρκως ως μάρτυρας του τελευταίου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η σύζυγός του, Γ. Λ., ανέφερε ότι τόσο η ίδια όσο και ο εφεσίβλητος - ενάγων, ως γονείς του ανήλικου Η., αντιλήφθηκαν ότι το ανήλικο τέκνο τους, Η. Τ., παρουσίαζε κινητική δυσκολία, μόλις το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, οπότε διαπίστωσαν ότι ο γιός τους, μολονότι περπατούσε κανονικά, δεν μπορούσε να κατέλθει βαθμίδες κλίμακας (σκαλοπάτια), και τότε για πρώτη φορά προσέφυγαν σε ειδική ιατρική βοήθεια.
Επίσης, αναφέρει ότι ο παιδίατρος, που παρακολουθούσε το ανήλικο τέκνο τους μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, δεν ενημέρωσε εκείνη και τον σύζυγό της για την από 13-5-2005 καταγραφή του στο βιβλιάριο ασθένειας του παιδιού τους, την οποία πληροφορήθηκαν το πρώτον το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, όταν πλέον επισκέφθηκαν παιδίατρο στην Αθήνα, ενώ ομοίως οι ίδιοι αγνοούσαν και την καταγραφή του παιδιάτρου στις 17-6-2004.
Με την άνω, υπ’ αριθμ. .../4-2-2014, ένορκη βεβαίωσή του, εξάλλου, ο παιδίατρος Β. Ρ. του Ν., βεβαιώνει ότι κατά την εξέταση του ανηλίκου Η. Τ. στις 13-5-2005, το παιδί παρουσίαζε αδυναμία να σηκωθεί από την πρηνή θέση και τούτο το κατέγραψε στο βιβλιάριο για δική του χρήση και προς παρακολούθηση, χωρίς όμως παραλλήλως να το επισημάνει στoυς γονείς, καθώς ήθελε να διαπιστώσει αν όντως υπήρχε πρόβλημα.
Αναφέρει δε παραλλήλως ότι προς αποφυγή καταστάσεων πανικού των γονέων, δεν επισημαίνονται σε αυτούς τυχόν αποκλίσεις από τα φυσιολογικά όρια, μέχρι να διαπιστωθεί ή διαγνωστεί κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα. Εξάλλου, και η παιδίατρος Λ. Λ. - Π. που παρακολουθούσε από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και μετέπειτα τον ανήλικο Η., αναφέρει στη από 6-2-2014 γνωμάτευσή της, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο εφεσίβλητος - ενάγων, ότι η επισήμανση στις 13-5- 2005 του τότε θεράποντος παιδιάτρου δεν προδιαγράφει απαραίτητα κακή πορεία στη νευρομυϊκή εξέλιξη του παιδιού και ότι αποτελεί συνήθη πρακτική (ιατρική) να καταγράφονται στοιχεία για μελλοντική επανεκτίμηση χωρίς να ενημερώνονται οι γονείς, αν τα στοιχεία αυτά δεν είναι επαρκή (βλ.
τη γνωμάτευση αυτή). Ωστόσο, τόσο εκείνα που κατέθεσε στο ακροατήριο η μάρτυρας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και αυτά που βεβαίωσε με την άνω ένορκη βεβαίωσή του ο παιδίατρος Β. Ρ., και αναφέρει στην από 6-2-2014 γνωμάτευσή της η παιδίατρος Λ. Λ. Π., με βάση και όσα ήδη κατά τα ανωτέρω γίνονται δεκτά δεν κρίνονται πειστικά.
Ειδικώς, μάλιστα, ως προς εκείνα που η Γ. Λ. κατέθεσε περί της διαπίστωσης από την ίδια και το σύζυγό της το πρώτον το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 ότι ο Η. αντιμετώπιζε δυσκολία να κατέλθει σκαλοπάτια, αυτά εμφανίζουν απόκλιση και από εκείνα, ακόμη, που βεβαίωσε ενόρκως στην άνω, υπ’ αριθμ. .../4-2-2014 ένορκη βεβαίωσή του ο Π.
Π. του Ε., φίλος και μακρινός συγγενής της οικογένειας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος (και λογιστής της επιχείρησης τυροκομικών του τελευταίου, η οποία λειτουργεί στην ...), αναφέροντας σχετικώς ότι ο Η. εμφάνισε κινητικό πρόβλημα περί τα τέλη του έτους 2005 και ότι το πρόβλημα αυτό, το οποίο έθεσε τους γονείς του ανηλίκου σε ανησυχία, συνίστατο σε αστάθεια κατά τη βάδισή του.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο εφεσίβλητος - ενάγων, απαντώντας αρνητικά στις κρίσιμες πιο πάνω ερωτήσεις της εκκαλούσας - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με δόλο δεν δήλωσε στην τελευταία, παραβαίνοντας τη σχετική υποχρέωσή του, περιστατικά που γνώριζε και τα οποία ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου από την εκκαλούσα - εναγομένη.
Η δε τελευταία, η οποία τα αγνοούσε, είχε θέσει περί αυτών σαφείς γραπτές ερωτήσεις, επειδή ακριβώς η ύπαρξή τους ή μη επηρέαζε την εκ μέρους της εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου που αναλάμβανε με τη σύμβαση, είχε θέσει περί αυτών σαφείς γραπτές ερωτήσεις, επειδή ακριβώς η ύπαρξή τους ή μη επηρέαζε την εκ μέρους της εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου που αναλάμβανε με τη σύμβαση, τόσο ώστε, αν τα γνώριζε, δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση, αναφορικά με τον ανήλικο Η.
Τ., με τους ίδιους όρους και τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες ανέλαβε την άνω ασφαλιστική του κάλυψη.
Συνεπώς, η εκκαλούσα - εναγομένη, όπως βασίμως ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και υποστηρίζει με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της, αρνούμενη αιτιολογημένα την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, εγκύρως κατήγγειλε την ασφαλιστική σύμβαση, επικαλούμενη ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων, κατά τη σύνταξη από αυτόν του γραπτού ερωτηματολογίου που του υποβλήθηκε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, από δόλο απέκρυψε το ανωτέρω προϋφιστάμενο γεγονός, που αφορούσε στον ανήλικο υιό του, Η. Τ., και ότι το περιστατικό αυτό ήταν τέτοιας φύσης που η ίδια, αν το γνώριζε, δεν θα αποδεχόταν την κάλυψη του εν λόγω ανηλίκου. Όσα δε περί του αντιθέτου και σύμφωνα με τα παραπάνω ισχυρίζεται με την κύρια βάση της αγωγής του ο εφεσίβλητος - ενάγων, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά ταύτα, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων
και με την αιτιολογία που ειδικότερα προς τούτο εκθέτει, ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων, κατά το χρόνο συμπλήρωσης και υπογραφής (7-7-2005) του άνω γραπτού ερωτηματολογίου, το οποίο του υποβλήθηκε από τον ασφαλιστικό σύμβουλο της εκκαλούσας - εναγομένης, δεν είχε πρόθεση να μην αποκαλύψει στοιχεία για την κατάσταση της υγείας του ανηλίκου τέκνου του, Η.
Τ., διότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ποιο ήταν το πρόβλημα της υγείας του παιδιού του, το δε στοιχείο αυτό αποκαλύφθηκε μεταγενεστέρως, συνακόλουθα δε και ότι είναι άκυρη η από 26-9-2011 δήλωση καταγγελίας της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία αφορούσε το υπ’ αριθμ. .../ 12-7-2005 ασφαλιστήριο και ειδικά την ασφάλιση "κάλυψη εξόδων νοσηλείας ... (Προσάρτημα 36), από την οποία καλύπτεται και το εξαρτώμενο τέκνο του ενάγοντος, Η.
Τ., και ότι παρέμεινε σε ισχύ η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ως προς το οικείο μέρος της, κάνοντας δεκτή τη αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν. Με την κρίση του αυτή, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και βασίμως παραπονείται η εκκαλούσα-εναγομένη με τον άνω μοναδικό λόγο της έφεσής της, ο οποίος, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός...".
Με τις ανωτέρω αιτιολογίες, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την υπό κρίση αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή ενστάσεως της αναιρεσίβλητης από το άρθρο 3 παρ. 6 ν. 2496/1997. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ότι ο αναιρεσείων, απαντώντας αρνητικά στις κρίσιμες πιο πάνω ερωτήσεις της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με δόλο δεν δήλωσε στην τελευταία, παραβαίνοντας τη σχετική υποχρέωσή του, περιστατικά που γνώριζε και τα οποία ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου από αυτήν, η οποία τα αγνοούσε και είχε θέσει περί αυτών σαφείς γραπτές ερωτήσεις, επειδή ακριβώς η ύπαρξή τους ή μη επηρέαζε την εκ μέρους της εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου που αναλάμβανε με τη σύμβαση, τόσο ώστε, αν τα γνώριζε, δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση, αναφορικά με τον ανήλικο Η.
Τ., με τους ίδιους όρους και τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες ανέλαβε την άνω ασφαλιστική του κάλυψη. Στήριξε δε το αποδεικτικό του πόρισμα στις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές, ότι το αποκρυβέν γεγονός συνίστατο στο ότι ο Η. Τ. προ της ασφάλισής του παρουσίαζε προβλήματα κινητικότητας λόγω διαταραχής του νευρομυϊκού συστήματος, o δε αναιρεσείων γνώριζε, κατά το χρόνο που απαντούσε στις ως άνω έντυπες ερωτήσεις της εκκαλούσας - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ότι ο υιός του Η.
αντιμετώπιζε ήδη πρόβλημα κινητικότητας λόγω διαταραχής του νευρομυϊκού συστήματος του, για την οποία υπήρχαν δύο καταγραφές στο βιβλιάριο υγείας του (στις 17/6/2004 και στις 13/5/2005), περί αδυναμίας του να γυρίζει από την ύπτια στην πρηνή θέση και το αντίθετο, κάτι που ήταν και στον ίδιο εμφανές, μολονότι ο ανήλικος διήνυε, στις 13-5-2005, τον δέκατο όγδοο (18°) μήνα της ηλικίας του και κατεδείκνυε σαφώς μη φυσιολογική κινητική ανάπτυξή του και την ύπαρξη πάθησης, και δη μυοπάθειας, με βεβαιότητα δε γνωστοποιήθηκε τούτο από τον παιδίατρο στους γονείς του Η.
Τ., συνεπώς και στον αναιρεσείοντα. Τα ως άνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης, πληρούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 3 παρ. 6 ν. 2496/1997, σε συνδυασμό με παρ. 1 εδ.
α’ , 7 εδ. β’ , γ’ ίδιου άρθρου και δικαιολογούν την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους, κατά το οικείο μέρος τους, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το υπόλοιπο μέρος τους, με το οποίο, υπό την επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττονται οι προς ενίσχυση του εξαχθέντος αποδεικτικού πορίσματος, πλεοναστικές αναφορές της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικές με την εξέλιξη της υγείας του ανηλίκου μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς και οι αιτιολογίες οι συναπτόμενες με την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και με την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος, είναι απαράδεκτοι.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε, ως ορθό, ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην ένδικη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο επιζήμιο γιαυτόν πόρισμα, περί εκ προθέσεως απόκρυψης εκ μέρους του της κατάστασης της υγείας του ανήλικου τέκνου του, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του βιβλιαρίου υγείας του ανήλικου υιού του, το οποίο ερμήνευσε και ανέγνωσε εντελώς διαφορετικά από το περιεχόμενό του.
Όμως, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν δέχτηκε, ως περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου κάτι διαφορετικό από τις καταχωρημένες σ’ αυτό εγγραφές του παιδιάτρου, αλλά με βάση το αληθινό περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) που συνεκτίμησε, συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την επίμαχη γνώση του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αβασίμως προβάλλεται.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/3/2016 αίτηση του Θ. Τ., για αναίρεση της 2071/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλίων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
& νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ