Legislator Case Law & Legislation
1759/2016 AI generated

1759/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1759/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1759/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, ενώ δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο.

Keywords

AI generated
ongoing social benefits claim for insurance benefits invalidity insurance cessation of disability pension maternity insurance investigative measure in social insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1759 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1759/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Κ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κομνηνάκη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.6497/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../17-6-2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 17-6-2016 (υπ’ αριθ..../17-6-2016) δήλωση-αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμό 6497/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι’ αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Και γ) Βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη.

Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, ενώ δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο.

Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως γεγονότα νοούνται εξωτερικά πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή στο παρόν, που έχουν συντελεστεί το αργότερο μέχρι τον χρόνο της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, και όχι ενδιάθετα στοιχεία του δράστη ή πραγματικά περιστατικά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.

Οι απλές υποσχέσεις ή οι δεσμεύσεις εκπλήρωσης συμβατικής οφειλής δεν συνιστούν γεγονότα, έστω και αν ο υποσχόμενος έχει προειλημμένη πρόθεση να μην εκπληρώσει την οφειλή του, η οποία συνιστά ενδιάθετο στοιχείο, και όχι εξωτερικό και αποδεικτικά ελέγξιμο συμβάν. Αν, όμως, οι συμβατικές υποσχέσεις συνοδεύονται από ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις ανύπαρκτων στοιχείων του παρελθόντος ή του παρόντος ικανές να δημιουργήσουν, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, στον παθόντα την εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλής από τον δράστη, ο οποίος είχε προειλημμένη αντίθετη πρόθεση, τότε ο συνδυασμός αυτών των στοιχείων (ενδιάθετων και εξωτερικών) συνιστά γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης.

Ακόμη, ως χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης πραγμάτωσε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή την ενσυνείδητη διαβεβαίωση ψευδών γεγονότων ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος, ενώ δεν ασκεί σχετική έννομη επιρροή ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η πράξη της απάτης, ούτε ο χρόνος της ζημιογόνου ενέργειας ή παράλειψης του τελευταίου.

Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά αντλήθηκαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε.

Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση κάποιου ή κάποιων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του.

Επίσης αρκεί τα αποδεικτικά μέσα να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και ως προς το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίζεται το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του. Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής ή στη γνώση και αποδοχή ενδεχόμενης παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αυτονοήτως προκύπτει από την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών.

Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή της, και πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση από τον δράστη ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς αυτά τα στοιχεία.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της απάτης, η ειδική αιτιολογία πρέπει να καλύπτει τόσο τον δόλο του δράστη ως προς τη γνώση της ψευδούς παράστασης γεγονότων σαν αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, όσο και τον σκοπό του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παραπλανώμενου ή τρίτου, με παράθεση στην απόφαση των περιστατικών που δικαιολογούν την προαναφερόμενη γνώση και τον σκοπό προσπορισμού του παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και είναι αναιρετέα.

Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 6497/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την εκδίκαση εφέσεως του αναιρεσείοντος Π. Κ. όπως προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτά συμπληρώνουν την αιτιολογία της, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στο ...

Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 12/12/2008 μέχρι 23/9/2011 με σκοπό να αποκομίσει παράνομο όφελος έβλαψε ξένη περιουσία παριστάνοντας ψευδώς προς τους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ότι η μητέρα του και ήδη θανούσα Π. Κ. βρισκόταν εν ζωή και ότι δικαιούτο να προβαίνει σε ανάληψη των χρηματικών ποσών που πιστώνονταν στο λογαριασμό της ανωτέρω που μνημονεύεται στο διατακτικό της παρούσας ως σύνταξη λόγω γήρατος, ως συνδικαιούχος σ’ αυτόν, και κατ’ αυτόν τον τρόπο έπεισε αυτούς να του καταβάλουν διαδοχικά το συνολικό χρηματικό ποσό των 23100,00 € προβαίνοντας στις είκοσι τέσσερις (24) αναλήψεις, για τις οποίες ειδικότερα γίνεται λόγος στο ίδιο διατακτικό.

Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι οι προρρηθείσες παραστάσεις ήταν ψευδείς, διότι η Π. Κ. είχε ήδη αποβιώσει την 14η Ιανουαρίου του έτους 2006 και ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σε ανάληψη χρηματικών ποσών που πιστώνονταν στον ως άνω λογαριασμό της θανούσας ως σύνταξη γήρατος ως συνδικαιούχος σ’ αυτόν.

Αποτέλεσμα των προεκτεθέντων ήταν να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 23100,00 €, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ η δ’ εν λόγω ζημία ιδιαίτερα μεγάλη. Συνακόλουθα εν προκειμένω πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης με το κατηγορητήριο στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξη και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, Ωστόσο, και το παρόν Δικαστήριο, αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ του ΠΚ, καθώς αυτός προσπάθησε να άρει τις συνέπειες της πράξης του, κάνοντας έναντι της οφειλής του ορισμένες καταβολές".

Κατ’ ακολουθίαν τούτων στο διατακτικό κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στο ... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 12.12.2008 έως 23.9.2011, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με τον προαναφερθέντα σκοπό, παρέστηνε ψευδώς προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας ότι η μητέρα του και ήδη θανούσα, Π. Κ. βρισκόταν εν ζωή και ότι δικαιούτο να προβαίνει σε ανάληψη των χρηματικών ποσών που πιστώνονταν στον GR ......

λογαριασμό της ανωτέρω ως σύνταξη λόγω γήρατος, ως συνδικαιούχος σ’ αυτόν και έτσι έπεισε αυτούς να του καταβάλλουν διαδοχικά το χρηματικό ποσό των 23.100 ευρώ, προβαίνοντας στις κάτωθι αναλήψεις: 1) στις 12.12.2008, του ποσού των 1.600 ευρώ, 2) στις 17.12.2008, του ποσού των 1.140 ευρώ, 3) στις 14.12.2009, του ποσού των 3.200 ευρώ, 4) στις 18.12.2009, του ποσού των 4.200 ευρώ, 5) στις 4.2.2010, του ποσού των 630 ευρώ, 6) στις 19.3.2010, του ποσού των 550 ευρώ, 7) στις 26.3.2010, του ποσού των 850 ευρώ, 8) στις 23.4.2010 του ποσού των 550 ευρώ, 9) στις 28.5.2010, του ποσού των 550 ευρώ, 10) στις 22.6.2010, του ποσού των 600 ευρώ, 11) στις 22.7.2010, του ποσού των ...

ευρώ, 12) στις 25.8.2010, του ποσού των 600 ευρώ, 13) στις 24.9.2010, του ποσού των 550 ευρώ, 14) στις 22.10.2010, του ποσού των 550 ευρώ, 15) στις 21.12.2010, του ποσού των 1.100 ευρώ, 16) στις 21.1.2011, του ποσού των 550 ευρώ, 17) στις 25.2.2011 του ποσού των 550 ευρώ, 18) στις 22.3.2011, του ποσού των 600 ευρώ, 19) στις 27.4.2011, του ποσού των 840 ευρώ, 20) στις 23.5.2011, του ποσού των 570 ευρώ, 21) στις 22.6.2011, του ποσού των 550 ευρώ, 22) στις 27.7.2011, του ποσού των ...

ευρώ, 23) στις 29.8.2011, του ποσού των 600 ευρώ, 24) στις 23.9.2011, του ποσού των 570 ευρώ. Πλην όμως οι παραστάσεις αυτές ήταν ψευδείς, διότι η Π. Κ. είχε ήδη αποβιώσει την 14.1.2006 και ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σε ανάληψη των χρηματικών ποσών που πιστώνονταν στον ως άνω λογαριασμό της (θανούσας) ως σύνταξη λόγω γήρατος ως συνδικαιούχος σ’ αυτόν.

Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος 23.100 ευρώ συνολικά με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Η ανωτέρω (ζημία) είναι ιδιαίτερα μεγάλη". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, την επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27,51,57, 386 παρ.1β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφή ή ελλειπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα παρατίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση: α)ο τρόπος και η μεθόδευση με την οποία ενήργησε ο εν λόγω αναιρεσείων- κατηγορούμενος στην διάπραξη της παραπάνω πράξης της απάτης, προκειμένου αυτός να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εμφανισθείς στους υπαλλήλους της τράπεζας, ως, δήθεν, δικαιούχος των ως άνω χρημάτων, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών τα οποία θεμελιώνουν τις σχετικές παραδοχές της απόφασης, β) οι εν γνώσει του ψευδείς παραστάσεις ότι τα συγκεκριμένα πραγματικά χρηματικά ποσά είχαν καταβληθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως σύνταξη λόγω γήρατος και πιστωθεί, στο λογαριασμό της μητέρας του, τον οποίο αυτή διατηρούσε, ενόσω ήταν εν ζωή, στην ως άνω τράπεζα, στον οποίο αυτός ήταν συνδικαιούχος, παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς στους υπαλλήλους της τράπεζας, ότι αυτή (μητέρα του) ήταν εν ζωή, ενώ είχε αποβιώσει, και ότι εδικαιούτο να προβαίνει στις ως άνω αναλήψεις των παρανόμως καταβληθέντων χρηματικών ποσών της συντάξεως αυτής.

γ) ότι ο ίδιος γνώριζε ότι οι καταβολές αυτές αφορούσαν χρονικό διάστημα κατά το οποίο η μητέρα του είχε αποβιώσει, και συνεπώς δεν ήταν δικαιούχος των χρημάτων αυτών, δ) η παραπλάνηση των υπαλλήλων της τράπεζας, οι οποίοι του κατέβαλαν τα ως άνω χρηματικά ποσά, των οποίων δεν ήταν, πλέον, δικαιούχος η αποβιώσασα μητέρα του, εξαιτίας της δικής του παραλείψεως, συνιστάμενης στο ότι αυτός δεν ανήγγειλε, ως όφειλε, τον θάνατό της στον ασφαλιστικό της φορέα, και ε) το δικό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο από την απατηλή του συμπεριφορά στο συνολικό, μεγάλης αξίας, ποσό των 23.100 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Επομένως αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα όλες οι κρίσιμες παραδοχές που θεμελιώνουν τον υπερχειλή δόλο, τον σκοπό για την προσπόριση στον κατηγορούμενο παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη ζημία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και τον τρόπο τέλεσης της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος.

Συνακόλουθα, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμες και κατά το μέρος, με τις οποίες, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, και μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου παραδεκτού λόγου, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2016 (υπ’ αριθ. .../17-6-2016) δήλωση-αίτηση του Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθ. 6497/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ