Legislator Case Law & Legislation
1759/2013 AI generated

1759/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1759/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1759/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επιπλέον ο ίδιος λόγος προβάλλεται και αλυσιτελώς, αφού τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν αυτοί με την από 26-9-2008 αγωγή τους για ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως για περιστατικά που κατά τους ισχυρισμούς τους, συνιστούσαν λόγο αναψηλαφήσεως, και για το λόγο αυτό δεν τα είχαν επικαλεσθεί ως λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως στην αρχική αγωγή τους, κρίθηκαν ανελέγκτως από το Εφετείο μη κρίσιμα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1759 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1759/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Π. του Γ. και 2 Α. Π. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττάκο .

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στο …που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Μουτζουρίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ιωάννη Δαμηλάκη και Μιχαήλ Γιαμπουράνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, περί ακύρωσης διαιτητικής απόφασης προς το Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 6879/2009 απόφαση Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι αναιρεσείοντες υπήρξαν οι κύριοι μέτοχοι και ιδιοκτήτες της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Τεχνική και Ναυτιλιακή Εταιρεία Τεχνική Ένωση Α.Ε." (εφεξής "Τεχνική Ένωση Α.Ε.") η οποία με το από 29-1-2002 πολυμερές ιδιωτικό συμφωνητικό απορροφήθηκε μαζί με άλλες εταιρείες από την αναιρεσίβλητη. Ενόψει διαφορών που γεννήθηκαν από την εφαρμογή του ως άνω συμφωνητικού, η αναιρεσίβλητη προσέφυγε στην προβλεπόμενη σ' αυτό διαιτησία, ζητώντας με αγωγή από τους αναιρεσείοντες τη συμπλήρωση των ελλειπόντων κεφαλαίων της "Τεχνικής Ένωσης Α.Ε.", εκδόθηκε δε σε βάρος τους η 21/2005 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί, στα πλαίσια της εγγυοδοτικής τους ευθύνης για την τέως εταιρεία τους να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη διάφορα ποσά. Η αγωγή ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως που ασκήθηκε εκ μέρους τους απορρίφθηκε αμετακλήτως με την 1334/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6879/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την νέα από 26-9-2008 αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία επικαλούμενοι τη συνδρομή λόγου αναψηλαφήσεως ζητούσαν την ακύρωση της αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς τους οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 897 αρ. 8 και 544 αρ. 7 ΚΠολΔ και 361, 297, 298, 471 επ., 847 επ. και 914, 926 και 932 ΑΚ, επιπλέον δε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι το διαιτητικό δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, η οποία προσβλήθηκε με σχετική αγωγή τους για ακυρότητα, δεν έκρινε ανύπαρκτες αλλά απλώς μη εντάξιμες στον ισολογισμό μετασχηματισμού τις απαιτήσεις που εισέφερε η πρώην εταιρεία τους, η οποία απορροφήθηκε από την αναιρεσίβλητη, και έτσι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή τους για ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως λόγω μη υπάρξεως ζημίας της αναιρεσίβλητης, κατά παράβαση των από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προβάλλεται αορίστως, εφόσον δεν αναφέρεται στην αίτηση, ποιο είναι το περιεχόμενο εκείνου του κανόνα δικαίου που συντίθεται από το συνδυασμό όλων αυτών των διατάξεων που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και ο τρόπος με τον οποίο τον ερμήνευσε το Εφετείο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι πιο πάνω διατάξεις, και ποιες ειδικότερα, παραβιάσθηκαν ή αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή ανεπάρκεια ή αντίφαση.

Επιπλέον ο ίδιος λόγος προβάλλεται και αλυσιτελώς, αφού τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν αυτοί με την από 26-9-2008 αγωγή τους για ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως για περιστατικά που κατά τους ισχυρισμούς τους, συνιστούσαν λόγο αναψηλαφήσεως, και για το λόγο αυτό δεν τα είχαν επικαλεσθεί ως λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως στην αρχική αγωγή τους, κρίθηκαν ανελέγκτως από το Εφετείο μη κρίσιμα.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι κατά τρίτων απαιτήσεις της τέως εταιρείας των αναιρεσειόντων με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.", και συγκεκριμένα: α) κατά της αλλοδαπής εταιρείας DYWIDAG, ποσού 4.442.681,24 ευρώ, β) κατά της ημεδαπής εταιρείας ΕΛΠΕ, ποσού 850.494,26 ευρώ και γ) κατά της αυτής εταιρείας για ποσόν 1.075.318,43 ευρώ, ενεγράφησαν μεν στον ισολογισμό του μετασχηματισμού αυτής της 28-2-2002, πλην όμως δεν ήσαν εντάξιμες κατά νόμον στον ισολογισμό αυτό, γιατί δεν πληρούσαν τα εννοιολογικά στοιχεία του έργου, δεν ήσαν σύμφωνες με την αρχή της συντηρητικότητας του άρθρου 43 παρ. 1γ και 2 κ.ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", και συνακόλουθα δεν ήσαν ικανές να διαμορφώσουν ίδια κεφάλαια της εταιρείας, ώστε να ενισχύσουν την καθαρή θέση της στη σχεδιαζόμενη συγχώνευση διαφόρων τεχνικών εταιρειών, και ότι τα νέα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες δεν αποδείκνυαν τη βασιμότητα και βεβαιότητα των εν λόγω απαιτήσεων, αφού λόγω της δικαστικής τους εκκρεμότητας ήταν αβέβαιο αν θα ευδοκιμούσαν και σε ποια έκταση, και κατά συνέπεια τα έγγραφα αυτά, και αν ακόμη τα είχε υπόψη του το Διαιτητικό Δικαστήριο, δεν θα οδηγούσαν σε διαφορετική κρίση, αφού και με βάση τα έγγραφα αυτά οι απαιτήσεις της "Τεχνικής Ένωσης Α.Ε." κατά των τρίτων θα εξακολουθούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο συντάξεως του ισολογισμού στις 28-2-2002 να είναι ενδεχόμενες, αβέβαιες και μη εκκαθαρισμένες, και συνεπώς δεν θα ενδυνάμωναν τη λογιστική καθαρή θέση της εταιρείας και, με βάση τη θέση αυτή, την ποσοστιαία συμμετοχή της στην υπό συγχώνευση δι' απορροφήσεως των μελών της νέα εταιρεία.

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, σχετικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, δηλαδή το ποσοστό συμμετοχής της τέως εταιρείας των αναιρεσειόντων στη συσταθείσα με το από 29-1-2002 πολυμερές ιδιωτικό συμφωνητικό νέα εταιρεία.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτών να κρίνει το υπαρκτό ή ανύπαρκτο των απαιτήσεων αυτών, ούτε δε έκρινε το Διαιτητικό Δικαστήριο το ζήτημα τούτο, όπως αβάσιμα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, και κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός σε κάθε περίπτωση τυγχάνει αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, και ειδικότερα την υπ' αριθμ. 21/2005 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, επικαλούνται ότι το Εφετείο ανέγνωσε την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου μόνο κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν ότι οι απαιτήσεις που εισέφερε η πρώην εταιρεία τους δεν ήσαν εντάξιμες στον ισολογισμό του μετασχηματισμού, επειδή επρόκειτο για αβέβαιες απαιτήσεις, και δεν ανέγνωσε το τμήμα εκείνο της ίδιας αποφάσεως στο οποίο αναφέρεται ότι διά της αναγραφής των εν λόγω απαιτήσεων σκόπευαν οι αναιρεσείοντες να δικαιολογήσουν κεφάλαιο, το οποίο όμως στην πραγματικότητα δεν είχαν εισφέρει και άρα ανύπαρκτο, και ότι κατά συνέπεια επήλθε ζημιογόνο αποτέλεσμα σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στην αίτηση αναιρέσεως ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο της διαιτητικής αποφάσεως (ΑΠ 811/1998). Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εκτίμησε το περιεχόμενο της διαιτητικής αποφάσεως στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά.

Ειδικότερα, το Διαιτητικό Δικαστήριο, εκτιμώντας τις απαιτήσεις που εισέφερε η πρώην εταιρεία των αναιρεσειόντων ως μη εντάξιμες στον ισολογισμό μετασχηματισμού της 28-2-2002 και στηρίζοντας την αιτιολογία του κατά κύριο λόγο στην αρχή της συντηρητικότητας, που ρυθμίζει το άρθρο 43 παρ. 1γ και 2 κ.ν. 2190/1920, και όχι σε μια νοερή εκτίμηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των απαιτήσεων, έκρινε ότι έχουν πλασματικά εισφερθεί οι απαιτήσεις αυτές ως ίδια κεφάλαια ανύπαρκτου ύψους.

Ενόψει της εκτιμήσεως αυτής το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τις απαιτήσεις αυτές ως ανύπαρκτες, αλλά ως μη εντάξιμες. Η κρίση ωστόσο αυτή του Εφετείου συνιστά εκτίμηση της διαιτητικής αποφάσεως και όχι διαγνωστικό σφάλμα περί την ανάγνωσή της.

Με τον τρίτο λόγο οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού τους για το χρόνο και τρόπο που περιήλθαν στην κατοχή τους τα νέα κρίσιμα έγγραφα για την απαίτησή τους κατά της εταιρείας DΥWIDAG, ώστε να κριθεί το εμπρόθεσμο της αγωγής ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, προσκόμισαν και την κατάσταση συσκευασίας (packing list) των χαρτοκιβωτίων με τη σχετική ένδειξη για την ημερομηνία αποστολής, τα οποία και παρέλαβαν στις 9-9-2008, γεγονός που δεν το αρνήθηκε η αναιρεσίβλητη, η οποία περιορίσθηκε σε γενική άρνηση της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι τα έγγραφα αυτά τους ήταν ήδη γνωστά, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, με τη σκέψη ότι δεν προκύπτει πως τα νέα κρίσιμα αυτά έγγραφα περιέχονταν στα εν λόγω χαρτοκιβώτια, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε με έγγραφο ή δικαστική ομολογία το αφετηριακό γεγονός της προθεσμίας της αναψηλαφήσεως, ότι δηλαδή τα έγγραφα αυτά περιήλθαν στα χέρια τους για πρώτη φορά στις 9-9-2008.

Επικαλούνται δε περαιτέρω ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, γιατί εφόσον δέχθηκε ότι στις 9-9-2008 οι αναιρεσείοντες έλαβαν στην κατοχή τους τρία χαρτοκιβώτια από το Λονδίνο με έγγραφα από το δικηγορικό γραφείο που χειρίσθηκε την υπόθεση της διεθνούς διαιτησίας με την εταιρεία DΥWIDAG, η αιτίαση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν απέδειξαν πως στα χαρτοκιβώτια αυτά περιλαμβάνονταν και τα νέα κρίσιμα έγγραφα, που τους ήσαν άγνωστα και δεν είχαν τεθεί υπόψη του Διαιτητικού Δικαστηρίου, συνιστά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ενόψει του ότι τα συνοδευτικά έγγραφα της ταχυδρομικής υπηρεσίας ουδέποτε περιέχουν αναλυτική καταγραφή ή περιγραφή των περιεχομένων στο δέμα ή την επιστολή, ακόμη και όταν αφορά αποστολή με απόδειξη ή συστημένη, και θα έπρεπε να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι για πρώτη φορά με την αποστολή των χαρτοκιβωτίων αυτών από το Λονδίνο στις 9-9-2008 πληροφορήθηκαν οι ίδιοι για την ύπαρξη αυτών των εγγράφων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς στην παραδοχή ότι τα νέα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες για να δικαιολογήσουν το αίτημά τους για ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, δεν θεωρήθηκαν κρίσιμα, οπότε ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του που προσβάλλει την κρίση του Εφετείου ότι δεν προκύπτει το είδος των εγγράφων που περιείχαν τα τρία χαρτοκιβώτια, ούτε αν τα επικαλούμενα ως κρίσιμα έγγραφα ήσαν περιεχόμενό τους, για να δικαιολογήσουν το εμπρόθεσμο της ασκήσεως ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, προβάλλεται αλυσιτελώς.

Εξάλλου, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τότε μόνο θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, όταν χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έχουν αποδειχθεί, αποκλείεται δε η αναίρεση της αποφάσεως για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/2011), όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να προσδώσουν με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικτική αξία στην εξωτερική ετικέτα των χαρτοκιβωτίων για το περιεχόμενό τους.

Κατόπιν τούτου κατά το σκέλος αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι νόμιμος.

Με τον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι ενώ η συζήτηση αγωγής ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως είναι προφορική και επιβάλλεται όπως οι ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά, αλλιώς εξομοιώνονται με μη προταθέντες, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ισχυρισμούς που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της και δεν τους ανέπτυξε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) είχαν γνώση από προγενέστερο χρόνο όλων αυτών των εγγράφων που προσκόμισαν ως δήθεν νέων και κρίσιμων αναφορικά με τη διεθνή διαιτησία στην αντιδικία της τέως εταιρείας τους με την αλλοδαπή εταιρεία DΥWIDAG, καθώς και ότι αυτοί είχαν την πρωτοβουλία και αποφασιστική κρίση για τους χειρισμούς της υποθέσεως στη σχετική διαδικασία, την οποία ήλεγχαν και συντόνιζαν και μετά τη συγχώνευση της τέως εταιρείας τους με την αναιρεσίβλητη, που συνέχισε τη διαιτησία για λογαριασμό της.

Ως προς τις αιτιάσεις αυτές των αναιρεσειόντων πρέπει να λεχθεί ότι από τη διάταξη του άρθρου 898 εδ. β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 670 - 673, 675 και 676 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ενώπιον του Εφετείου κατά την εκδίκαση αγωγής ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, οι διάδικοι δεν έχουν υποχρέωση να καταχωρίσουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους στα πρακτικά, αλλά αρκεί να περιέχονται αυτοί στις προτάσεις που κατατίθενται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.

Σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσίβλητης συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως ως προς το στοιχείο του "νέου" αναφορικά με τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες για να δικαιολογήσουν την αγωγή ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως με βάση λόγο αναψηλαφήσεως από το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, και κατά συνέπεια δεν συνιστούσαν αυτοτελή ισχυρισμό, που θα έπρεπε να διατυπωθεί προφορικά στο ακροατήριο, ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.

Κατόπιν τούτου, ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του δεν είναι νόμιμος. Περαιτέρω, το δικαστήριο από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν, έστω και αν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ειδικότερη μνεία χωριστά για κάθε αποδεικτικό μέσο ή έγγραφο που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες συντόνιζαν και ήλεγχαν την πρόοδο της αντιδικίας που είχε η τέως εταιρεία τους "Τεχνική Ένωση Α.Ε." με την αλλοδαπή εταιρεία DΥWIDAG και μετά την απορρόφηση της πρώτης, και συνεπώς είχαν πλήρη γνώση για την εξέλιξη της δικαστικής αυτής διαμάχης μέχρι το τέλος της καθώς και όλων των στοιχείων της Διεθνούς Διαιτησίας, αναφέροντας μάλιστα στην προσβαλλόμενη απόφαση και πολλές λεπτομέρειες αυτής της αναμίξεως.

Το γεγονός αυτό δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ότι δηλαδή έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτώς, αφού, όπως εκτέθηκε παραπάνω, οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσίβλητης συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και έτσι δεν ενέπιπταν στον όρο "πράγματα", όπως αυτός νοείται στην πιο πάνω διάταξη.

Ακριβώς, οι εκτεταμένες αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση για τα πρόσωπα που σχετίζονταν με τους αναιρεσείοντες και τα γεγονότα για τα οποία τους ενημέρωναν καθ' όλη τη διάρκεια της διεθνούς διαιτησίας με την DΥWIDAG, έχοντας απορρίψει μάλιστα και πρόταση για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς με την εταιρεία αυτή, καθιστούν βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατέληξε δε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ενόψει αυτής της συνεχούς ενημερώσεως έγκαιρα πληροφορήθηκαν οι αναιρεσείοντες την ύπαρξη των εγγράφων που επικαλέσθηκαν ως νέα και κρίσιμα για τη θεμελίωση λόγου ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, και πάντως ότι δεν είχε τα έγγραφα αυτά στην κατοχή της η αναιρεσίβλητη, ούτε τα απέκρυψε δολίως από αυτούς, και ότι σε κάθε περίπτωση τα έγγραφα αυτά δεν ήσαν "νέα κρίσιμα έγγραφα" κατά την έννοια του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, και κατόπιν τούτου απέρριψε τη σχετική αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα όσα εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω για την από μακρού γνώση των αναιρεσειόντων σχετικά με την πορεία της διεθνούς διαιτησίας με την εταιρεία DΥWIDAG και το μη χαρακτηρισμό των προσκομισθέντων εγγράφων ως νέων και κρισίμων, χωρίς απόδειξη, -δεδομένου ότι από τα αναφερόμενα στο λόγο και μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, με την αξιολόγηση των οποίων ήχθη αυτό στην εν λόγω κρίση του, δεν αποδεικνύονταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο για τη γνώση των αναιρεσειόντων και τη σχέση τους με τα πρόσωπα που αναμείχθηκαν στη διεθνή διαιτησία-, τυγχάνει απαράδεκτος, γιατί στην πραγματικότητα πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των άνω πραγμάτων κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η πρόταση για συμβιβασμό από την εταιρεία DΥWIDAG υποβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη και της άλλης ότι οι αναιρεσείοντες είχαν την άμεση και αποκλειστική πρωτοβουλία για τη διεξαγωγή της διεθνούς διαιτησίας, αφού μετά τη συγχώνευση η αναιρεσίβλητη ενομιμοποιείτο στη διεξαγωγή της σχετικής δίκης, ενώ οι αναιρεσείοντες, ως άμεσα ενδιαφερόμενοι, εξακολουθούσαν να έχουν τα ηνία για την πορεία της υποθέσεως. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ τυγχάνουν αβάσιμα.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε εσφαλμένα ότι τα έγγραφα που προσκόμισαν αυτοί στη δίκη ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως δεν ήσαν νέα και κρίσιμα, παρά το ότι τα έγγραφα αυτά αφορούσαν τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, καθώς και επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αλλοδαπής εταιρείας DΥWIDAG με τα συνημμένα σ' αυτήν έγγραφα, σύμφωνα με τα οποία αναγνωριζόταν ότι υπήρχε οφειλή της εταιρείας αυτής και όχι απαίτησή της κατά της πρώην εταιρείας τους, και μάλιστα σε ποσό διπλάσιο εκείνου που είχε αναγραφεί για λογαριασμό τους στον ισολογισμό μετασχηματισμού, γεγονός που ανατρέπει τις παραδοχές της διαιτητικής αποφάσεως ότι υπήρχαν ανταπαιτήσεις της DΥWIDAG, λόγω των οποίων η απαίτηση της τέως εταιρείας τους "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε." ήταν αβέβαιη και ανύπαρκτη, και για το λόγο αυτό συνιστούσε έλλειμμα της καθαρής της θέσεως στη διαδικασία συγχωνεύσεως, και έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, όπως άλλωστε και η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, δεν έκρινε τις απαιτήσεις της τέως εταιρείας των αναιρεσειόντων κατά της αλλοδαπής εταιρείας DΥWIDAG ανύπαρκτες, αλλά απλώς μη εντάξιμες στον ισολογισμό μετασχηματισμού, λόγω του ότι οι απαιτήσεις αυτές εκκρεμούσαν στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο από το 1992 και η εταιρεία DΥWIDAG είχε προβάλει ανταπαιτήσεις, ενώ δεν ασκούσε επιρροή το ότι είχε επιβληθεί σε βάρος της τελευταίας συντηρητική κατάσχεση ποσού 900.000.000 δρχ.

για την εξασφάλιση αυτών των απαιτήσεων, και για το λόγο αυτό δέχθηκε ότι οι απαιτήσεις δεν είχαν βεβαιότητα εισπράξεως αλλά απλή πιθανότητα και παρανόμως γράφτηκαν στον ισολογισμό του μετασχηματισμού, ενδυναμώνοντας την καθαρή της θέση, ενώ δεν έπρεπε με βάση την αρχή της συντηρητικότητας να συμπεριληφθούν στην καθαρή λογιστική θέση της εταιρείας.

Περαιτέρω, και τα λοιπά έγγραφα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι δεν τα έλαβε υπόψη το Εφετείο, όπως η επιστολή του Γερμανού δικηγόρου της εταιρείας DYWIDAG, οι προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου και η απόφασή του, περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκτιμήθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, ώστε δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός αυτών ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, και συνακόλουθα κατά το σκέλος αυτό ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Οι περαιτέρω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στο δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, και ειδικότερα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης στις προτάσεις της ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, με τις οποίες ως καθολική διάδοχος της τέως εταιρείας των αναιρεσειόντων διεκδικούσε από την εταιρεία DΥWIDAG ποσόν απαιτήσεων δεκαπλάσιο των όσων είχαν εισφέρει αυτοί στον ισολογισμό του μετασχηματισμού, είναι επίσης αβάσιμοι, αφού προκειμένου για εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται πάντοτε ελευθέρως, η σχετική πρόθεση του ομολογούντος πρέπει να αποδεικνύεται, και τέτοια πρόθεση από πλευράς αναιρεσίβλητης δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση δε κατά την οποία η εξώδικη ομολογία δεν έγινε δεκτή, δεν δημιουργείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί αναιρετικό έλεγχο, και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός κατά το σκέλος τούτο είναι αβάσιμος.

Τέλος, κατά το τρίτο σκέλος του αυτού λόγου οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου που προσκόμισαν προς ακύρωση της αποφάσεως του διαιτητικού δικαστηρίου, και ειδικότερα την από 19-1-2005 επιστολή της αλλοδαπής εταιρείας DΥWIDAG προς το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο με το συνημμένο σ' αυτήν έγγραφο με τον τίτλο "Σημεία Συμφωνίας για το Λογαριασμό Λήξεως Κοινοπραξίας", από το οποίο προέκυπτε ότι η εν λόγω εταιρεία όφειλε στην τέως εταιρεία των αναιρεσειόντων από το συμψηφισμό των εκατέρωθεν εισφορών και απολήψεων κατά τη μεταξύ τους κοινοπραξία, και ειδικότερα προέκυπτε πιστωτικό όφελος υπέρ της "ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Α.Ε." ποσού 6.983.685 γερμανικών μάρκων και μαζί με τους αναλογούντες τόκους υπερέβαινε το ποσόν των 12.000.000 γερμανικών μάρκων, πολλαπλάσιο ποσό δηλαδή της εισφοράς της στον ισολογισμό του μετασχηματισμού, στοιχεία τα οποία προέκυπταν από το έγγραφο τούτο και η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίσθηκε να δεχθεί ότι επρόκειτο για μια κατ' αρχήν συμφωνία σχετικά με τη μέθοδο καταρτίσεως του λογαριασμού για το κλείσιμο της μεταξύ τους κοινοπραξίας και τα στοιχεία που έπρεπε να καταχωρισθούν στο λογαριασμό αυτό.

Από την παραδοχή αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και δεν το παραμόρφωσε, αφού μάλιστα το συμπέρασμα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες είναι αποτέλεσμα αριθμητικών λογαριασμών προσθέσεων, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν προχώρησε σε προσθέσεις των παρατιθέμενων ποσών, αφήνοντας κάποιο ποσόν εκτός προσθέσεως, ώστε να προκύπτει διαγνωστικό λάθος, που ενδεχομένως θα συνιστούσε παραμόρφωση του εγγράφου, ούτε η πρόσθεση αυτή ήταν αναγκαία για την εκτίμηση του περιεχομένου του, αφού το Εφετείο δεν συνέδεσε το αποδεικτικό του πόρισμα με κάποιο αριθμητικό άθροισμα, για να εκτιμήσει τη βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας τους, και κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός αναιρέσεως και κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-1-2011 αίτηση των Α. Π. και Α. Π. του Α. για αναίρεση της 6879/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ