1759/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1759/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Full text
Απόφαση 1759 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1759/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σφακιανάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2. Ε. χας Π. Φ., κατοίκου ..., 3. Γ. Φ. του Π., κατοίκου ..., 4. Κ. Φ. του Π., κατοίκου ..., 5.Α. Σ., κατοίκου … και 6. Ά. Γ. Χ., κατοίκου .... Οι πρώτος και δεύτερος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κόκκα, οι, πέμπτος και έκτος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο, o οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.3.2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4685/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2229/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 575 εδ. α' ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη αυτή παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για την παράσταση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και μόνο αν αυτή υπάρχει θεωρείται έγκυρη η παράσταση του διαδίκου, καθώς και όλες οι πράξεις που είχαν προηγηθεί, το δε δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης, την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή πληρεξουσιότητα, θεωρείται ότι παρίσταται νομίμως.
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, έστω και ένας από τους διαδίκους, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 13-01-2009 αίτηση του Β. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2229/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η εκδίκαση της οποίας αρχικά ορίσθηκε για τις 10-05-2010, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (07-11-2011) με σχετική εγγραφή της στο πινάκιο της δικασίμου αυτής.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά τη νέα προσδιορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν οι εκ των αναιρεσιβλήτων Γ. Φ. του Π. και Κ. Φ. του Π., ούτε κατέθεσαν την κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως, ενώ παραστάθηκαν νομίμως οι λοιποί διάδικοι διά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, κατά την αρχική δικάσιμο της 10-05-2010, κατά την οποία δόθηκε η αναβολή, παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Κόκκα του Λεωνίδα, ενώ από το υπ' αριθμ. .../08-05-2010 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Κων/νου Νταή, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτει, ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι παρείχαν μ' αυτό στον άνω παρασταθέντα δικηγόρο την ειδική εντολή και την πληρεξουσιότητα όπως αντ' αυτών και για λογαριασμό τους παρασταθεί και εκπροσωπήσει αυτούς ενώπιον του Αρείου Πάγου (Τμήμα Α1 Πολιτικό) κατά τη δικάσιμο της 10ης Μαΐου 2010 ή σε οποιαδήποτε άλλη μετ' αναβολή δικάσιμο, όπου συζητείται η από 13-01-2009 αίτηση αναιρέσεως του Β.
Τ., που απευθύνεται, εκτός των άλλων, και κατά των ίδιων (απολειπομένων αναιρεσιβλήτων) και κατά της υπ' αριθ. 2229/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν νομίμως δια του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο κατά την οποία δόθηκε η αναβολή, χωρίς εναντίωση προς τούτο, η μεταφορά της υποθέσεως από τον αρμόδιο γραμματέα στο πινάκιο των υποθέσεων της παρούσης δικασίμου, ισχύει και ως προς αυτούς ως κλήτευση και δεν ήταν αναγκαία η κλήτευσή τους κατά τη δικάσιμο αυτή. Ενόψει των ανωτέρω, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των απολειπομένων αναιρεσίβλητων.
Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Επίσης στην από κοινού τελούμενη απάτη για τον υπολογισμό του οφέλους ή της ζημίας λαμβάνεται υπόψη το όλο, το σύνολο δηλαδή αυτών, αφού αυτό επεδίωκαν άπαντες οι υπαίτιοι, το ίδιο δε ισχύει και όταν η απάτη τελείται από κοινού σε βάρος περισσοτέρων.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2229/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο τρίτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος έχει την υπηκοότητα των ΗΠΑ και απασχόλησε για οικονομικά αδικήματα τις αρμόδιες υπηρεσίες των ΗΠΑ, το 1991 μάλιστα εκδόθηκε ένταλμα σύλληψής του από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Χιούστον, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1996, με σκοπό ως έμπειρος στα οικονομικά ..., να εξασφαλίσει πολύ υψηλό οικονομικό όφελος για τον ίδιο και εις βάρος ανυποψίαστων ατόμων.
Κατ' αρχήν και προκειμένου να προσδώσει νομιμοφάνεια στις άνομες δραστηριότητες που είχε προγραμματίσει, επιμελήθηκε, όπως και η εταρεία με την επωνυμία "HEDLEY FINANCE LTD" που έχει την έδρα της στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και ιδρύθηκε το 1996, ώστε με την ΙΕ/53145/11384/1997 απόφαση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας να λάβει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 προκειμένου ν' ασχοληθεί (η εταρεία) αποκλειστικά με το συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων της εταιρείας με τη ρητή απαγόρευση να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον ελληνικό χώρο, καθώς και να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες.
Μετά την εξασφάλιση της άδειας αυτής, η οποία έχει ήδη νομότυπα ανακληθεί (βλ. ΦΕΚ 136/24-7-2002 τεύχος αναπτυξιακών πράξεων και συμβάσεων), ο τρίτος εναγόμενος με το πρόσχημα της εξασφάλισης του χώρου όπου η ως άνω εταιρία θα πραγματοποιεί το σκοπό της, εγκαταστάθηκε σε πολυτελές κτίριο γραφείων στη ... (οδός ...
αρ. 38) και προσέλαβε συνεργάτες-υπαλλήλους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, τους οποίους, αφού κατάλληλα εκπαίδευσε τους χρησιμοποίησε για την υλοποίηση του σχεδίου του. Για τον ίδιο σκοπό απευθύνθηκε στην "OVER SEAS MANAGEMENT COMPANY", εταιρεία σύστασης εταιρειών κατ' εντολή πελάτη, (οργάνωσης, διοίκησης, διαχείρησης), εξασφαλίζοντας καταστατικά, πιστοποιητικά καλής θέσης, εγγραφής στο σχετικό μητρώο των εμπορικών εταιρειών, έκδοση μετοχών και διάθεση αυτών και δημιουργεί τις offshores εταιρείες, "COLDSMITH INVESTMENT LIMITED", "CANYON FINANCE LTD", "HAVERFORD DEVELOPMENT COMPANY LTD", "CARMEL ESTATES", FASILADES ESTATES".
EYROIL HOLDIΝGS LTD", "MATRIX FINANCIAL SERVICES LTD" και άλλες πολλές. Επίσης με τη φροντίδα του και για εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού ίδρυσε και άλλες ανώνυμες εταιρείες σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, όπως αυτές με τις επωνυμίες "DEAL F.X. A.E.", "THREA A.E.". "NATIONAL ENERGY A.E." κλπ. Βασικό χαρακτηριστικό του σχεδίου (συμπεριφοράς) του εναγομένου προκειμένου να υλοποιήσει τον προεκτεθέντα σκοπό του είναι ότι ο ίδιος επίσημα εμφανίζετο ως υπάλληλος της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LTD" και ουδέποτε σαν εκπρόσωπος των offshores εταιρειών που ιδρύοντο κατ' εντολή του.
Ως τέτοιοι (εκπρόσωποι) φέρονται αλλοδαποί υπήκοοι όπως ο C. D. και ο D. H., για τους οποίους όχι μόνο ουδεμία εξήγηση δίδει για το πως εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και ανέλαβαν τις ως άνω αρμοδιότητες, αλλά δεν αναφέρει οποιοδήποτε σχετικό μ' αυτούς πραγματικό γεγονός, όπως την επιστημονική τους κατάρτιση, τη δραστηριότητά τους πριν εγκατασταθούν στην Ελλάδα, που να δικαιολογεί την ανάληψη μέρους, τους εις αυτούς ανατεθέντων καθηκόντων και την προς αυτούς εμπιστοσύνη του (εναγομένου) ώστε να τους παρέχει την εργασία του, συγκεκριμένα δε, όπως ο ίδιος αναφέρει σχετικώς, με την προώθηση στην Ελλάδα του αμοιβαίου κεφαλαίου της εταρείας "GOLDSMITH INVESTMENTS LTD".
Στη συνέχεια, οι κατάλληλα απ' αυτόν (τρίτο εναγόμενο) εκπαιδευμένοι υπάλληλοι - συνεργάτες του κατ' εντολή και για λογαριασμό του πλησίαζαν άτομα σε όλη την Ελλάδα και τους παρουσίαζαν εντελώς ψευδή γεγονότα ως αληθινά, όπως ότι εκπροσωπούν εταιρεία που διαχειρίζεται χρηματοοικονομικό προϊόν, το οποίο έχει σταθερή και καλή απόδοση για τον καθένα που θα επενδύσει σ' αυτό και ότι όλο το επενδυτικό πρόγραμμα ήταν ασφαλισμένο από Lloyds του Λονδίνου και κάλυπτε όλους όσους θα επένδυαν σ' αυτό, οι τράπεζες στις οποίες θα κατατίθεντο τα χρήματά τους ήταν η Royal Bank of Scotland και η Private Bank of Switzerlamd, εξασφάλιζαν την εμπιστοσύνη τους ότι όχι μόνον δεν θα απωλέσουν το κεφάλαιό τους, αλλά θα είχαν και μια απόδοση του τελευταίου, οπωσδήποτε μεγαλύτερη από τις προσφερόμενες από τις ελληνικές τράπεζες, και κατέβαλαν τα προς επένδυση κεφάλαιά τους με τον τρόπο που τους υποδείκνυαν, τα οποία στο σύνολό τους κατέληγαν - ενσωματώνοντο στην προσωπική περιουσία του (τρίτου εναγομένου).
Μεταξύ των ατόμων που πείσθηκαν από τις ψευδείς κατά τα ως άνω διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων - συνεργατών του εναγομένου είναι οι ενάγοντες. Συγκεκριμένα, πίστεψαν πως ανταποκρίνεται στην αλήθεια ότι η δεύτερη εναγομένη διαθέτει ένα αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH FUND", το οποίο επενδύει σε νομίσματα, ακίνητα, μετοχές, χρεόγραφα, ξένο συνάλλαγμα κ.λ.π., που εξασφαλίζει ετησίως σταθερή απόδοση, το ύψος της οποίας ανήρχετο σε 9% για τον πρώτο ενάγοντα και 7% για τους υπόλοιπους, ενώ τα γεγονότα αυτά ήταν εντελώς ψευδή, η εταιρεία αυτή υπήρχε ως εταιρεία με έδρα τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, αλλά ουδεμία σχέση είχε με το αμοιβαίο κεφάλαιο, αφού η ύπαρξη του τελευταίου ήταν εντελώς ψευδές γεγονός, πείσθηκαν δε οι ενάγοντες πως η δεύτερη εναγομένη είναι μια εταιρεία εύρωστη που πράγματι εκδίδει και διαχειρίζεται το με το ως άνω όνομα αμοιβαίο κεφάλαιο, λόγω των χαρισματικών σε πειθώ υπαλλήλων του εναγομένου σε συνδυασμό με σχετική διαφήμιση και άλλων τρόπων που ο τρίτος εναγόμενος είχε εφεύρει, όπως την υποστήριξή του, καθόσον αφορά τις ικανότητές του από αναμφισβήτου ήθους προσωπικότητες της Ελλάδος, και κατέβαλε καθένας απ' αυτούς τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά δήθεν στη δεύτερη εναγομένη, στην πραγματικότητα όμως στον τρίτο εναγόμενο.
Ο πρώτος ενάγων στις 18-2-2002 το ποσό των 40.805,01 ευρώ. Ο Π. Φ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τους υπό στοιχεία 2α, 2β και 2γ ενάγοντες, στις 29-3-2002 το ποσό των 24.784,22 ευρώ, και το ποσό των 15.339,10 USD, στις 25-4-2002 το ποσό των 163.963,55 ευρώ και στις 26-6-2002 το ποσό των 18.500 ευρώ. Ο τρίτος ενάγων στις 7-1-2002 το ποσό των 117.500 ευρώ και η τέταρτη ενάγουσα στις 4-3-2002 το ποσό των 25.000 ευρώ.
Το ότι η δεύτερη εναγομένη εταιρεία ουδεμία ανάμειξη είχε στην αποκλειστικά εκ μέρους του τρίτου εναγομένου σε βάρος των εναγόντων διαπραχθείσα αδικοπραξία και μόνον για εξυπηρέτηση του σχεδίου του ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε την επωνυμία της στα έγγραφα που συμπλήρωναν οι "επενδυτές" - θύματα ή απευθύνοντο στους τελευταίους, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στο έγγραφο με τίτλο πιστωτική έγκριση που οι υπάλληλοι της επιχείρησης του εναγομένου παρέδιδαν στο κάθε επενδυτή (και οι ενάγοντες προσκομίζουν τοιαύτα έγγραφα) αναγράφεται, "με το παρόν επιβεβαώνουμε ότι σήμερα ...
λάβαμε το ποσό των (γράφεται το ποσό που ο επενδυτής κατέβαλε) για λογαριασμό του Κ - 1027. Παρακαλώ λάβετε υπ' όψιν ότι το ποσόν των ... θα πιστωθεί στον λογαριασμό Κ - 1027 με valeur 29 Μαρτίου 2002", χωρίς να φέρει ουδεμία υπογραφή, ενώ από το κείμενο προκύπτει ποιος έλαβε το ποσό που ο επενδυτής κατέθεσε, και σε ένα έγγραφο που απευθύνετο στον κληρονομηθέντα από τους υπό στοιχ. 2α, 2β και 2γ ενάγοντες αναφέρεται "επιθυμούμε να σας ευχαριστήσουμε για το ενδιαφέρον σας στο GoldsmithFund.
Το GoldsmithFund είναι προϊόν το οποίο προσφέρει σταθερότητα, ασφάλεια και εμπιστοσύνη στους επενδυτές παρέχοντας τη μέγιστη απόδοση. Ο επενδυτής καταθέτει δραχμές οι οποίες μετατρέπονται σε ευρώ και δολάρια και στη συνέχεια επενδύονται σε μία μεγάλη ποικιλία συντηρητικών επιλογών καλά σχεδιασμένων από επαγγελματίες μάνατζερς, προκειμένου να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή απόδοση προς όφελος του επενδυτή.
Οι όροι του προϊόντος είναι όπως ακολούθως: 1) Επενδυόμενο Κεφάλαιο ... 2) με καθαρή ετήσια εγγυημένη απόδοση 7%, 3) Περίοδος ευθύνης: 1 χρόνος (ή περισσότερο αν ο πελάτης το επιθυμεί). Ενημέρωση: Μηνιαία. Συνάλλαγμα αναφορας EUR. Καταθέτρια/Θεματοφύλακας: Royal Bank of Scotland / Private Bank of Switzerlamd", όμως ουδέν από τα ως άνω ποσά προέκυψε ότι κατατέθηκε σε λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης στις ως άνω τράπεζες ή σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα για λογαριασμό της.
Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγηθείσα σκέψη, η δεύτερη εναγομένη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία" με ομόρρυθμο εταίρο τον τρίτο εναγόμενο, αφού εκτός όλων των όσων ήδη εκτέθηκαν, ότι αποδείχθηκαν γι' αυτήν (δεύτερη εναγομένη) δεν υπάρχουν τουλάχιστον δύο εταίροι, στοιχείο απαραίτητο και γι' αυτήν την "μορφή εταιρίας", καθόσον οι ενάγοντες αναφέρουν μόνον έναν (τον τρίτο εναγόμενο).
Ενόψει τούτων, οι ενάγοντες, λόγω της σε βάρος τους αδικοπραξίας του τρίτου εναγομένου, ζημιώθηκαν κατά τα ως άνω ποσά καθένας απ' αυτούς στο ύψος των οποίων ανέρχεται το ποσό της αποζημίωσης που οφείλει (ο τρίτος εναγόμενος) να τους καταβάλει". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 10-03-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και με την οποία επιδιώκετο, εκτός των άλλων (που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω), η επιδίκαση σ' αυτούς, νομιμοτόκως, των παραπάνω ποσών, ως αποζημίωση, λόγω της ζημίας που υπέστησαν από την αδικοπραξία του αναιρεσείοντος, συνισταμένη στην αξιόποινη πράξη της απάτης, η οποία τελέσθηκε από κοινού από τον ίδιο και τους υπαλλήλους-συνεργάτες του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του ΑΚ και 27, 45 και 386 του Π.Κ. Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι: 1) Ο αναιρεσείων (τρίτος εναγόμενος), από κοινού με τους κατάλληλα εκπαιδευμένους από τον ίδιο υπαλλήλους-συνεργάτες του, με τους οποίους είχαν κοινό δόλο, παρουσίαζαν στο ευρύ ελληνικό κοινό (ο πρώτος, μέσω διαφημίσεων και με άλλες μεθόδους, όπως με την υποστήριξη που πέτυχε, αναφορικά με την ικανότητά του σε επενδυτικές δραστηριότητες, από αναμφισβητήτου ήθους προσωπικότητες της Ελλάδος και οι δεύτεροι με την προσέγγιση ατόμων από όλη την Ελλάδα), εντελώς ψευδή γεγονότα ως αληθινά, και ειδικότερα, ότι εκπροσωπεί την εταιρεία "Goldsmith Investment Fund" που διαχειρίζεται χρηματοοικονομικό προϊόν, (αμοιβαίο κεφάλαιο) με την ονομασία "GOLDSMITH FUND", το οποίο έχει σταθερή και καλή απόδοση για τον καθένα που θα επενδύσει σ' αυτό, ότι όλο το επενδυτικό πρόγραμμα ήταν ασφαλισμένο από Lloyds του Λονδίνου και κάλυπτε όλους όσους θα επένδυαν σ' αυτό, και ότι οι Τράπεζες στις οποίες θα κατατίθεντο τα χρήματά τους ήταν η Royal Bank of Scotland και η Private Bank of Switzerland, διαβεβαιώνοντας έτσι δολίως και ψευδώς τους ενδιαφερόμενους επενδυτές, ότι όχι μόνον δεν θα απωλέσουν το κεφάλαιό τους, αλλά θα είχαν και μια απόδοση του τελευταίου, οπωσδήποτε μεγαλύτερη από τις προσφερόμενες από τις ελληνικές τράπεζες, της τάξεως του 7% έως 9% ετησίως, έτσι δε τους έπειθαν και κατέβαλαν τα προς επένδυση κεφάλαιά τους με τον τρόπο που τους υποδείκνυαν, τα οποία στο σύνολό τους κατέληγαν (ενσωματώνοντο) στην προσωπική περιουσία του τρίτου εναγομένου, καθόσον όλα τα ανωτέρω ήσαν ψευδή, αφού η ως άνω εταιρεία, που είχε έδρα τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, ουδεμία σχέση είχε με το παραπάνω αμοιβαίο κεφάλαιο, η ύπαρξη του οποίου ήταν εντελώς ψευδές γεγονός και 2) οι αναιρεσίβλητοι πειθόμενοι από τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις δέχθηκαν να συμμετάσχουν στο άνω αμοιβαίο κεφάλαιο, καταβάλλοντας προς τούτο τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία όμως ποτέ δεν επενδύθηκαν στο κεφάλαιο αυτό, αφού ήταν ανύπαρκτο, αλλά ενσωματώθηκαν στην ατομική περιουσία του αναιρεσείοντος, σκοπό τον οποίο επεδίωκε, με αντίστοιχη ισόποση ζημία αυτών.
Τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσίβλητων εις βάρος του αναιρεσείοντος, ως ενεχομένου από αδικοπραξία, συνισταμένη στην αξιόποινη πράξη της απάτης, διαπραχθείσης από κοινού από τον ίδιο και τους κατάλληλα εκπαιδευμένους απ' αυτόν υπαλλήλους-συνεργάτες του.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δή την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922, 297, 298, 330 του ΑΚ, 27, 45 και 386 του ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ζημία των εναγόντων, που καθιστά υπόχρεο τον αναιρεσείοντα σε αποζημίωσή τους, συνδέεται αιτιωδώς με την αξιόποινη πράξη της απάτης που τέλεσε αυτός (αναιρεσείων), εις βάρος των εναγόντων, από κοινού με τους ως άνω υπαλλήλους-συνεργάτες του, με τους οποίους, έχοντας κοινό δόλο, κατά την προρρηθείσα έννοια, συνέπραξαν στην εκτέλεση της άνω αξιόποινης πράξης της απάτης, με τις προαναφερόμενες συγκλίνουσες επί μέρους διαδοχικές πράξεις τους.
Δεν γίνεται δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τη ζημία αυτή ευθύνεται ο αναιρεσείων από πρόστηση των άνω υπαλλήλων-συνεργατών του, οι οποίοι διέπραξαν την άνω αξιόποινη πράξη, χωρίς τη δική του συμμετοχή, ώστε να δημιουργείται ασάφεια , ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας των εναγόντων, που τον καθιστά υπόχρεο σε αποζημίωσή τους.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχο λόγος αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι και η ανύπαρκτη βάση της αγωγής. Ο λόγος, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, διότι παραδεκτώς προτάθηκε και ήταν νόμιμος, προκειμένου δε για αγωγικό ισχυρισμό που στηρίζει βάση της αγωγής, προς διαπίστωση αυτού, επισκοπείται το δικόγραφο της τελευταίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 10-03-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων κατά το μέρος που απευθύνετο εναντίον του τρίτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία και μόνο ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός (τρίτος εναγόμενος-αναιρεσείων), να τους καταβάλει ως αποζημίωση, νομιμοτόκως, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ως ενεχόμενος από αδικοπραξία, συνισταμένη στην αξιόποινη πράξη της απάτης, διαπραχθείσης από κοινού από τον ίδιο και τους κατάλληλα εκπαιδευμένους απ' αυτόν υπαλλήλους-συνεργάτες του, που ενεργούσαν κατ' εντολή και για λογαριασμό του, η αγωγή δε αυτή είχε έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του ΑΚ, 27, 45 και 386 του ΠΚ.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενέχεται σε αποζημίωση των αναιρεσίβλητων από αδικοπραξία, συνισταμένη στην από κοινού απάτη του ίδιου και των συνεργατών του, βάση η οποία στήριζε το αίτημα της αγωγής, και όχι ως ενεχομένου από τη σχέση πρόστησης μεταξύ αυτού και των υπαλλήλων-συνεργατών του, που τέλεσαν την ίδια ως άνω αδικοπραξία χωρίς τη δική του συμμετοχή, και επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα αντιθέτως δε υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-01-2009 αίτηση του Β. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2229/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ