Legislator Case Law & Legislation
1759/2009 AI generated

1759/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1759/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2001 μη οριστική, 288/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1275/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων (288/2005 και 1275/2006) ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-1-2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1759/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της πρωτόδικης απόφασης 288/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι από την συμπροσβαλλόμενη 1275/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρώτης απορρίφθηκε κατ' ουσία και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η εκκληθείσα πρωτόδικη .

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1759 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1759/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ζαρναβέλη.

Των αναιρεσιβλήτων:.... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Σταύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2001 μη οριστική, 288/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1275/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων (288/2005 και 1275/2006) ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-1-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 19-3-2008 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της πρωτόδικης απόφασης 288/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι από την συμπροσβαλλόμενη 1275/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρώτης απορρίφθηκε κατ' ουσία και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η εκκληθείσα πρωτόδικη .

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 383, 387, 389, 681, 686 εδ. β` και 904 ΑΚ συνάγεται ότι η υπαναχώρηση, νόμιμη ή συμβατική, επιφέρει άμεση διάλυση της εργολαβικής σύμβασης, με αναδρομική ενέργεια και, επομένως, η άσκησή της, με μονομερή δήλωση βουλήσεως, που γνωστοποιείται στον αντισυμβαλλόμενο, έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχές που πηγάζουν από την σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση ν` αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ουσιώδη ζητήματα, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η από 18-6-1999 ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, οικοπεδούχων, κατά του ήδη αναιρεσείοντος, εργολάβου, για καταβολή σ' εκείνους, του ποσού των 32.886,141 δραχμών, το οποίο εκείνος εισέπραξε, μετά την υπαναχώρηση των πρώτων από την μεταξύ τους καταρτισθείσα εργολαβικά σύμβαση, από την πώληση σε τρίτους του αναφερόμενου διαιρετού χώρου της οικοδομής τους, έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι το ποσό που εισέπραξε, καταβλήθηκε από τους αγοραστές του ανωτέρω διαμερίσματος σ' εκείνον όχι για λογαριασμό των εναγόντων, ώστε οι τελευταίοι να έχουν αξίωση προς αναζήτησή του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου δεν ήταν ουσιώδες ζήτημα στην συγκεκριμένη υπόθεση, αφού δε μπορούσε να θεμελιώσει ένσταση κατά της ένδικης, περί αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγής, ενόψει του ότι η υπαναχώρηση των εναγόντων από την μεταξύ τους καταρτισθείσα εργολαβική σύμβαση επιφέρει άμεση διάλυση της σύμβασης αυτής, με αναδρομική ενέργεια και έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχές που πηγάζουν από την σύμβαση και τη δημιουργία αμοιβαίας υποχρέωσης στους συμβαλλομένους προς απόδοση των παροχών που έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και επομένως, έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γιαυτόν δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης Επειδή, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.13ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποία είναι η παράβαση, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως το Δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, εκτός των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει και που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 ΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης αναφορικώς με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό των εναγόντων, ότι, μετά την υπαναχώρησή τους από την εργολαβική σύμβαση που κατάρτισαν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, "από την μεταβίβαση, στο πρόσωπο που τους υπέδειξε ο εναγόμενος των 115/1000 του οικοπέδου, που αντιστοιχούσε στο Ε1-2 διαμέρισμα....

εισέπραξε αυτός το ποσό των 32 886.141 δραχμών, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας τους", για τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την313/2001 προδικαστική απόφασή του έταξε θέμα απόδειξης εις βάρος των εναγόντων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν καθορίζεται ποία είναι η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το βάρος απόδειξης αναφορικώς με τον ουσιώδη αυτόν ισχυρισμό.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10ΚΠολΔ, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, τον ανωτέρω ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό των εναγόντων. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή των πιο πάνω περιστατικών, που θεμελιώνουν τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό των εναγόντων , κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς επίσης και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ,με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, της είσπραξης από τον εναγόμενο του προαναφερθέντος ποσού, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση, ούτε καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, καθώς και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των αιτιολογιών, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, καθόσον σ' αυτήν δεν παρατίθενται τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, τα προσδιοριστικά της ζημίας των εναγόντων και του ύψους αυτής, καθώς και η νομική βάση της αγωγής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες αξίωσαν από τον εναγόμενο το ποσό των 32.886.141 δραχμών που εκείνος εισέπραξε, ως εργολαβικά αντάλλαγμα, από την μεταβίβαση σε τρίτο, ακινήτου τους, λόγω υπαναχώρησής τους από τη σύμβαση εργολαβίας την οποία είχαν συνάψει με εκείνον, ως βάση της είχε αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό και όχι από ζημία, ώστε για το ορισμένο αυτής να είναι αναγκαία η παράθεση των ανωτέρω στοιχείων που επικαλείται ο αναιρεσείων. Ως προς τη δεύτερη αιτίαση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμος, διότι η νομική αιτία, δηλαδή ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου που θεμελιώνει το δικαίωμα δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής ,γιατί η ανεύρεση των κανόνων δικαίου και η σ' αυτούς υπαγωγή των περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος, ανήκουν αποκλειστικώς στο δικαστήριο, που ενεργεί αυτεπαγγέλτως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-1-2007 αίτηση του ...., για αναίρεση της 1275/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών και της 288/2005 αντίστοιχης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ