Legislator Case Law & Legislation
1758/2017 AI generated

1758/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1758/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κοινοποίηση: Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6/6/2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22321/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 641/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2015 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1758/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1758 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1758/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ".", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Αικατερίνη Τζαμαδάνη - Μπατζαλέξη και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6/6/2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22321/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 641/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 9/3/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 641/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ. εκθ. καταθέσεως .../21-11-2013 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 22321/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η υπ' αριθμ.

εκθ. καταθέσεως .../22-3-2012 ανακοπή της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται, μόνο εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει, κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι, με τη μεταβίβαση προς αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 741/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: Μεταξύ της ανακόπτουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "... η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της ενέργειας με σκοπό "την εμπορία, εγκατάσταση και εκμετάλλευση ενεργειακού εξοπλισμού καθώς και τη διαχείριση, παραγωγή και εκμετάλλευση ενέργειας πάσης φύσεως" και αναλαμβάνει "τη μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή σταθμών παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πάσης φύσεως", καταρτίσθηκε το από 6-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Δυνάμει της σύμβασης αυτής ή ανακόπτουσα ως εργοδότης ανέθεσε στην ανωτέρω μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία ως εργολάβο, το έργο της μελέτης, προμήθειας εξοπλισμών και εγκατάστασης μονάδας παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με φωτοβολταϊκά στοιχεία, εγκατεστημένης ισχύος 19,80 KWp, (όρος 4σς), το οποίο θα εκτελείτο από την ανωτέρω ανώνυμη εταιρία (εργολάβο), σε αγροτεμάχιο που βρίσκεται στο Δ.Δ.

Μεσοποταμίας του Δ. Μεσοποταμίας του Ν. ... (όρος 5ος) για λογαριασμό της ανωτέρω διαδίκου, ενώ στο οικονομικό αντικείμενο του έργου συμφωνήθηκε ότι δεν θα συμπεριλαμβάνονταν οι δαπάνες σύνδεσης με το δίκτυο της Δ.Ε.Η. (όρος 6ος). Κατά ρητό μεταξύ των συμβαλλόμενων σχετικό όρο (όρος 10°ς) το έργο θα ολοκληρωνόταν εντός εξήντα (60) εργασίμων ημερών με χρόνο ενάρξεως την πάροδο έξι (6) εργασίμων ημερών μετά την γνωστοποίηση εκ μέρους της ανακόπτουσας προς την εργολάβο εταιρία της έγκρισης της δανειακής σύμβασης δανείου μεταξύ της ανακόπτουσας και τρίτης τράπεζας (που θα χρηματοδοτούσε την ανακόπτουσα για την δημιουργία και εκμετάλλευση του εν λόγω φωτοβολταϊκού πάρκου), και η οποία (αποπεράτωση του έργου) θα παρατεινόταν μόνο στην περίπτωση ανωτέρας βίας, στην οποία οι συμβληθείσες συμπεριέλαβαν και την περίπτωση των δυσμενών καιρικών συνθηκών.

Η εργολαβική αμοιβή (της μη διαδίκου εργολάβου) εταιρείας για την εκτέλεση του έργου καθορίσθηκε στο ποσό των 85.000 ευρώ (όρος 7ος). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί, κατά τα διαγραφόμενα στον περιλαμβανόμενο πίνακα ως εξής: α) με πρώτη καταβολή ποσού 15.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό της εργολάβου, εταιρίας, ή με δίγραμμη επιταγή που θα εκδιδόταν με την υπογραφή του συμφωνητικού, β) με δεύτερη καταβολή ποσού 6.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό της εργολάβου εταιρίας, ή με δίγραμμη επιταγή που θα εκδιδόταν με την έγκριση της δανειακής σύμβασης και γ) με τρίτη καταβολή με δίγραμμες επιταγές ποσού 64.000 ευρώ και λήξεως έξι μηνών από την έγκριση της δανειακής σύμβασης (όρος 8ος).

Περαιτέρω δε, στον ίδιο όρο (8°) ρητά συμφωνήθηκε ότι μετά τη σύνδεση με τη ΔΕΗ και την εκταμίευση των τραπεζικών δανείων, η αποπληρωμή των επιταγών της 3ης καταβολής θα επισπευδόταν και θα πραγματοποιείτο άμεσα πριν από τις ημερομηνίες λήξης τους, σε περίπτωση δε καθυστέρησης της σύνδεσης με τη ΔΕΗ η αποπληρωμή της 3ης καταβολής θα παρατεινόταν όσο θα απαιτηθεί.

Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής η ανακόπτουσα εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... A.Ε." (πληρωτέες στο κατάστημα ...), ποσού εκάστης 34.000 ευρώ, με φερόμενες επ' αυτών ημερομηνίες εκδόσεως την 30-11-2011, που εσύροντο από τον σχετικό τηρούμενο στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα λογαριασμό αυτής (ανακόπτουσας), σε διαταγή της ως άνω ανωνύμου εταιρίας, εχούσης την ιδιότητα της εργολάβου εταιρίας στην ανωτέρω συναφθείσα εγγράφως μεταξύ τους σύμβαση έργου, και σε αντικατάσταση παλαιοτέρων ισοπόσων δύο επιταγών με ημερομηνία εκδόσεως 8-8-2011.

Η εις διαταγή των ανωτέρω (με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-2011) επιταγών, μεταβίβασε με οπισθογράφηση και "ως αξία λόγω ενεχύρου" όπως προκύπτει από την αντίστοιχη από 5.8.2011 ρήτρα στα σώματα των ένδικων επιταγών, και παρέδωσε αυτές επιταγές στην καθ' ης η ανακοπή (...) οπότε και αυτή τις καταχώρησε στο αντίστοιχο πινάκιο μεταχρονολογημένων επιταγών σε ενέχυρο και κατέβαλε το αναλογούν χαρτόσημο 0,25% και ΟΓΑ επί χαρτοσήμου 20% και έτσι έγινε νόμιμα κομίστρια αυτών.

Σημειωτέον ότι η καθ'ης η ανακοπή "..." (της οποίας ειδική κατά νόμο διάδοχος είναι η εκκαλούσα) χρηματοδοτούσε την ανωτέρω εργολάβο εταιρία ήδη από το έτος 1999, έχοντας συνάψει μ'αυτήν την με αριθμό .../23-9-1999 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Στις 11.10.2011 εκδόθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης η με αριθμό .../2011 προσωρινή διαταγή με την οποία απαγορεύθηκε στην καθ'ης η ανακοπή η εμφάνιση προς πληρωμή των ανωτέρω δύο επιταγών, μέχρι να συζητηθεί η με ίδιο αριθμό κατάθεσης αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της ανακόπτουσας κατά της K.L.T.

Α.Ε. και κατά της ... Α.Ε. Στις 10.1.2012 εκδόθηκε η 686/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση και έτσι η καθ'ης στις 11.1.2012 εμφάνισε τις ως άνω επιταγές προς πληρωμή, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο κατάστημα της πληρώτριας τράπεζας στη Θεσσαλονίκη (κατάστημα ...), πλην όμως δεν πληρώθηκαν, διότι όπως εξακριβώθηκε έπειτα από έλεγχο του λογαριασμού της εκδότριάς τους μέσω του μηχανογραφικού κέντρου της τράπεζας, ο λογαριασμός της εκδότριας δεν διέθετε επαρκές υπόλοιπο, όπως προκύπτει από την σχετική από 11-1-2012 βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας, η οποία έχει καταχωρηθεί επί των σωμάτων των ένδικων επιταγών.

Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της καθ'ης η ανακοπή, εις βάρος της ανακόπτουσας - νυν εφεσίβλητης και της ως άνω ενεχυράστριας οπισθογράφου εταιρίας, σε διαταγή της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), εκδόθηκε η πληττόμενη με την ένδικη ανακοπή υπ' αριθμ. .../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν και οι δύο εις ολόκληρο η κάθε μία να καταβάλουν στην τότε αιτούσα και καθ'ης η ανακοπή (της οποίας, ως προεκτέθη ειδική διάδοχος κατέστη η ήδη εκκαλούσα) το συνολικό ποσό των 68.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, ακριβές αντίγραφο εξ απογράφου της οποίας για συνολικό ποσό 69.817,87 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων επιδόθηκε στην ανακόπτουσα.

Αιτία της εκδόσεως των ως άνω επιταγών ήταν η προαναφερόμενη κατάρτιση της συμβάσεως έργου. Ο ρητά συμφωνηθείς στο άνω συμφωνητικό όρος (8ος), που ήδη προαναφέρθηκε "ότι μετά την σύνδεση με την ΔΕΗ και την εκταμίευση των τραπεζικών δανείων ότι η αποπληρωμή των επιταγών της 3ης καταβολής, που αναφέρονται στον παραπάνω πίνακα θα επισπευσθεί και θα πραγματοποιηθεί άμεσα πριν της ημερομηνίες λήξεώς των και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της σύνδεσης με τη ΔΕΗ και κατ' επέκταση της δυνατότητας εκταμίευσης των τραπεζικών δανείων, η αποπληρωμή της 3ης καταβολής όπως αναφέρεται στον πίνακα θα παραταθεί ισόχρονα όσο απαιτηθεί" συνιστά σαφή δήλωση βουλήσεως των συμβαλλόμενων, και είναι αυτή της εκδόσεώς των ως άνω επιταγών, μεταξύ των οποίων και οι δύο επίδικες, γεγονός που ουδόλως αμφισβητείται.

Κατά την σαφή δε αυτή δήλωση η έκδοση των εν λόγω επιταγών έγινε "αντί καταβολής" μέρους, ύψους 68.000 ευρώ της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής, ύψους 85.000 ευρώ χωρίς να δημιουργείται κανένα κενό η αμφιβολία στο Δικαστήριο γι' αυτή (δήλωση βουλήσεως), ώστε να υποχρεούται σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, της παρούσης, να προσφύγει στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.

για ανεύρεση αυτής (δηλώσεως βουλήσεως), τελούσε δε αυτή (πληρωμή των επιταγών) υπό την αναβλητική αίρεση της συνδέσεως του έργου με την ΔΕΗ (άρα της αποπερατώσεως αυτού) και την με αυτόν τον τρόπο (αποπεράτωση του έργου) δυνατότητα εκταμίευσης των τραπεζικών δανείων που θα καθιστούσαν δυνατή την εξόφληση αυτών (επιταγών), με εναρκτήριο χρόνο τον αναγραφόμενο σ' αυτές ως χρόνο εκδόσεώς τους, για την περίπτωση που η ως άνω αναβλητική αίρεση με τους ως άνω όρους της επληρούτο σε χρόνο προγενέστερο αυτών που εφέροντο ως χρόνοι εκδόσεώς τους, αλλά και παρατάσεως του χρόνου πληρωμής αυτών ισοχρόνου για την περίπτωση μη πληρώσεως των όρων (σύνδεση με ΔΕΗ, λήψη δανείων) αυτής (αναβλητικής αίρεσης).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το συμφωνηθέν έργο δεν αποπερατώθηκε έως τις 13-5-2011, που ήταν ο συμφωνηθείς χρόνος αποπερατώσεως του έργου, γεγονός συνομολογούμενο από την καθ'ης (άρθρο 261 ΚΠολΔ) δηλαδή έξι (6) εργάσιμες ημέρες μετά την γνωστοποίηση στην εργολάβο εταιρία της έγκρισης της αναφερομένης κατά τα άνω δανειακής σύμβασης (10ος όρος) και εντός 60 εργάσιμων ημερών από την παρέλευση των ανωτέρω 6 ημερών), με αποτέλεσμα η ανακόπτουσα - νυν εφεσίβλητη με την από 2-11-2011 έγγραφη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στην ως άνω εργολάβο εταιρία στις 4-10-2011, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ζητώντας και την επιστροφή των επιταγών, πληροφορηθείσα δε την ήδη μεταβίβαση αυτών από την εργολάβο εταιρία στην καθ' ης η ανακοπή, της οποίας ειδικός διάδοχος τυγχάνει, όπως προελέχθη, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, και ήδη εκκαλούσα, η ανακόπτουσα κοινοποίησε την ανωτέρω δήλωσή της και προς αυτές στις 5-10-2011 και 6-10-2011 αντιστοίχως (βλ.

τις υπ' αριθμ.: α) ... Β/4-10-2011, .../5-10-11, β) ... Β'/5-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης Η. Τ. και γ) .../6-10-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς Α. Π. Μ.). Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι και αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω ..., στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος η εκκαλούσα, κατά τις ημεροχρονολογίες κτήσεως των ως άνω δύο επιταγών, ήτοι στις 5-8-2011 έλαβαν γνώση της ύπαρξης του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού τους ενεχερίσθη από την ανωτέρω πιστούχο της εταιρία, γεγονός που ουδόλως από αυτή αμφισβητείται.

Και ναι μεν οι σ' αυτό (ιδιωτικό συμφωνητικό) περιλαμβανόμενοι όρου, μεταξύ των οποίων και η πιο πάνω αναβλητική αίρεση, δεν μπορούσαν να δεσμεύουν αυτήν ως τρίτη με την έννοια του νόμου, δεδομένου ότι δεν προέκυπταν από τα ίδια τα σώματα αυτών (αρχή της γραμματοπάγειας στο αξιογραφικό δίκαιο), πλην όμως από την επισκόπηση αυτού ευχερώς γινόταν αντιληπτό και γνώριζαν τα παραπάνω αρμόδια όργανα της καθ'ης η ανακοπή, κατά το χρόνο κτήσης αυτών (επιταγών) την ύπαρξη της γεγεννημένης ως άνω ενστάσεως της ανακόπτουσας εργοδότριας του έργου και εκδότριας των επιταγών έναντι της λήπτριας αυτών και ως άνω εργολάβου εταιρίας, η οποία ενόψει των ως άνω όρων της, καθιστούσε και αβέβαιη χρονικά και επισφαλή την αξίωση της τελευταίας έναντι αυτής, γεγονός που έπρεπε να τους αποτρέψει, ως αρμόδια όργανα της καθ'ης να δεχθούν τις ως άνω ενεχυριακές οπισθογραφήσεις, προστατεύοντας έτσι τα συμφέροντά της, παρά ταύτα, όμως, ενήργησαν αντίθετα και με τον τρόπο αυτό γνώριζαν ότι απέκοπταν την ανακόπτουσα και εκδότρια αυτών από τη δυνατότητα προβολής της γεγεννημένης ενστάσεώς της έναντι της ως άνω συμβαλλομένης της και λήπτριας των επιταγών, αφού αυτή (καθ'ης) ως ενεχυρούχος δανείστρια αποκτούσε δυνάμει αυτών (ενεχυρικών οπισθογραφήσεων) αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι της ενεχυρούχου οπισθογράφου...

ενεργώντας έτσι με σκοπό βλάβης αυτής και συμφέρον της καθ'ης, για απόκτηση και ενός επιπλέον οφειλέτη έναντι αυτής για είσπραξη μέρους του ποσού του ως άνω αλληλοχρέου λογαριασμού που τηρούσε με την ως άνω πιστούχο εταιρία, η οποία ήδη από τις αρχές του έτους 2011 άρχισε να εμφανίζει κλιμακούμενο οικονομικό πρόβλημα (βλ.

ήδη σε βάρος της εκδοθείσες και προσκομιζόμενες διαταγές πληρωμής), αιτία που τελικώς την ανάγκασε σε υποβολή της σχετικής με ημερομηνία 19-10-2011 αιτήσεως ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου για υπαγωγή της στο άρθρο 99 του Ν. 3588/2007, η οποία και απερρίφθη, και στη συνέχεια σε άσκηση από μέρους της δηλώσεως πτωχεύσεως, η οποία και έγινε δεκτή με σχετική απόφαση του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου αλλά και την καθ'ης να καταγγείλει στις 28-11-2012 την ως άνω υφιστάμενη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού με χρεωστικό κατάλοιπο ύψους 1.772.863,20 ευρώ, με την επισήμανση ότι τα εν λόγω γεγονότα ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν για την υπό κρίση ανακοπή, αφού ανάγονται σε χρόνους μεταγενέστερους των ως άνω χρόνων κτήσεως των επιδίκων επιταγών, οι οποίοι και μόνο ενδιαφέρουν κατά νόμο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσης.

Στην ως άνω κρίση το Δικαστήριο οδηγείται από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της ενδίκου ανακοπής με τον οποίο η ανακόπτουσα ζητούσε την ακύρωση της εναντίον της εκδοθείσης πιο πάνω διαταγής πληρωμής, για το λόγο αυτό ότι η καθ'ης κατά τον χρόνο κτήσεως δια ενεχυριακών οπισθογραφήσεων των ανωτέρω δύο επιταγών εγνώριζε την ως άνω ένσταση και ενήργησε με σκοπό τη βλάβη αυτής, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία και να ακυρωθεί η πληττόμενη με αυτή διαταγή πληρωμής ως προς αυτή (ανακόπτουσα)".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. εκθ. καταθέσεως .../22-3-2012 ανακοπή της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 Ν. 5960/1933, και δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση νόμιμης βάσης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα αν η αναιρεσείουσα και κομίστρια των επίμαχων επιταγών κατά το χρόνο της κτήσης τους ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αναιρεσίβλητης.

Από τις εκτεθείσες δε πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της αναφερόμενης πιο πάνω διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν επαρκώς οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) Κατά την σαφή δήλωση των συμβληθέντων στο από 6-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό η έκδοση των επίμαχων επιταγών έγινε "αντί καταβολής" μέρους, ύψους 68.000 ευρώ της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής, ύψους 85.000 ευρώ, β) οι νόμιμοι εκπρόσωποι και αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω ..., στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος η αναιρεσείουσα, κατά τις ημεροχρονολογίες κτήσεως των ως άνω δύο επιταγών, ήτοι στις 5-8-2011, έλαβαν γνώση της ύπαρξης του από 6-12-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού αυτό τους παραδόθηκε από την ανωτέρω πιστούχο εταιρία, γ) από την επισκόπηση του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού αν και γινόταν ευχερώς αντιληπτό και μπορούσαν να γνωρίζουν τα παραπάνω αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας, κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών, την ύπαρξη της γεγεννημένης ως άνω ενστάσεως της αναιρεσίβλητης εργοδότριας του έργου και εκδότριας των επιταγών έναντι της λήπτριας αυτών και εργολάβου εταιρίας, γεγονός που έπρεπε να τους αποτρέψει από το να δεχθούν τις ως άνω ενεχυριακές οπισθογραφήσεις, παρά ταύτα, όμως, ενήργησαν αντίθετα και με τον τρόπο αυτό γνώριζαν ότι απέκοπταν την αναιρεσίβλητη και εκδότρια αυτών από τη δυνατότητα προβολής της γεγεννημένης ενστάσεώς της έναντι της ως άνω συμβαλλομένης της και λήπτριας των επιταγών, αφού αυτή (αναιρεσείουσα) ως ενεχυρούχος δανείστρια αποκτούσε δυνάμει αυτών (ενεχυρικών οπισθογραφήσεων) αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι της ενεχυρούχου οπισθογράφου και δ) ενήργησαν έτσι με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης προς το συμφέρον της αναιρεσείουσας, για απόκτηση και ενός επιπλέον οφειλέτη έναντι αυτής για είσπραξη μέρους του ποσού του ως άνω αλληλοχρέου λογαριασμού που τηρούσε με την ως άνω πιστούχο εταιρία.

Ενόψει αυτών οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (ο πρώτος) και αριθμ. 1 και 19 (ο δεύτερος) ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-7-2015 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... κατά της 641/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ