Legislator Case Law & Legislation
1758/2014 AI generated

Appeal dismissed; Supreme Court rejects failure to adjourn pending criminal case and evidentiary weight errors.

Case Number 1758/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by five individuals against a Thessaloniki Court of Appeal judgment. The appellants argued the lower court failed to adjourn proceedings pending the final criminal verdict and improperly assigned evidentiary weight to a pending indictment. The court ruled that the lower court was not obligated to adjourn and correctly formed its conviction based on witness testimony and other documents, excluding the unproven indictment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a), 559(1)(12) C.P.D.; Art. 321 C.P.D.; Art. 914 A.C.: An appeal regarding the failure to adjourn pending a criminal case is inadmissible as the civil court is not bound to wait for the criminal outcome, and an appeal regarding evidentiary weight is inadmissible if the court formed its conviction based on admissible evidence excluding the unproven indictment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to adjourn criminal pending civil evidentiary weight indictment evidence civil liability Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(a) C.P.D.
Art. 559(1)(12) C.P.D.
Art. 321 C.P.D.
Art. 914 A.C.
ac
Art. 297 A.C.
ac
Art. 298 A.C.
ac
Art. 330 A.C.
ac
Art. 140 A.C.
ac
Art. 141 A.C.
ac
Art. 147-149 A.C.
ac
Art. 386 P.K.
Art. 250 C.P.D.
Art. 495(4) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
AP 262/2000
AP 1236/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1758 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1758/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Κ. του Λ., πρωτοπρεσβυτέρου, 2. Π. Ι. του Α., 3. Γ. Κ. του Χ., 4. Α. Π. του Δ. και 5. Ε. Ι. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 20-2-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Π. Τ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Λιόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19333/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1021/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 14-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." και κατά τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ άλλου, από το άρθρο 914 ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενο με τα άρθρα 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη η οποία απαγορεύει την συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη η οποία απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 140, 141, 147-149 ΑΚ και 386 Π.Κ., προκύπτει, ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφopά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσον ή τέχνασμα σε άλλον την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξεως, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσον υπήρξε αποφασιστικό για την γενόμενη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε ο εξαπάτησας (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικώς με ωφέλεια αντίστοιχη, η οποία επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτον.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ερμηνευομένης εν όψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικος, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται την δυνατότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Στην περίπτωση δε της από κοινού τελούμενης απάτης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 45 Π.Κ., αντικειμενικώς μεν απαιτείται σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως της απάτης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ.

β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσης ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 του ΑΚ), ήταν ικανή να επιφέρει και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο Π. Τ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1920, απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη την 26.9.2002 σε ηλικία ογδόντα δύο (82) ετών, ο δε θάνατός του προήλθε από ηπατικό κώμα, μετά ήπατος ασκίτη και καρκίνο [CA] κύστεως προστάτη... Από τον άνω χρόνο διαπίστωσης του καρκίνου προστάτη του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με το φάρμακο ELITYPAN το οποίο λάμβανε μέχρι το θάνατό του και που σύμφωνα με το σχετικό ενημερωτικό φύλλο οδηγιών, χορηγείται ως παρηγορητική θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου και στις ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειές του συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων, άγχος, ψευδαισθήσεις, κατάθλιψη, ζάλη, υπαισθησία, αϋπνία, λήθαργος, αίσθημα ζάλης, διαταραχές του ύπνου, ενώ από την 17-7-2002 του χορηγείται επιπρόσθετα και το φάρμακο INDERAL, το οποίο σύμφωνα με το σχετικό ενημερωτικό φύλλο οδηγιών, μπορεί να επιφέρει ως ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μεταξύ άλλων νευροψυχικές διαταραχές, διαταραχές του ύπνου που συνοδεύονται από αϋπνία, κατάθλιψη, ψύχωση, ψευδαισθήσεις, εφιαλτικά όνειρα, κόπωση και εξάντληση, σύγχυση, ζάλη, υπνηλία, οπτικές διαταραχές και αλλαγές στη διάθεση.

Η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντος εξελισσόταν δυσμενώς ενόψει και του προχωρημένου της ηλικίας του και επιβαρύνθηκε δραματικά κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων δύο μηνών προ του θανάτου του, δηλαδή κατά το διάστημα των μηνών Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2002. Ειδικότερα υπέφερε από έντονους πόνους, παρέμεινε κλινήρης, είχε απωλέσει τη δυνατότητα να μετακινείται αυτόνομα, χωρίς δηλαδή τη βοήθεια τρίτου προσώπου, η πνευματική του διαύγεια είχε φθίνουσα πορεία, η δυνατότητα επικοινωνίας του με άλλα άτομα ήταν ελάχιστη, μη δυνάμενος να μετάσχει επαρκώς σε συζητήσεις, δεν αναγνώριζε πλήρως τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του, αλλά άλλοτε τα αντιλαμβανόταν και άλλοτε όχι, ο λόγος του δεν είχε συνάρτηση και γενικότερα το επίπεδο αντίληψης και επικοινωνίας με το περιβάλλον μειωνόταν διαρκώς, τελικά δε δύο με τρεις ημέρες προ του θανάτου του περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση και τελικά κατέληξε στις 26-9-2002, όπως προαναφέρθηκε.

Αυτός όπως και η ενάγουσα σύζυγός του... είχε εργασθεί επί σειρά ετών στη Σουηδία, στην Ελλάδα δε επέστρεψαν το έτος 1980 περίπου και εγκαταστάθηκαν στην ... Θεσσαλονίκης. Χαρακτηριστικό δε στοιχείο του χαρακτήρα του ήταν το ότι φρόντιζε να διαχειρίζεται με πολύ συντηρητικό τρόπο τα χρήματά του, υπολογίζοντας ακόμα και την ελάχιστη δαπάνη.

Στο ευρύτερο συγγενικό του περιβάλλον ήταν γνωστό ότι διέθετε μεγάλη χρηματική περιουσία την οποία διαχειρίζετο ως άνω, ενώ ο ίδιος και η ενάγουσα ενόψει και του γεγονότος ότι δεν είχαν αποκτήσει τέκνα και ήταν ιδιαίτερα δεμένοι τρέφοντας αμοιβαία αισθήματα αγάπης και στοργής, είχαν αποφασίσει σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δύο, τα χρήματα να περιέλθουν στον επιζώντα, ώστε να ζήσει με αξιοπρέπεια.

Περί τα τέλη Αυγούστου 2002 η σύζυγος του 7ου των εναγομένων και ανηψιά του άνω θανόντος, Λ. Ι., που σχετιζόταν με τον πρώτο εναγόμενο Ιερό Ναό, είχε προσήλωση στα θρησκευτικά θέματα και επιπλέον, γνώριζε την άνω περιουσιακή κατάσταση του θείου της, μαζί με τον εναγόμενο σύζυγό της, έφερε σε επαφή αυτόν με τον πρωτοπρεσβύτερο δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ήταν πρόεδρος του εκκλησιαστικού συμβουλίου του πρώτου εναγομένου, προκειμένου να πειστεί ο θανών να προβεί σε δωρεά ενός χρηματικού ποσού υπέρ του πρώτου εναγομένου που θα διετίθετο για την ανέγερση του ιερού ναού του στα Άνω Μετέωρα Πολίχνης Θεσσαλονίκης.

Έτσι άρχισαν συχνές επισκέψεις του δευτέρου εναγομένου στην οικία της ενάγουσας και του θανόντος συζύγου της, όπου χωρίς την παρουσία της πρώτης, προέτρεπε πιεστικά τον τελευταίο να προβεί στην δωρεά ενός χρηματικού ποσού υπέρ της ανέγερσης του άνω ναού. Μάλιστα κατά το χρονικό αυτό διάστημα τον θανόντα επισκέφθηκαν για τον ίδιο σκοπό και σύσσωμο το εκκλησιαστικό συμβούλιο του πρώτου εναγομένου δηλαδή οι 20ς έως και 5ος των εναγομένων και ο δικαιοπάροχος των με στοιχεία 6α, 6β και 6γ εναγομένων Ε.

Λ. ο οποίος απεβίωσε την 31-5-2003, ως και ο προαναφερθείς 7ος των εναγομένων προς τον οποίο ο θανών έτρεφε απεριόριστη εμπιστοσύνη και εκτίμηση λόγω της άνω συγγενείας και των φροντίδων που του πρόσφερε κατά το χρόνο διαρκείας της άνω ασθένειάς του, τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του Λ. Ι.. Τελικά ο θανών ενέδωσε στις ως άνω παρακλήσεις και προτροπές των εν λόγω προσώπων και υποσχέθηκε να μεταβιβάσει λόγω δωρεάς, στον πρώτο εναγόμενο ένα μικρό χρηματικό ποσό, που θα ανελάμβανε, από τον με αριθμό ...

κοινό, μαζί με τη σύζυγό του - ενάγουσα, τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στο επί της ... υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη και στον οποίο υπήρχε το ποσό των 500.000 ευρώ, πράγμα που είχε περιέλθει στη γνώση και των προαναφερθέντων προσώπων κατά τη διάρκεια των προαναφερομένων συζητήσεων.

Το ποσό αυτό προερχόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του [περί τα 496.000 ευρώ] από ρευστοποίηση των με αριθμούς ... και ... ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που είχε πραγματοποιηθεί, όπως προκύπτει από τους ίδιους τίτλους που προσκομίζονται με επίκληση, σε σχέση με τον πρώτο τίτλο την 23-10-2001 και σε σχέση με τον δεύτερο την 2-6-1999 και το προϊόν της ρευστοποίησης, που κατατέθηκε στον ως άνω λογαριασμό, ήταν ποσού 153.999.999 δραχμών και 15.003.000 δραχμών, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά 169.002.999 δρχ.

το οποίο μετά την 1-1-2002 και την είσοδο της Ελλάδος στην νομισματική ένωση της Ε.Ε., μετατράπηκε στο παραπάνω ποσό του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος [ευρώ]. Οι εναγόμενοι όμως, μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου του πρώτου εναγομένου, εκ των οποίων ο 2ος πρωτοπρεσβύτερος είχε την ιδιότητα του Προέδρου του εκκλησιαστικού συμβουλίου, ο 3ος του Αντιπροέδρου, ο 4ος του Ταμία, ο 5ος του Γραμματέα μαζί με τον ως άνω αποβιώσαντα Ε.

Λ. που είχε την ιδιότητα του μέλους αυτού, από κοινού ενεργούντες είχαν συναποφασίσει πρωτοστατούντος του 2ου εναγομένου και με την άμεση συνδρομή του 7ου εξ αυτών, να αποσπάσουν από τον θανόντα ολόκληρο το παραπάνω ποσό που αντιπροσώπευε το αποτέλεσμα της επί σειράν ετών εργασίας και αποταμίευσης αυτού και της ενάγουσας, προς όφελος του πρώτου εναγομένου, εκμεταλλευόμενοι τόσο το γεγονός ότι αυτός λόγω της άνω κατάστασης της υγείας του, η οποία έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη από τις αρχές τουλάχιστον του μήνα Σεπτεμβρίου 2002, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, ήτοι την αναγκαία δύναμη προς διάγνωση της ουσίας και του περιεχομένου των δηλώσεων βουλήσεώς του, πράγμα που είχαν αντιληφθεί κατά τη διάρκεια των παραπάνω συναντήσεων, τόσο και το γεγονός της ως άνω εμπιστοσύνης που έτρεφε προς τον 7° των εναγομένων.

Έτσι έθεσαν σε εφαρμογή σχέδιο παραπλάνησής του και με γρήγορες ενέργειες που αιφνιδίασαν ακόμη και την ενάγουσα πέτυχαν να δωρίσει ο θανών στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 500.000 ευρώ. Συγκεκριμένα τα παραπάνω μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου περί το πρώτο 15νθήμερο Σεπτεμβρίου 2002 αφού πληροφορήθηκαν ότι η κατάσταση της υγείας του Π.

Τ. έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη, και ήταν ετοιμοθάνατος, ετοίμασαν ένα ιδιωτικό έγγραφο που τιτλοφορείται ως "ΠΡΑΞΗ 11" όπου αναφερόταν ότι αυτοί παρέλαβαν από τον θανόντα, αποκαλούμενο ως δωρητή, παρουσία των εκπροσώπων - μαρτύρων του δωρητή, ενάγουσας και 7ου των εναγομένων, χρηματικό ποσό για την ολοκλήρωση της ανέγερσης του Ιερού ναού Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης Μετεώρων Θεσσαλονίκης [α' εναγομένου].

Το έγγραφο αυτό που φέρει τις υπογραφές των άνω μελών του εκκλησιαστικού συμβουλίου, όπως προκύπτει από το ίδιο το σώμα του, αρχικά δεν ήταν ολοκληρωμένο ως προς την ημερομηνία, αφού αναγραφόταν μόνο "Σήμερα (κενό) Σεπτεμβρίου 2002 ημέρα (κενό) και ώρα (κενό)" ως προς τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας της ενάγουσας αφού αναγραφόταν μόνο "α] Μ.

Τ. του Α. συζύγου (κενή γραμμή)" ως προς τα στοιχεία του θανόντος αφού αναγραφόταν μόνο "από τον δωρητή Π. Τ. (κενό και κενή η ακολουθούσα γραμμή)" και το κυριότερο ως προς το χρηματικό ποσό αφού αναγραφόταν μόνο "παρέλαβε το χρηματικό ποσό των (κενό και κενή η κάτωθεν της φράσης αυτής γραμμή)". Ακολούθως την 17-9-2002 και περί ώρα 08.00 μετέβησαν στην οικία του θανόντος στην ...

Θεσσαλονίκης μαζί με τον 7° των εναγομένων και αφού παρέστησαν σ' αυτόν ότι, ο λόγος της επίσκεψής των ήταν να μεταβούν στο ως άνω τραπεζικό κατάστημα προκειμένου αυτός να μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στον πρώτο εναγόμενο ένα μικρό χρηματικό ποσό υπέρ ανεγέρσεως του άνω ιερού ναού όπως είχε υποσχεθεί, τον έπεισαν προς τούτο και έτσι υποβασταζόμενο τον μετέφεραν όλοι μαζί με τη συνοδεία και της ενάγουσας στο παραπάνω υποκατάστημα της Τράπεζας με τη χρήση δύο ταξί.

Εκεί ο 2ος των εναγομένων συμπλήρωσε με διαφορετικής απόχρωσης μελάνη [χρώματος μπλε αντί μαύρου με την οποία είχε γραφεί το υπόλοιπο κείμενο] την ως άνω "ΠΡΑΞΗ" και ειδικότερα έθεσε ως ημερομηνία τον αριθμό "17" ως ημέρα την "Τρίτη" ως ώρα την "8.30", έθεσε τα στοιχεία της ενάγουσας στα άνω σχετικά κενά και μετά τη λέξη "συζύγου" τη φράση "Π.

Τ. Α.Τ.Μ. .... Θεσ/νίκης" έθεσε τα στοιχεία του θανόντος στα ως άνω κενά και μετά τη λέξη "Τ." τη φράση "του Ι. Αρ. Ταυτ. Μ. ... Ακολούθως τα ως άνω μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου του πρώτου εναγομένου από κοινού ενεργούντες υπό την εν λόγω ιδιότητά τους, έχοντας δόλια προαίρεση, εγκείμενη στην προσπόριση στον εναγόμενο ιερό ναό παράνομου περιουσιακού οφέλους παρέστησαν στον θανόντα ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας ότι, με την υπογραφή του ιδιωτικού αυτού εγγράφου που υπέγραφαν ως μάρτυρες - εκπρόσωποί του η σύζυγός του και ο 7ος των εναγομένων, δώριζε στον προαναφερθέντα εναγόμενο, ιερό ναό ένα μικρό ποσό υπέρ της ολοκλήρωσης της ανέγερσης του ως άνω κτιρίου αυτού, που ανελάμβανε από τον ως άνω λογαριασμό του.

Ο υπέργηρος Π. Τ. ο οποίος κατά τα προαναφερόμενα μετά από εννέα ημέρες απεβίωσε, έχοντας περιπέσει 2-3 ημέρες προ του θανάτου του σε κωματώδη κατάσταση, ευρισκόμενος τότε λόγω της παραπάνω κατάστασης της υγείας του και της άνω φαρμακευτικής αγωγής, που ελάμβανε σε κατάσταση ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων σε σχέση με την εν λόγω δωρεά ήτοι δεν είχε την αναγκαία δύναμη προς διάγνωση της ουσίας και του περιεχομένου της σχετικής δήλωσής του χωρίς βεβαίως να βρίσκεται σε γενική και πλήρη έλλειψη συνείδησης του έξω κόσμου παραπλανηθείς [κατ' άμεση αιτιώδη συνάφεια] από τις ψευδείς και δόλιες αυτές παραστάσεις των εν λόγω προσώπων υπέγραψε την ως άνω "ΠΡΑΞΗ" πριν την συμπλήρωση του ύψους του δωρηθέντος ποσού έχοντας την πεποίθηση ότι με την υπογραφή του ιδιωτικού αυτού εγγράφου προβαίνει, στην δωρεά ενός μικρού χρηματικού ποσού υπέρ ανεγέρσεως του άνω ναού [περί τις 500.000 δραχμές] πεποίθηση που του ενίσχυσε η παρουσία και υπογραφή του εν λόγω εγγράφου και από τον 7° των εναγομένων στο πρόσωπο του οποίου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.

Την "πράξη" αυτή δε εκτός του τελευταίου υπέγραψε ακολούθως κάτω από την ως άνω σχετική ένδειξη και η σύζυγός του ενάγουσα χωρίς να της γνωστοποιηθεί το ύψος της σ' αυτή δωρεάς και χωρίς να αναγνώσει το περιεχόμενό της, αφού ήταν προσηλωμένη στην κατάσταση της υγείας του θανόντος συζύγου της και πίστευε και αυτή ότι ο τελευταίος δωρίζει στον άνω εναγόμενο, όπως άλλωστε ήταν και η επιθυμία του, ένα μικρό χρηματικό ποσό για τον προαναφερόμενο σκοπό.

Στη συνέχεια τα ως άνω μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου και ο 7ος εναγόμενος υποβαστάζοντας οι τέσσερις εξ αυτών τον θανόντα, μετέβησαν στο ευρισκόμενο στο ισόγειο γραφείο του, εκτελούντος χρέη διευθυντή του άνω υποκαταστήματος της Ε.Τ.Ε., Α. Χ. και ζήτησαν απ' αυτόν να προβεί στη μεταφορά του ποσού των 500.000 ευρώ από τον άνω λογαριασμό του θανόντος στον με αριθμό ...

λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια τράπεζα ο πρώτος εναγόμενος, για την προαναφερόμενη αιτία. Ο Α. Χ. διαπίστωσε μεν τότε ότι ο θανών βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, πλην όμως δεν αντελήφθη, ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση έλλειψης των πραττομένων, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν είχε πλήρη έλλειψη συνειδήσεως του εξωτερικού κόσμου και έστω και με δυσκολία επικοινωνούσε με τρίτους και αντιλαμβανόταν τότε πρόσωπα.

Σημειώνεται εδώ ότι ο δεύτερος εναγόμενος περί τα τέλη Αυγούστου και αρχές Σεπτεμβρίου 2002 επισκέφθηκε δύο φορές τον άνω δ/ντή στο παραπάνω κατάστημα και αφού του εξέθεσε ότι ο ως άνω Π. Τ. επιθυμούσε να δωρήσει στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 150.000.000 δραχμών, επικαλούμενος σοβαρά προβλήματα υγείας του δωρητή ζήτησε στην αρχή, να συμβάλει αυτός ώστε να μεταφερθεί το εν λόγω ποσό από τον άνω λογαριασμό του δωρητή, και χωρίς την παρουσία του τελευταίου, σε προσωπικό λογαριασμό αυτού [2ου εναγομένου] που τηρείτο στο ίδιο κατάστημα, προκειμένου να μην αποδοθεί στην αρμόδια Ιερή Μητρόπολη το σχετικό παρακρατούμενο υπέρ της ποσοστό, και στη συνέχεια να μεταφερθεί, χωρίς την παρουσία του θανόντος επίσης, σε λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, προτάσεις τις οποίες ως μη νόμιμες απέκρουσε ο εν λόγω δ/ντής...

Έτσι προετοίμασε την επίμαχη δωρεά και δημιούργησε σ' αυτόν την εντύπωση ότι η σχετική δήλωση του θανόντος ήταν ελεύθερη και πραγματική. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι Ο εν λόγω διευθυντής οδήγησε τα ως άνω μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου, τον 7° εναγόμενο και τον θανόντα σύζυγο της ενάγουσας, στο ευρισκόμενο στον ίδιο ως άνω χώρο του υποκαταστήματος, γραφείο του προϊσταμένου των ταμειολογιστών της Τράπεζας, Ε.

Μ., προκειμένου να πραγματοποιηθεί απ' αυτόν χωρίς περαιτέρω ταλαιπωρία του θανόντος η αιτούμενη μεταφορά χρημάτων. Εκεί ο Ε. Μ. συμπλήρωσε τα σχετικά γραμμάτια ανάληψης και κατάθεσης και στην ένδειξη "ποσό ευρώ" έγραψε αριθμητικά 500.000 και ως αιτιολογία κατάθεσης "δωρεά" στον Ι. Ν. ΑΓ. Ρ.. Ακολούθως τα έδωσε προς υπογραφή στον θανόντα αλλά και στην ενάγουσα παρά το ότι αυτό δεν απαιτείτο, προς μεγαλύτερη εξασφάλισή του, λόγω του ότι η τελευταία φερόταν συνδικαιούχος του άνω κοινού λογαριασμού και το ποσό ήταν ιδιαιτέρως μεγάλο.

Συγχρόνως ο ως άνω δ/ντής του υποκαταστήματος, ανέφερε στον θανόντα το ποσό της μεταφοράς και την αιτία της και ο τελευταίος συγκατένευσε και υπέγραψε αυτά κάτω από τη σχετική ένδειξη ο "καταθέτης" όπως τα υπέγραψε και η ενάγουσα ενώ οι 2ος έως και 5ος των εναγομένων, ο 7ος αυτών και ο Ε. Λ. εσιώπησαν με συνέπεια η εν λόγω μεταφορά να ολοκληρωθεί ηλεκτρονικά μέσω Η/Υ της Τράπεζας περί ώρα 8:42:54 της ίδιας ημέρας.

Στη συνέχεια ο 2ος εναγόμενος συμπλήρωσε στην ως άνω "ΠΡΑΞΗ" το ποσό της δωρεάς θέτοντας στο ως άνω κενό την φράση "(500.000) πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ" και υπέγραψαν αυτήν τα μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου όπως και ο 7ος εναγόμενος ως μάρτυρας, ενώ ακόμη ο θανών υπέγραψε και την 360/17-9-2002 απόδειξη με την οποία φέρεται ότι η ερανική επιτροπή του πρώτου εναγομένου εισέπραξε απ' αυτόν το παραπάνω ποσό για την προαναφερόμενη αιτία.

Με τον τρόπο αυτό ο θανών προέβη σε ισχυρή δωρεά υπέρ του πρώτου εναγομένου του ως άνω χρηματικού ποσού των 500.000 ευρώ [άρθρ. 498 παρ. 2 Α.Κ.], του οποίου, με την ως άνω ανάληψη από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό είχε καταστεί αποκλειστικά κύριος εξ ιδίου δικαίου [άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5638/1932 όπως ισχύει σε συνδ.

με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.Δ. της 17.7/13-8-1923, 411, 489, 491, 493 AK...). Με την υπ' αριθμ. 13.978/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία εκδόθηκε επί σχετικής αγωγής της ήδη ενάγουσας υπό την ιδιότητά της ως αποκλειστικής εκ διαθήκης κληρονόμου της κληρονομίας του δωρητή θανόντος συζύγου της κατά του ήδη πρώτου εναγομένου, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της δωρεάς αυτής γιατί η σχετική δήλωση βουλήσεως του ως άνω δωρητή ήταν αυτοδικαίως άκυρη λόγω του ότι κατά τον ως άνω χρόνο που επιχείρησε αυτήν τελούσε σε κατάσταση έλλειψης συνειδήσεως για το λόγο ότι, δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της επιχειρούμενης πράξης, ένεκα της προαναφερόμενης κατάστασης της υγείας του και της φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε, και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 500.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη αφού η έφεση που άσκησε κατ' αυτής ο εναγόμενος Ιερός Ναός με την υπ' αριθμ. 2545/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία όπως απερρίφθη και η αίτηση αναίρεσης που άσκησε κατά της τελευταίας απόφασης ο ίδιος διάδικος με την υπ' αριθμ. 48/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Οι προσπάθειες δε που έκανε η ήδη ενάγουσα για την εκτέλεση της απόφασης αυτής κατά του ήδη πρώτου εναγομένου μέχρι σήμερα δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα και κανένα ποσό δεν έλαβε για την ικανοποίηση της απαίτησής της αυτής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω αναφορά από τον δ/ντή του παραπάνω υποκαταστήματος της Ε.Τ.Ε.

στον θανόντα του ποσού της δωρεάς και αναγραφής του στα σχετικά παραστατικά μεταφοράς του δωρηθέντος αυτού ποσού από τον λογαριασμό του θανόντος στον λογαριασμό του πρώτου εναγομένου δεν απεσόβησε την απατηλή παραπλάνησή του, καθόσον ο τελευταίος λόγω της ηλικίας του και της ελλείψεως ως άνω κατά τον κρίσιμο χρόνο της συνείδησης των πραττομένων, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το ύψος του ποσού που δώριζε, όντας δε προσηλωμένος στις απατηλές παραστάσεις των άνω μελών του εκκλησιαστικού συμβουλίου, ότι η επίμαχη δωρεά αφορά ένα μικρό ποσό, πεποίθηση που ενισχυόταν από την παρουσία και συμμετοχή ως μάρτυρα στην επίμαχη δωρεά του 7ου των εναγομένων λόγω της άνω εμπιστοσύνης που είχε προς αυτόν, δεν αντελήφθη το αληθές ύψος του δωρηθέντος ποσού.

Η πλάνη δε αυτή δεν αποκλείεται και από το γεγονός ότι στην κατάρτιση της δωρεάς παρέστη και η ενάγουσα σύζυγός του και υπέγραψε τα προαναφερόμενα έγγραφα, εφόσον αυτή κατά τα προαναφερθέντα, είχε την εντύπωση ότι αφορούσε ένα μικρό ποσό και ούσα προσηλωμένη στην φροντίδα και την κατάσταση της υγείας του συζύγου της, δεν αντελήφθη το αληθές ύψος με συνέπεια να μην αντιδράσει τότε προς τα μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου αλλά αργότερα αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου της μεταβαίνοντας στο χώρο του πρώτου εναγομένου και ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων χωρίς όμως οι προσπάθειές της να φέρουν κάποιο αποτέλεσμα.

Αλλά και εγγράφως διαμαρτυρήθηκε προς το πρώτο εναγόμενο μόνο, με την επίδοση σ' αυτόν την 28-5-2003 της από 15-5-2003 εξώδικης δήλωσης, όπου αφού ανέφερε ότι ο σύζυγός της δεν θα δώριζε το παραπάνω χρηματικό ποσό των 500.000 ευρώ αν είχε "διαύγεια κρίσης και συνείδησης" ζητούσε τουλάχιστον την επιστροφή του ημίσεος του παραπάνω ποσού, χωρίς όμως ο πρώτος εναγόμενος να ανταποκριθεί στο αίτημά της, αλλά με την επιδοθείσα την 4-6-2003 εξώδικη απάντησή του, επέμενε στην νομιμότητα και την εγκυρότητα της επίμαχης δωρεάς.

Κατ' ακολουθία αυτών αποδείχθηκε ότι οι 2ος έως και 5ος των εναγομένων και ο αποβιώσασας Ε. Λ. ενεργώντας από κοινού και με συναπόφαση υπό την ως άνω ιδιότητά τους, και με την άμεση συνδρομή του 7ου εναγομένου, παρέστησαν ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας στον θανόντα σύζυγο της ενάγουσας κατά την υπογραφή της ως άνω "πράξης" απ' αυτόν, ότι με την εν λόγω υπογραφή της, ενισχύει λόγω δωρεάς τον πρώτο εναγόμενο με ένα μικρό ποσό, ενώ το αληθές ήταν ότι τεχνηέντως, μεταβιβάζετο στον πρώτο εναγόμενο λόγω δωρεάς ολόκληρο το ποσό του προαναφερομένου λογαριασμού του, το ύψος του οποίου γνώριζαν πολύ καλά, και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις παραπλάνησαν τον θανόντα να στέρξει στην σύναψη της επίμαχης δωρεάς και να υπογράψει την εν λόγω πράξη, με σκοπό να αποκομίσει ο πρώτος εναγόμενος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του, αφού ακολούθως, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ο θανών κατά το χρόνο αυτό τελούσε σε κατάσταση έλλειψης συνειδήσεως για το λόγο ότι δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της επιχειρούμενης πράξεώς του, πράγμα που γνώριζαν ως άνω πολύ καλά οι προαναφερθέντες, και της αμέριστης εμπιστοσύνης που είχε στο πρόσωπο του 7ου εναγομένου, όταν ζητήθηκε η ανάληψη του άνω ποσού από τον λογαριασμό του θανόντος και η κατάθεσή του στο λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, και κατά την υπογραφή των άνω παραστατικών ανάληψης και κατάθεσης από τον θανόντα, όχι μόνο απέκρυψαν απ' αυτόν το αληθινό γεγονός ότι έτσι ολοκληρώνεται η δωρεά προς τον τελευταίο όχι ενός μικρού χρηματικού ποσού αλλά του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού των 500.000 ευρώ [ήτοι το σύνολο των οικονομικών του], παρά το ότι είχαν υποχρέωση από το νόμο και τις προηγούμενες ενέργειές των να του ανακοινώσουν τούτο, αλλά συμπλήρωσαν με το ποσό αυτό την ως άνω "ΠΡΑΞΗ" στο σχετικό κενό που είχαν αφήσει, ώστε να φαίνεται νομότυπη η δωρεά αυτού, με αποτέλεσμα να πετύχουν τελικά να παραδώσει ο θανών το εν λόγω ποσό στον πρώτο εναγόμενο, διότι παραπλανήθηκε από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις και αποσιωπήσεις αυτών, ένεκα δε της αδικοπρακτικής και δη απατηλής αυτής συμπεριφοράς των παραπάνω προσώπων που συνιστά και την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 [ήδη 120.000] ευρώ και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν [άρθρο 386 παρ. 3 εδ.

β παρ. 1 και 45 Π.Κ.] η οποία τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με χρόνο παραγραφής τα 15 έτη [άρθρ. 111 Π.Κ.], για τις οποίες κατ' αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη ύστερα από σχετική έγκληση της ενάγουσας και παραπέμφθηκαν για να δικασθούν ως υπαίτιοι των πράξεων αυτών αντιστοίχως στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με το 624/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ζημιώθηκε ο θανών κατά το ποσό της δωρεάς με αντίστοιχο όφελος του ιερού ναού που απεκόμισε σε βάρος της περιουσίας του αποθανόντος, ο οποίος αν γνώριζε την αλήθεια δεν θα προέβαινε στη δωρεά του και δεν θα ζημιωνόταν.

Τα πιο πάνω ενισχύονται και από την μετέπειτα συμπεριφορά των μελών του εκκλησιαστικού συμβουλίου και του Ε. Ι., οι οποίοι μετά την ολοκλήρωση της άνω δωρεάς εγκατέλειψαν τον ανήμπορο και μη δυνάμενο να μετακινηθεί αυτοδύναμα θανόντα, στο κατάστημα της Τράπεζας μαζί με την μη δυνάμενη μόνη της να βοηθήσει αυτόν στην μετακίνησή του ενάγουσα και απεχώρησαν ταχέως παρά τις διαμαρτυρίες των άνω υπαλλήλων της Τράπεζας.

Η ανωτέρω δε απατηλή συμπεριφορά αυτών εξηγείται από την εντύπωση που απεκόμισαν, από την κατάσταση της υγείας του δωρητή και την χρηματική περιουσία που αυτός είχε, ότι θα μπορούσαν να του αποσπάσουν όλο το ποσό αυτής με την συμμετοχή ως άνω και του 7ου εναγομένου συγγενή του, προς όφελος του πρώτου εναγομένου και αποπεράτωση του ως άνω ιερού του ναού, η οποία θα απεδίδετο στις ευσεβείς και ανιδιοτελείς προσπάθειες των προς εξεύρεση των εν λόγω απαραιτήτων χρημάτων.

Εξ αιτίας δε της αδικοπραξίας αυτής υφίσταται ευθύνη αυτών εις ολόκληρο προς αποζημίωση της ενάγουσας υπό την μη αμφισβητούμενη ιδιότητά της, ως αποκλειστικής κληρονόμου της κληρονομίας του ζημιωθέντος θανόντος συζύγου της δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης αυτού που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 1610/6-12-2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία αποδέχθηκε νόμιμα...".

Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εις βάρος των ασκηθείσα αγωγή. Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή ουσιαστικές διατάξεις σύμφωνα με τις εκεί εκτεθείσες σκέψεις, διέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με την κρινομένη αδικοπραξία και συνεπώς οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Από το άρθρο 321 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει: "Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο", συνάγεται ότι η αμετάκλητη ποινική απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια. Αυτό προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 250, η οποία δεν επιβάλλει αλλά απλώς παρέχει τη δυνατότητα στο πολιτικό δικαστήριο να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας, αν είναι ήδη εκκρεμής ποινική αγωγή, η οποία έχει επιρροή στη διάγνωση της διαφοράς. Στην περίπτωση αυτήν, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την κρίση του, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 262/2000, ΑΠ 1236/1998). Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α (Ν. 53/1974), επειδή, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν ανέβαλε την συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας, είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, οι παραδοχές του οποίου έχουν αναφερθεί ανωτέρω, προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αποδεικτική δύναμη στο αναφερόμενο αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του. Ειδικότερα, το δικαστήριο εσχημάτισε την κρίση του, περί τελέσεως από τους εναγομένους άδικης πράξεως, από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ήτοι τους μάρτυρες και τα λοιπά, πλην του βουλεύματος, έγγραφα. Εν τέλει δε, το Εφετείο ανέφερε στην απόφασή του αφηγηματικώς, ότι για την παράνομη, κατά το άρθρο 914 Α.Κ., πράξη ασκήθηκε σε βάρος των εναγομένων και ποινική δίωξη και με αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσ/νίκης παραπέμφθηκαν για να δικασθούν για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και άμεση συνέργεια σε αυτήν. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2013 αίτηση των Ν. Κ. κ.λπ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1021/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ