Legislator Case Law & Legislation
1758/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting claim that football federation rules apply to player transfer fees.

Case Number 1758/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by PAE Aris Thessaloniki against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The lower court had rejected Aris's claim that the 500,000 euro transfer fee violated constitutional limits on amateur player compensation and FIFA regulations. The Court ruled that the specific provisions regarding amateur player compensation did not apply because the contract was based on a 20% share of the transfer price rather than a fixed training fee.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Articles 5(1) and 22 of the Constitution; Article 361 of the Civil Code; Article 10 of the Federation's Amateur Player Regulations; Article 20 of the FIFA Transfer Regulations; Article 15(4) of the Federation's Amateur Player Regulations: The Supreme Court held that specific regulations limiting compensation for the training and education of transferred amateur players do not apply when the claim is based on a contractual share of the transfer price rather than a fixed training fee.

Keywords

AI generated
football transfer fees amateur player regulations contractual share of transfer training compensation limit Supreme Court appeal civil procedure appeal football federation rules

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 5(1) of the Constitution
Article 22 of the Constitution
Article 361 of the Civil Code
Article 10 of the Federation's Amateur Player Regulations
Article 20 of the FIFA Transfer Regulations
Article 15(4) of the Federation's Amateur Player Regulations
Articles 176 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
A.P. 36/1988
A.P. 1399/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1758 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1758/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΕ Ο ΑΡΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που ανεκάλεσε την από 5-4-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Αθλητικού Ποδοσφαιρικού Σωματείου με την επωνυμία "ΔΙΓΕΝΗΣ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μόκκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2104/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 26-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 23/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-4-2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2104/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 24-12-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου σωματείου και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσόν των 500.000 ευρώ ως συμφωνημένο ποσό από συμβατική της υποχρέωση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1399/2005). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται από δικαιοπραξίες που συνάπτει είτε το όργανο που το διοικεί και το εκπροσωπεί μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού, είτε το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Ειδικότερα, ως προς τις ανώνυμες εταιρείες, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 του κ.ν. 2190/1920, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους από το ν. 3604/2007 και οι οποίες είναι αντίστοιχες με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αναφέρθηκαν παραπάνω, εφαρμόζονται δε, σύμφωνα με το άρθρο 63 ν. 2725/1999, και στις ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες, προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία, που αποτελεί και αυτή νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη του σκοπού της (εκτός από εκείνες τις πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως), καθώς και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή άλλα, τρίτα, πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή μόνο για ορισμένου είδους πράξεις.

Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.

Η υποκατάσταση αυτή του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας στην εκπροσώπησή της από τρίτο πρόσωπο, όταν την επιτρέπει το καταστατικό, είναι δυνατή μόνο με απόφαση του ίδιου του διοικητικού συμβουλίου. Η εν λόγω υποκατάσταση είναι σχέση τελείως διαφορετική από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής που προβλέπουν τα άρθρα 216 επ.

και 713 επ. του ΑΚ. Πράγματι, τόσο ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα διοικήσεως, τα οποία εκφράζουν τη βούληση της ανώνυμης εταιρίας, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίσθηκαν από το διοικητικό της συμβούλιο ή τα υποκατάστατά του όργανα και των οποίων, πράξεων, μόνο η εκτέλεση ανατίθεται σ' αυτούς.

Η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή των εν λόγω οργάνων είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, απλώς δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται πανηγυρικά. Αρκεί να προκύπτει από αυτή (απόφαση), έστω και ερμηνευτικώς (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), βούληση του διοικητικού συμβουλίου ή των προαναφερόμενων οργάνων, ώστε να συναφθεί η σύμβαση από άλλο πρόσωπο (ΑΠ 704/2010, 1191/2009).

Περαιτέρω, σε περίπτωση διορισμού προσωρινής διοικήσεως ανώνυμης εταιρείας με δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, εφόσον επιβάλλεται υποχρέωση συλλογικής δράσεως στα φυσικά πρόσωπα που ορίσθηκαν με την απόφαση για την εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, αυτό αποτελεί ειδικότερη μορφή περιορισμού της αρμοδιότητάς τους να δεσμεύουν την τελευταία έναντι τρίτων, ο περιορισμός όμως αυτός, εφόσον δεν δημοσιευθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 εδ.

β' και 13 του κ.ν. 2190/1920, στο τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν μπορεί να προβληθεί έναντι των τρίτων, παρά μόνο αν αποδειχθεί από την ανώνυμη εταιρεία ότι οι τελευταίοι γνώριζαν τον ως άνω περιορισμό. Τέλος, σε περίπτωση κατά την οποία με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, κατ' εφαρμογή ρυθμίσεων του καταστατικού της, ανατίθεται η εκπροσώπηση της εταιρείας σε περισσότερα από ένα μέλη του ή άλλα, τρίτα, πρόσωπα, εφόσον δεν ορίζεται ρητά και με σαφήνεια ότι για την εκπροσώπηση της εταιρείας απαιτείται και είναι αναγκαία η από κοινού ενέργεια όλων των υποκατάστατων αυτού (διοικητικού συμβουλίου) ή η σύμπραξη ορισμένων από αυτούς, την εταιρεία νομίμως εκπροσωπεί οποιοδήποτε από εκείνους που ορίσθηκαν ως υποκατάστατοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 20-6-2002 προσωρινή διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αρ. 20586/15-7-2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ορίστηκε προσωρινή διοίκηση της εναγομένης, αποτελούμενη από τους Μ. Ζ., Δ.

Π., Σ. Κ., Β. Π., Ν. Γ., Χ. Σ., Ν. Π., Α. Π., Ν. Τ., Μ. Λ., Γ. Ζ. και Χ. Γ., για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της παραπάνω υπ' αρ. 20586/2002 αποφάσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 15 Ιουλίου 2002. Οι ως άνω ορισθέντες ως προσωρινή διοίκηση της εναγομένης, στους οποίους χορηγήθηκε η εξουσία να διοικήσουν την τελευταία, συνήλθαν σε συνεδρίαση στις 20-6-2002, μεταξύ δε και άλλων, με το υπ' αρ. 1/20-6-2002 πρακτικό, αποφάσισαν ομοφώνως να αναθέσουν την εκπροσώπηση της εναγομένης για τις κάθε φύσεως πράξεις και συναλλαγές της, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του καταστατικού της, στους:

α) Α. Π. του Ι., τον οποίο όρισαν ως πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, και β) Χ. Σ. του Θ., τον οποίο όρισαν ως διευθύνοντα σύμβουλο, σε περίπτωση δε απουσίας του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, δηλαδή του Α. Π., αποφάσισαν ότι την εναγομένη δεσμεύει ο Ν. Τ., ο οποίος είχε οριστεί πρώτος (α') αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.

Το περιεχόμενο της ως άνω προσωρινής διαταγής και αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και του παραπάνω πρακτικού συνεδριάσεως της προσωρινής διοίκησης της εναγομένης, με το οποίο ορίστηκαν οι εκπροσωπούντες την τελευταία, δημοσιεύθηκαν στο υπ' αρ. 11495/13-11-2003 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), από τη δημοσίευση δε αυτή ουδόλως προκύπτει ότι τέθηκε οποιοσδήποτε περιορισμός στην εκπροσώπηση της εναγομένης, κατ' αρχήν από τους ως άνω Α.

Π., πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, και Χ. Σ., διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, σε περίπτωση δε κωλύματος του πρώτου (Α. Π.) από τον Ν. Τ., είτε υπό τη μορφή της από κοινού συμπράξεως και ενεργείας των πρώτου και δεύτερου (Α. Π. και Χ. Σ.) ή των δεύτερου και τρίτου (Χ. Σ. και Ν. Τ.) σε περίπτωση κωλύματος του πρώτου, είτε υπό την μορφή της εκπροσωπήσεως της εναγομένης μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Αντίθετα από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση με σαφήνεια προέκυψε ότι καθένας από τους προαναφερόμενος, που νομότυπα ορίστηκαν υποκατάστατοι του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, νομίμως εκπροσωπούσε την τελευταία στις προς τους τρίτους σχέσεις και συναλλαγές της, ενεργώντας μόνος του, κρίση που ενισχύεται από το ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εκπροσωπείτο στις συναλλαγές της το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από τον ορισμό της προσωρινής διοικήσεώς της (20-6-2002) μέχρι και τη σύγκληση τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης για εκλογή διοικητικού συμβουλίου της (τον Ιανουάριο του έτους 2003), μόνο με κοινή ενέργεια και σύμπραξη των προαναφερομένων, δηλαδή των Α.

Π. και Χ. Σ. ή του τελευταίου και Ν. Τ., αλλά μόνο από έναν από αυτούς. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στο πρώτο επαγγελματικό συμβόλαιο του ως άνω ποδοσφαιριστή Α. Π. για λογαριασμό της εναγομένης ως νόμιμος εκπρόσωπός της συμβλήθηκε και το υπέγραψε, στις 24 Ιουλίου 2002, μόνο ο προαναφερόμενος Α. Π., υπό την ιδιότητά του ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της, σε κάθε δε περίπτωση από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι το ενάγον γνώριζε ότι η αντίδικός του εκπροσωπείται νομίμως στις συναλλαγές και σχέσεις της με τρίτους μόνο με τη σύμπραξη τουλάχιστον δύο από τους προαναφερόμενους υποκαταστάτους του διοικητικού συμβουλίου της, λαμβανομένου υπόψη και του ότι σε καμιά άλλη συναλλαγή της (εναγομένης) δεν αποδείχθηκε σύμπραξη αυτών, προκειμένου να θεωρηθεί νόμιμη η εκπροσώπησή της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι ο Χ. Σ., ο οποίος συμβλήθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος και με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης - αναιρεσείουσας στην από 18-7-2002 έγγραφη συμφωνία, με την οποία ο ποδοσφαιριστής Α. Π., που μέχρι τότε ανήκε στην ποδοσφαιρική ομάδα του αναιρεσίβλητου σωματείου, εντάχθηκε στην ποδοσφαιρική ομάδα της αναιρεσείουσας, υπογράφοντας μαζί της επαγγελματικό συμβόλαιο διαρκείας, είχε εξουσία νόμιμης εκπροσωπήσεως της τελευταίας και δεν ήταν αναγκαία προς τούτο η σύμπραξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου.

Συνακόλουθα, έκρινε περαιτέρω ότι ήταν έγκυρος και ο όρος της ως άνω συμφωνίας ότι σε περίπτωση μεταγραφής του εν λόγω παίκτη σε οποιαδήποτε άλλη ποδοσφαιρική ομάδα, το αναιρεσίβλητο σωματείο θα εδικαιούτο να εισπράξει το 20% του ολικού ποσού που θα συμφωνούσε η αναιρεσείουσα για τη μεταγραφή του, και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως για το ζήτημα αυτό, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, δεχόμενο ότι καθένας από αυτούς που ορίσθηκαν ως υποκατάστατοι του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας νομίμως εκπροσωπούσε την τελευταία στις σχέσεις και συναλλαγές της προς τους τρίτους, εφόσον με τη δικαστική απόφαση που ορίσθηκε προσωρινή διοίκηση δεν επιβλήθηκε υποχρέωση συλλογικής δράσεως στα φυσικά πρόσωπα που ορίσθηκαν, ούτε τέθηκε τέτοιος όρος με την απόφαση της προσωρινής διοικήσεως στα πρόσωπα που ορίσθηκαν ως υποκατάστατοι αυτής, διέλαβε δε ως προς το ζήτημα αυτό σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος, όπως ομοίως αβάσιμος για τους ίδιους λόγους τυγχάνει και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο πρώτος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 25 του καταστατικού της εν λόγω ποδοσφαιρικής εταιρείας, είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι επικαλέσθηκε την εφαρμογή του άρθρου αυτού του καταστατικού της με λόγο εφέσεως και το δικαστήριο της ουσίας δεν τον έλαβε υπόψη.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας κενό στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των μερών, προσέφυγε μεν σ' αυτούς, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, υπό το πρίσμα των οποίων αναζητείται και η αληθινή βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις.

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία στον προσδιορισμό της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, είτε αυτή έχει εκφραστεί αμφιμερώς είτε μονομερώς, όπως είναι και η εξουσιοδότηση που παρέχεται από το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου προς το νόμιμο εκπρόσωπό του και ανακύπτει θέμα ασάφειας ως προς την έκταση της εξουσιοδοτήσεως αυτής σε σχέση με το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που ο εκπρόσωπος κατάρτισε με το αντισυμβαλλόμενο μέρος.

Είναι αδιάφορο αν η ερμηνευόμενη ασαφής βούληση περιέχεται ή αφορά έγγραφο που έχει συστατικό ή αποδεικτικό χαρακτήρα (ΑΠ 27/1997). Με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, και ειδικότερα ότι, ενώ το Εφετείο διέγνωσε ασάφεια στην απόφαση συγκροτήσεως σε σώμα του διοικητικού της συμβουλίου, δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με βάση τους οποίους θα έπρεπε να δεχθεί ότι, εφόσον στην απόφαση της προσωρινής διοικήσεως δεν διευκρινιζόταν ρητά ότι έκαστος εκπρόσωπος ενεργεί και δεσμεύει την εταιρεία ενεργώντας μόνος του, τότε σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας για τη δέσμευσή της απαιτείται από κοινού ενέργεια των ορισθέντων προσώπων ως υποκαταστάτων.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως τα σχετικά περιστατικά εκτέθηκαν παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε (ανελέγκτως) πως τα πρόσωπα που ορίσθηκαν ως προσωρινή διοίκηση της αναιρεσείουσας με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συνήλθαν σε συνεδρίαση στις 20-6-2002 και με το υπ' αριθμ. 1/20-6-2002 πρακτικό αποφάσισαν ομοφώνως να αναθέσουν την εκπροσώπηση αυτής για τις κάθε φύσεως πράξεις και συναλλαγές της στους α) Α.

Π., τον οποίο όρισαν ως πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, και β) Χ. Σ., τον οποίο όρισαν ως διευθύνοντα σύμβουλο, σε περίπτωση δε απουσίας του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου αποφάσισαν ότι την δεσμεύει ο Ν. Τ., ο οποίος είχε ορισθεί πρώτος αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι από την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την ανάλογη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας δεν προκύπτει ότι τέθηκε οποιοσδήποτε περιορισμός στην εκπροσώπησή της από τα πρόσωπα που ορίσθηκαν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος, σε περίπτωση δε κωλύματος του προέδρου από τον πρώτο αντιπρόεδρο, είτε υπό τη μορφή της από κοινού συμπράξεως και ενεργείας των πρώτου και δευτέρου ή των δευτέρου και τρίτου, είτε υπό τη μορφή της εκπροσωπήσεώς της μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Κατόπιν αυτού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν προέκυψε με σαφήνεια ότι καθένας από τους προαναφερόμενους, που ορίσθηκαν ως υποκατάστατοι του διοικητικού συμβουλίου, νομίμως εκπροσωπούσε την αναιρεσείουσα στις σχέσεις και τις συναλλαγές της προς τους τρίτους, ενεργώντας μόνος του, ως ενισχυτικό δε της κρίσεως αυτής επικαλείται ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τον ορισμό προσωρινής διοικήσεως στις 20-6-2002 μέχρι τη σύγκληση τακτικής γενικής συνελεύσεως των μετόχων για εκλογή διοικητικού συμβουλίου τον Ιανουάριο 2003 ουδέποτε εκπροσωπήθηκε η αναιρεσείουσα με κοινή ενέργεια και σύμπραξη των προαναφερόμενων προσώπων, δηλαδή των Α.

Π. και Χ. Σ. ή του τελευταίου και του Ν. Τ., αλλά μόνο από έναν από αυτούς. Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο οδηγήθηκε σε ερμηνεία της αποφάσεως της προσωρινής διοίκησης της αναιρεσείουσας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο υπ' αριθμ. 1/20-6-2002 πρακτικό, με βάση την καλή πίστη και λαμβάνοντας υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, και κατέληξε στο συμπέρασμα που προαναφέρθηκε, ενόψει του ότι η απόφαση ήταν ομόφωνη και δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ανάγκη διευκρινίσεως της σχετικής φράσεως από ενδεχόμενη σύγχυση στις συναλλαγές αναφορικά με τη δυνατότητα εκπροσωπήσεως της αναιρεσείουσας από ένα και μόνο υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου, όπως άλλωστε έγινε καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας της προσωρινής διοικήσεως.

Κατόπιν τούτου ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα τυγχάνει αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι, ενώ με λόγο εφέσεως επανέφερε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και ειδικότερα ότι το ύψος της αμοιβής που οφείλεται από αυτήν στο ενάγον σωματείο για την ένταξη το καλοκαίρι του έτους 2002 του ποδοσφαιριστή Α.

Π. στην ποδοσφαιρική της ομάδα δεν θα πρέπει να υπερβεί το καθοριζόμενο ποσόν στα σχετικά παραρτήματα της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας για τους ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές και το οποίο δεν υπερέβαινε το ποσόν των 35.000 ευρώ για τις Π.Α.Ε. Α' Εθνικής Κατηγορίας, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό και το σχετικό λόγο εφέσεως ως αλυσιτελή, παραβιάζοντας ευθέως, αλλιώς εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, 361 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 10 του παραρτήματος Α "Διατάξεις Εφαρμογής Κανονισμού για τους ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές" της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, 20 του Κανονισμού ιδιότητας και μεταγραφών των ποδοσφαιριστών της FIFA (Διεθνούς Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου) και 15 παρ. 4 του παραρτήματος Β "Διατάξεις Εφαρμογής Κανονισμού για τους ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές" της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ωστόσο, τα όσα επικαλείται η αναιρεσείουσα αλυσιτελώς προτείνονται, καθόσον οι ως άνω διατάξεις των σχετικών παραρτημάτων της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας σχετικά με τις μεταγραφές των ερασιτεχνών ποδοσφαιριστών σε επαγγελματικά σωματεία, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο αθλητικό σωματείο δεν θεμελιώνει την αξίωσή του για την καταβολή του ποσού των 500.000 ευρώ στις ως άνω διατάξεις, διεκδικώντας αποζημίωση για την κατάρτιση και εκπαίδευση του εν λόγω ποδοσφαιριστή, ο οποίος το καλοκαίρι του έτους 2002 με τη συναίνεση του ερασιτεχνικού σωματείου, στο οποίο ανήκε μέχρι τότε, εντάχθηκε στην ποδοσφαιρική ομάδα της αναιρεσείουσας, αλλά στην από 18-7-2002 έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, με την οποία ορίσθηκε ότι σε περίπτωση μεταγραφής του σε οποιαδήποτε άλλη ποδοσφαιρική ομάδα, το αναιρεσίβλητο σωματείο θα εδικαιούτο να εισπράξει το 20% του ολικού ποσού που θα συμφωνούσε η αναιρεσείουσα για τη μεταγραφή του, συμφωνία η οποία κρίθηκε έγκυρη με την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν μπορεί να αποκλεισθεί η εφαρμογή της στην προκειμένη περίπτωση από τις διατάξεις που αφορούν στην αποζημίωση για την κατάρτιση και εκπαίδευση μεταγραφομένων ερασιτεχνών ποδοσφαιριστών.

Ορθά λοιπόν το δικαστήριο της ουσίας απέκλεισε την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων στην προκειμένη περίπτωση και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, τα όσα δε αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τυγχάνουν αβάσιμα.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2012 αίτηση της Π.Α.Ε. "Ο ΑΡΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" για αναίρεση της 23/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ