Legislator Case Law & Legislation
1758/2007 AI generated

1758/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1758/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1758/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ίδιου ως άνω νόμου (1969/1991), προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι τράπεζα.

Keywords

AI generated
payment service provider failure to keep accounts managing director's civil liability liability of the insurer admission to health insurance practice healthcare provider
AI generated
1616/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1255/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3155/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
1826/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1359/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
1113/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1601/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1758 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1758/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λογοθέτη Γρηγόριο.

Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Στεφανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20959/2001μη οριστική, 23212/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 12-4-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του ν. 1969/1991, όπως ισχύει μετά το Π.Δ. 433/1993 και το ν.2533/1997 (άρθρα 111 - 115 αυτού), προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρίες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.

Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρία που συνιστάται για το σκοπό αυτό.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ίδιου ως άνω νόμου (1969/1991), προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι τράπεζα.

Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερήγς καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα), της τιμής διάθεσης των μεριδίων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ΄ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο των εργασιών της, τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων κατά τις διατάξεις των άρθρων 17 επ. του ν.1969/1991 και των σχετικών κανονισμών, είναι δε θυγατρική της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που είναι και η κύρια μέτοχος αυτής.

Στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητάς της, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα διέθετε στο επενδυτικό κοινό μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, μέσω του πανελληνίου δικτύου αντιπροσώπων και συνεργατών, που διέθετε η μητρική της εταιρία. Ο επίσης εναγόμενος στην ένδικη αγωγή, X1, (ως προς τον οποίον είχε γίνει αυτή δεκτή λόγω της ερημοδικίας του, με την με αριθμό 20959/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), κατά το χρονικό διάστημα από 17.6.1992 έως 26.1.1999, που καταγγέλθηκε η σχετική σύμβαση, ήταν παραγωγός ασφαλίσεων της ανωτέρω μητρικής εταιρίας της αναιρεσείουσας, δηλαδή είχε αναλάβει να μεσολαβεί για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων μεταξύ αυτής και πελατών της, έναντι συμφωνημένης προμήθειας.

Στο ίδιο διάστημα, με την προδιαληφθείσα ιδιότητά του, είχε αναλάβει παράλληλα, όπως και τα άλλα μέρη του δικτύου της ασφαλιστικής εταιρίας, να προωθεί και να διαθέτει στο επενδυτικό κοινό μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν η αναιρεσείουσα (εναγομένη) έναντι προμήθειας επί του ποσού των πωλήσεων που πραγματοποιούνταν με τη δική του μεσολάβηση.

Ενόψει αυτών, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία στο σημείο αυτό δεν πλήττεται, ο προδιαληφθείς τελούσε σε σχέση προστήσεως με την αναιρεσείουσα εταιρία, αφού η υπηρεσία που του είχε ανατεθεί εκ μέρους της, αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση υποθέσεων αυτής και στην εξυπηρέτηση των οικονομικών της συμφερόντων.

Μέσα στα πλαίσια της εν λόγω δραστηριότητάς του, προσέγγισε κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1997 τον αναιρεσίβλητο και του πρότεινε να επενδύσει χρήματα σε αμοιβαία κεφάλαια της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο "ΠΙΣΤΗ". Αυτός δέχθηκε και έτσι στις 8.9.1997 και στις 20.9.1997, μετέβησαν μαζί σε κατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στη Θεσσαλονίκη και ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας, που τού υπέδειξε ο Χ1, το ποσό των 24.300.000 δραχμών και το ποσό των 34.300.000 δραχμών, αντίστοιχα, για την αγορά μεριδίων από το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο.

Και στις δύο περιπτώσεις, αμέσως μετά την κατάθεση των χρημάτων, ο Χ1 έπαιρνε στα χέρια του το σχετικό αποδεικτικό κατάθεσης, λέγοντας στον αναιρεσίβλητο ότι θα το αποστείλει στα κεντρικά γραφεία της αναιρεσείουσας και του παρέδιδε έγγραφο σε φωτοτυπία με τα στοιχεία της αναιρεσείουσας, που τιτλοφορούνταν "ΑΙΤΗΣΗ ΑΓΟΡΑΣ ΜΕΡΙΔΙΩΝ" και του δήλωνε ότι αυτό αποτελούσε το αποδεικτικό αγοράς εκ μέρους του των μεριδίων.

Κατά μήνα Μάρτιο του έτους 1999, μετά από μερικές εξαγορές, ο αναιρεσίβλητος, που πίστευε, όπως τον διαβεβαίωνε ο Χ1, ότι είχε επενδεδυμένο ποσό 49.580.000 δραχμών στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο, το ζήτησε να το επανεπενδύσει με τον καλύτερο για τα συμφέροντά του τρόπο. Τότε ο Χ1 του δήλωσε ότι είχε διακόψει τη συνεργασία του με την αναιρεσείουσα και του πρότεινε να επενδύσει το ποσό των 50.000.000 δραχμών σε αμοιβαία κεφάλαια της εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", για ένα χρόνο, ώστε να εισπράξει κατά την εξαγορά των μεριδίων το ποσό των 60.500.000 δρχ.

Ο αναιρεσίβλητος δέχθηκε και για να συμπληρωθεί το ανωτέρω ποσό, κατέβαλε στον Χ1 επί πλέον το ποσό των 420.000 δραχμών Μετά από ένα χρόνο περίπου, ήτοι στις 30.4.2000, όταν ο αναιρεσίβλητος του ζήτησε να προβεί σε ολική εξαγορά των μεριδίων του και να του καταβάλει το ποσό των 60.500.000 δραχμών, αυτός με διάφορα προσχήματα καθυστερούσε την καταβολή του, μέχρις ότου τελικά εξαφανίσθηκε, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να μην εισπράξει ούτε το επενδυθέν ποσό των 50.000.000 δραχμών.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο Χ1 ουδέποτε επένδυσε το χρηματικό ποσό των 58.600.000 δραχμών (24.300.000 + 34.300.000) που του είχε εμπιστευθεί ο αναιρεσίβλητος, σε αμοιβαία κεφάλαια της αναιρεσείουσας και ότι το ποσό των 9.020.000 δραχμών (58.600.000 - 49.580.000), που συνολικά είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 1997 έως το Μάρτιο του 1999, προέρχονταν προφανώς από τα χρήματα που αυτός του είχε δώσει και όχι από υποτιθέμενες εξαγορές μεριδίων, όπως πίστευε ο αναιρεσίβλητος, πεισθείς, στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι με βάση τα αποδειχθέντα περιστατικά, προκύπτει 1) ότι καταβλήθηκε πράγματι εκ μέρους του αναιρεσίβλητου το ποσό των 58.600.000 δραχμών για την αγορά μεριδίων που διαχειρίζονταν η αναιρεσείουσα, 2) ότι το ποσό αυτό ουδέποτε εισήλθε στα ταμεία της αναιρεσείουσας, 3) ότι από το ποσό αυτό επιστράφηκε στον αναιρεσίβλητο από τον Χ1, το ποσό των 9.020.000 δραχμών, 4) ότι μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της αναιρεσείουσας, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ενήργησε μέσω του ανωτέρω προστηθέντος από αυτήν, καταρτίσθηκαν στις πιο πάνω ημερομηνίες δύο διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, για τις οποίες καταβλήθηκε το σχετικό τίμημα.

Ότι κατά συνέπεια, όφειλε ο προδιαληφθείς, συμμορφούμενος με τις οδηγίες και εντολές της αναιρεσείουσας να τηρήσει την προβλεπόμενη διαδικασία για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από τον ενδιαφερόμενο επενδυτή, η οποία απαιτούσε την εκ μέρους του προαναφερθέντος παραγωγού ασφαλίσεων - προστηθέντος, υποβολή προς την αναιρεσείουσα πρότασης - αίτησης εξαγοράς, η οποία θα υπογράφονταν από αυτόν και τον αιτούντα και ακολούθως την κατάθεση του διαθέσιμου από τον αναιρεσίβλητο χρηματικού ποσού σε μετρητά, είτε στο ταμείο αυτής, είτε στους ειδικούς λογαριασμούς, που αυτή διατηρούσε στην Τράπεζα Εργασίας και στην Εθνική Τράπεζα.

Η μη τήρηση δε από αυτόν των παραπάνω υποχρεώσεών του, που απέρρεαν από τη σχέση του με την αναιρεσείουσα και η είσπραξη των χρημάτων του αναιρεσιβλήτου για δικό του λογαριασμό καθώς και η εν συνεχεία παράνομη ιδιοποίησή τους, έγινε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που αυτή του είχε εμπιστευθεί και αποτελεί παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εν λόγω προστηθέντα, που συνιστά αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για την οποία ευθύνεται σε ολόκληρο και η προστήσασα αυτόν αναιρεσείουσα.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να δεχθεί ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντα δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ. Ούτε στέρησε από νόμιμη βάση την προσβαλλόμενη απόφασή του με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Χ1, για τον οποίο σαφώς νοηματικά δέχεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι στους παραπάνω κρίσιμους χρόνους (8.9.1997 και 20.9.1997) είχε αναλάβει με σύμβαση μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας να προωθεί και να διαθέτει στο επενδυτικό κοινό μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων της αναιρεσείουσας, έναντι προμηθείας επί του ποσού των πωλήσεων που πραγματοποιούνταν με τη δική του μεσολάβηση, ήτοι ότι η υπηρεσία που του είχε ανατεθεί εκ μέρους της αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση υποθέσεων αυτής και στην εξυπηρέτηση των οικονομικών της συμφερόντων κατόπιν οδηγιών και εντολών της αναιρεσείουσας, συνισταμένων στην τήρηση των αναφερομένων τυπικών προϋποθέσεων για συμμετοχή σε αμοιβαία κεφάλαια.

Και ότι μεταξύ της παραπάνω ζημιογόνου συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, καθόσον η υπεξαίρεση των άνω χρηματικών ποσών δεν θα γινόταν χωρίς την πρόστηση. Δεν δημιουργείται δε αντίφαση ή ανεπάρκεια από το γεγονός ότι την παραδοχή αυτή περί προστήσεως του Χ1 από την αναιρεσείουσα στηρίζει παράλληλα το Εφετείο και σε δεδικασμένο που παράγεται από την πρωτόδικη απόφαση η οποία ως προς την παραδοχή της αυτή, της ύπαρξης δηλαδή σχέσεως πρόστησης μεταξύ του Χ1 και της αναιρεσείουσας, δεν είχε προσβληθεί με λόγο έφεσης από την αναιρεσείουσα.

Εν όψει δε του επάλληλου αυτού ερείσματος περί ύπαρξης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Χ1 κρίνεται αλυσιτελείς και η προβαλλόμενη ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζει μόνο σε δεδικασμένο την ύπαρξη της πρόστησης, ενώ το Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του διαλαμβάνει, όπως προελέχθηκε, την προαναφερόμενη αυτοτελή αιτιολογία, ήτοι ότι ο Χ1 τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της αναιρεσείουσας κατά την εκτέλεση της προαναφερόμενης υπηρεσίας του της προώθησης και διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της στο επενδυτικό κοινό.

Επομένως ο σχετικός περί των ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ως προς αμφότερα τα μέρη του αυτά. Από τις διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε από αμέλεια, δηλαδή από τη μη καταβολή της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού να προβεί σε θετική πράξη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ΄ αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, ή να περιορίσει την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ακόμη ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) όχι μόνο δεν γνώριζε την προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του Χ1, αλλά ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ήταν έμπειρος στις σχετικές συναλλαγές, δεν θα μπορούσε να την προβλέψει, ώστε, ως μέσος συνετός άνθρωπος, να καταβάλει την επιμέλεια που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές και να αποτρέψει τη ζημία του, αφού, αν είχε αυτή τη δυνατότητα, ασφαλώς και δεν θα του εμπιστευόταν τα χρήματά του.

Το γεγονός ότι αυτός γνώριζε το Χ1 από το έτος 1993 και μέσω αυτού, είχε, από τότε, κατ΄ επανάληψη επενδύσει διάφορα χρηματικά ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια της αναιρεσείουσας, προβαίνοντας παράλληλα και σε αντίστοιχες εξαγορές των μεριδίων του (περιπτώσεις για τις οποίες, όπως προέκυψε, είχε τηρηθεί από το Χ1 η προβλεπόμενη διαδικασία, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί πρόβλημα στις μεταξύ τους συναλλαγές), όχι μόνο δεν αναιρεί την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου εκείνου περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, που να συνδέεται αιτιωδώς με την προξενηθείσα σ΄ αυτόν ζημία, αλλά αντίθετα την ενισχύει, αφού με τον τρόπο αυτό, ο προδιαληφθείς, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντα, σε τέτοιο βαθμό, που ο τελευταίος, ουδέποτε θα μπορούσε να υποπτευθεί, ακόμη και αν διαπίστωνε παρατυπία στη σχετική διαδικασία, ότι ο Χ1 αποσκοπούσε στο να υπεξαιρέσει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε.

Έκρινε δε το Εφετείο με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ότι εφόσον ουδεμία συντρέχουσα αμελής συμπεριφορά βαρύνει τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα στην επέλευση της ζημίας που του προξένησε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προαναφερθέντος η σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας - εναγομένης, που στηρίζεται στο άρθρο 300 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου που προέβαλλε η αναιρεσείουσα, δεν παραβίασε, ούτε ως προς το θέμα αυτό τις διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς, το ίδιο θέμα νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, το Εφετείο στηρίζει την κρίση του για απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας για ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στο γεγονός ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε την αδικοπρακτική συμπεριφορά του Χ1 και δεν ήταν αρκετά έμπειρος περί τις σχετικές συναλλαγές. Παράλληλα δε και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι ήταν αρκούντως έμπειρος στις σχετικές συναλλαγές, δεν θα μπορούσε να προβλέψει την αδικοπρακτική συμπεριφορά του Χ1, ώστε ως μέσος συνετός άνθρωπος να καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται σε τέτοιους είδους συναλλαγές και να αποτρέψει τη ζημία του, αφού αν είχε αυτή τη δυνατότητα, ασφαλώς και δεν θα του εμπιστευόταν τα χρήματά του.

Την κρίση του δε για αδυναμία του αναιρεσιβλήτου να προβλέψει ως μέσος συνετός άνθρωπος που καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές, την αδικοπρακτική συμπεριφορά του Χ1 στηρίζει και στην προηγούμενη επί έτη συνεπή συμπεριφορά του τελευταίου. Έτσι δε το Εφετείο ερευνά και δικαιολογεί την εν γένει στάση του αναιρεσιβλήτου, σχετικά με το περιεχόμενο της αίτησης του συμμετοχής στο προαναφερόμενο αμοιβαίο κεφάλαιο της αναιρεσείουσας και της αναγραφόμενης στην αίτηση αυτή διαδικασίας και ειδικότερα της υποχρέωσής του καταβολής του επενδυομένου ποσού μόνο σε τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας ή σε τραπεζική επιταγή υπέρ αυτής.

Δεν απαιτείται δε για τη δικαιολόγηση της εμπιστοσύνης του αναιρεσιβλήτου στον Χ1 και η λεπτομερής αναφορά των προηγούμενων συναλλαγών του με αυτόν. Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ως προς αμφότερα τα μέρη του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής τους, έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ΄ ουσίαν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για συντρέχον πταίσμα του αναιρεσιβλήτου στη ζημία του και το ποσό αυτής και μάλιστα έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά που τον στοιχειοθετούσαν και προβλήθηκαν σχετικώς από την αναιρεσείουσα.

Επομένως ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ αναιρετικός λόγος με τον οποίον προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας, και μάλιστα ως προς όλα τα προβληθέντα σχετικώς περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 27-3-2006 αίτηση της Ανώνυμης Εταρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 278/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ