Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to inadmissible and baseless grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Eastern Crete Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents and violated procedural rules regarding bank account balances, but the court found these arguments either baseless or inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the costs were assigned to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to specify the exact legal error and is barred when it challenges a matter of fact already decided by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1757 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1757/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΚΜ WORKS ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κυριακάκη παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2019 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 1/3/2019 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 1/3/2019 πρόσθετη παρέμβσαη της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2020 μη οριστική και 68/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 65/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10.7.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 65/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε τις εφέσεις του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμό 68/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (AΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017).
Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης που περιέχεται στις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι στους τραπεζικούς λογαριασμούς που αυτή τηρεί στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", κατατέθηκαν τον Φεβρουάριο 2017 τα ποσά των 13.434 και 13.605 ευρώ, τον Μάρτιο 2017 182.569,44 ευρώ και τον Απρίλιο 2017 186.027 ευρώ και συνεπώς η υπ' αρ. ....2019 αρνητική δήλωση της Εθνικής Τράπεζας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία αυτή δήλωσε ότι ουδέν ποσό της δεύτερης αναιρεσίβλητης - οφειλέτιδας του ανακόπτοντος υφίσταται ελεύθερο προς απόδοση, είναι ανακριβής.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κατατεθεισών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου προτάσεων της προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή, προς αντίκρουση της ασκηθείσας από τον ανακόπτοντα ανακοπής, αφού αρνήθηκε τη βασιμότητα της ανακοπής, στη συνέχεια διέλαβε κατά το κρίσιμο μέρος και τα εξής: "...Κατά τα λοιπά, ο ανακόπτων αλυσιτελώς και αβασίμως επικαλείται τόσο με το υπό κρίση δικόγραφο, όσο και το κατασχετήριο:
α) κατάθεση που έλαβε χώρα το Φεβρουάριο του 2017 ποσού 13.434 €, β) κατάθεση που έλαβε χώρα το Μάρτιο του 2017, ποσού 182.569,44 € και γ) κατάθεση ποσού 186.027 € που κατά τον ανακόπτοντα έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2017, καθόσον οι καταθέσεις αυτές αναφέρονται σε χρονικό διάστημα προ της ένδικης εδώ κατάσχεσης (που εξιστορείται ότι έλαβε χώρα, μόλις στις 7.1.2019) και ως εκ τούτου αλυσιτελώς προβάλλονται στο πλαίσιο της παρούσης δίκης, η οποία αποκλειστικώς και μόνον αναφέρεται στην ειλικρίνεια της εδώ επίδικης δήλωσης της υπέρ ης η παρέμβαση.".
Η αναφορά στις προτάσεις της προσθέτως παρεμβαίνουσας των ως άνω χρηματικών καταθέσεων δεν συνιστά ομολογία κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, καθόσον, όταν εκτέθηκαν τα ως άνω περιστατικά, δεν έγιναν με πρόθεση ομολογίας του επιβλαβούς γι' αυτήν περιστατικού ότι υπήρχαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της τα ποσά των καταθέσεων και κατά τον χρόνο της επίδικης κατάσχεσης στις 7.1.2019, αλλά η αναφορά τους έγινε μόνον προς απόκρουση της ανακοπής, αναφέροντας ειδικότερα ότι οι ως άνω καταθέσεις ανάγονται σε χρονικό διάστημα προγενέστερο της κατάσχεσης.
Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ.
ΑΠ 23/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009). Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμη δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 11/2004), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 767/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία της προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης που περιέχεται στην υπ' αριθ.
καταθ. 7567/25.1.2019 ανακοπή της του άρθρου 933 ΚΠολΔ, απευθυνομένη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στρεφομένη κατά του ιδίου του ανακόπτοντος, ότι στον υπ' αριθ. 13947125871 τραπεζικό λογαριασμό, που η δεύτερη αναιρεσίβλητη τηρεί στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", δεσμεύτηκαν δυνάμει κατασχετηρίου τα εξής ποσά, ήτοι:
τα ποσά των 13.434 και 136.053,04 ευρώ, που είχαν κατατεθεί τον μήνα Φεβρουάριο 2017, το ποσό των 182.569,44 ευρώ που είχε κατατεθεί τον μήνα Μάρτιο 2017 και το ποσό των 186.027 ευρώ που είχε κατατεθεί τον μήνα Απρίλιο 2017 και συνεπώς η υπ' αρ. ....2019 αρνητική δήλωση της Εθνικής Τράπεζας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία δήλωσε ότι ουδέν ποσό της δεύτερης αναιρεσίβλητης - οφειλέτιδος του ανακόπτοντος υφίσταται ελεύθερο προς απόδοση, είναι ανακριβής.
Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον άνω κρίσιμο ισχυρισμό της προσθέτως παρεμβαίνουσας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, από το οποίο προκύπτει, κατά την αιτίαση του αναιρεσείοντος, εξώδικη ομολογία της προσθέτως παρεμβαίνουσας και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτού του εγγράφου και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 985 και 986 ΚΠολΔ, καθώς, ενώ δέχθηκε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανέφερε στις ενώπιόν του κατατεθείσες προτάσεις της την ύπαρξη στους τηρούμενους στην Εθνική Τράπεζα τραπεζικούς της λογαριασμούς των ποσών των 13.434 και 13.607 ευρώ τον μήνα Φεβρουάριο 2017, των 182.569,44 ευρώ τον Μάρτιο 2017 και των 186.027 ευρώ τον Απρίλιο 2017, στη συνέχεια δέχθηκε ότι τούτο δεν συνεπάγεται ότι τα ποσά αυτά υφίσταντο και την 7.1.2019, που έλαβε χώρα η κατάσχεση του ανακόπτοντος και οδήγησε την Τράπεζα στην υποβολή της ανακοπτόμενης από 15.1.2019 δήλωσής της, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει αν τα ανωτέρω ποσά αποσβέστηκαν πριν την 7.1.2019 και με ποιον νόμιμο τρόπο, ενώ, αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις, θα έπρεπε να δεχθεί ότι τα εν λόγω ποσά υφίσταντο και κατά την 7.1.2019 και, ως εκ τούτου, η δήλωση της Τράπεζας είναι ανειλικρινής.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, αφενός λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και αφετέρου διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.7.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 65/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα εξ αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ