Legislator Case Law & Legislation
1757/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking substantive court findings on evidence and procedural rules.

Case Number 1757/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court's payment order. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific evidence regarding the validity of checks and the bank's compliance with internal guidelines. The court rejected these claims as inadmissible because they merely challenged the substantive findings of fact rather than alleging a violation of procedural rules or the omission of relevant evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it merely contests the substantive findings of the appellate court without alleging that the court failed to consider relevant evidence or omitted matters that would have influenced the outcome.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal substantive findings Code of Civil Procedure evidence omission procedural violation appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1757 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1757/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παπαλιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... (...), που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Ευστρατιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-8-2010 ανακοπή και τους από 19-9-2011 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1195/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-5-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13.8.2010 ανακοπή του και τους από 19.9.2011 πρόσθετους λόγους αυτής ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων στράφηκε κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 70.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 82/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της. Κατά της απόφασης αυτής ο ανακόπτων άσκησε την από 19.1.2012 έφεση και τους από 20.1.2014 πρόσθετους λόγους έφεσης, που απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 1195/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την από 29.5.2017 αίτησή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 883/2021, 1329/2017, ΑΠ 611/2013).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 681/2016).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως έχει κλητευθεί νομίμως, είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο, αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Λουξεμβούργο ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... (...)", όπως εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο "...", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-09-2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα και την αναιρεσίβλητη (όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθμ. 3738Γ'/29-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Άγγελου Παπαγεωργίου και την υπ` αριθμ. 1884/28-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κίμωνα Απολλωνάτου, αντίστοιχα), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον ενόψει του ότι έχει ήδη καταστεί ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, από το σύνολο των με επίκληση προσκομισθέντων από την προσθέτως παρεμβαίνουσα εγγράφων, αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία δυνάμει της από 22-12-2017 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης δανειακών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει καταχωρηθεί νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 στο Δημόσιο Βιβλίο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στις 22-12-2017 (με αριθμό πρωτοκόλλου ...

στον τόμο … και με αυξ. αριθμό …), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 και των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, στην προσθέτως παρεμβαίνουσα αλλοδαπή εταιρεία, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων αρχικά στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 22.12.2017 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στις 22.12.2017 με αριθμό πρωτοκόλλου ...

στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 και στη συνέχεια, δυνάμει της από 25.10.2018 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", αντίγραφο της οποίας καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στις 6.12.2018 με αριθμό πρωτοκόλλου ...

στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και τα δικαιώματα της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την με αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία εκδόθηκε βάσει των υπ' αριθ. ..., ...

και ... επιταγών, εκδόσεως του αναιρεσείοντος-καθ' ου η παρέμβαση, σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία τις μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην αναιρεσίβλητη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, στα πλαίσια της υπ' αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της οπισθογράφου και της Τράπεζας.

Συνεπώς, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης στα δικαιώματα της τελευταίας, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου αναιρεσίβλητης, προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί καταλαμβάνει και αυτήν, ως ειδική διάδοχο της απαίτησης που απορρέει από την επίδικη έννομη σχέση.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 10066Δ'/10.1.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Γκοτζιά, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου του Προέδρου του Α2 Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 10-02-2020, κατά την οποία με αίτηση του αναιρεσείοντος αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την 11-10-2021 και ακολούθως, με αίτηση της αναιρεσίβλητης, για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (14-02-2022), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω και εφόσον η αναιρεσίβλητη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, και αφού η αναβολή εκ του πινακίου και η αναγραφή της στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 575 εδαφ.

β`, 576 παρ. 2 περ. α` και γ` ΚΠολΔ, 226 παρ.4 εδαφ.γ` και δ` ΚΠολΔ), αυτή θεωρείται ως αντιπροσωπευόμενη από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, καθιερώνεται η αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές.

Η αρχή αυτή κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο.

Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση, που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει είτε ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε αγωγή περί ανυπαρξίας της οφειλής του, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.

Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή ή την αγωγή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 788/2019, ΑΠ 616/2018).

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 334/2019, ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 353/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων παραστατικών από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.

Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ` αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1122/2019, ΑΠ 353/2015). Τέλος, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.

Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με τον νόμο 5960/1933, δεδομένου, ότι από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1398/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 788/2019, ΑΠ 1347/2018, ΑΠ 353/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών (αναιρεσείων) διατηρεί στα ... κατάστημα πωλήσεως υποδημάτων.

Με την μη διάδικο εταιρία "...", που έδρευε στην ..., διατηρούσε από ετών εμπορική συνεργασία, στα πλαίσια της οποίας αγόραζε από την τελευταία υποδήματα για τις ανάγκες του καταστήματός του, η δε συνεργασία του με την παραπάνω εταιρία ήταν απρόσκοπτη, καθ' ομολογίαν του, για πολλές δεκαετίες. Κατόπιν προτάσεώς της, που έλαβε χώρα το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2009, δέχθηκε να υπογράψουν, την 1-3-2009, σύναψη συμβάσεως αποκλειστικής μεταξύ τους συνεργασίας (franchise).

Η εν λόγω σύμβαση λειτούργησε ομαλά μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2009 και απέφερε κέρδη στον εκκαλούντα, όπως ο ίδιος στην ανακοπή του επικαλείται. Τον Ιούλιο του ιδίου έτους, η ως άνω εταιρία, προκειμένου να του παραδώσει εμπορεύματα των επόμενων περιόδων (φθινόπωρο - χειμώνα 2009 και χειμώνα 2010), του ζήτησε να εκδώσει προηγουμένως αξιόγραφα αντίστοιχης αξίας.

Έτσι, ο εκκαλών εξέδωσε εις διαταγήν της εταιρίας, μεταξύ άλλων και τις τρεις επίδικες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, ήτοι τις με αριθμούς ..., ... και ..., με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 31-1-10, 28-2-10 και 31-3-2010, για τα ποσά των 20.000, 20.000 και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες σύρονταν στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του, που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Ακολούθως, η εταιρία "..." οπισθογράφησε λόγω ενεχύρου, τις δύο ισόποσες επιταγές, στις 10-7-2009 και την τρίτη επιταγή, στις 29-7-2009, στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", με την οποία είχε συνάψει σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, η δε εφεσίβλητη κατέστη με τον τρόπο αυτό ενεχυρούχος δανείστρια και νόμιμη κομίστρια των επιδίκων επιταγών, νομιμοποιούμενη στην άσκηση των εξ αυτών δικαιωμάτων, όπως έχει ήδη εκτεθεί.

Η τελευταία εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή, την 1-2-2010, 1-3-2010 και 31-3-2010, αντίστοιχα, τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, λόγω ανάκλησης εκ μέρους του εκδότη τους (εκκαλούντος) με επαρκές υπόλοιπο στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό του (βλ. σχετική βεβαίωση στην οπίσθια όψη του σώματος των επιταγών).

Ακολούθως, η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή ζήτησε και εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία ο αντίδικός της υποχρεώθηκε να της καταβάλει τα ως άνω ποσά των επιταγών πλέον τόκων και εξόδων. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η συνεργασία μεταξύ του εκκαλούντος και της εταιρίας "...", διακόπηκε αιφνιδίως, διότι η τελευταία, η οποία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση της αποκλειστικής συνεργασίας και δεν παρέδωσε στον αντισυμβαλλόμενό της τα ανωτέρω παραγγελθέντα εμπορεύματα, για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές.

Ωστόσο, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι τα αρμόδια όργανα της καθ' ης η ανακοπή γνώριζαν το περιεχόμενο της ανωτέρω συμφωνίας μεταξύ αγοραστή και πωλήτριας, (περί της υποχρεώσεως της τελευταίας για προεκπλήρωση της παροχής της) κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσεως των επιταγών, ήτοι κατά το χρόνο της οπισθογράφησής τους στην εφεσίβλητη (10-7-2009 και 29-7-2010 [ενν. 2009]) και παρά ταύτα, δέχθηκαν να μεταβιβασθούν οι επιταγές στην Τράπεζα, προς βλάβην των συμφερόντων του εκκαλούντος.

Ειδικότερα, ότι τα αρμόδια όργανα της εφεσίβλητης γνώριζαν την ύπαρξη των παραπάνω ενστάσεων από την πλευρά του εκκαλούντος και εμφάνισαν τις επιταγές για να πληρωθούν από αυτόν, διότι άλλως δεν θα πληρώνονταν. Τούτο διότι, όπως o ίδιος o εκκαλών στην ανακοπή του εκθέτει, συνηγορούν δε σ' αυτό και οι δημοσιεύσεις άρθρων της περιόδου εκείνης στο διαδίκτυο, που προσκομίζει η εφεσίβλητη, η παραπάνω ανώνυμη εταιρία ήταν η μεγαλύτερη εταιρία παραγωγής υποδημάτων στην Ελλάδα και η επιχείρηση του εκκαλούντος, που προμηθευόταν από αυτήν εμπορεύματα, διατηρούσε επί πολλές δεκαετίες απρόσκοπτη συνεργασία με αυτήν, ενώ λίγους μήνες προ της οπισθογραφήσεως των επιταγών στην εφεσίβλητη, που έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2009, κατά τα προεκτεθέντα, συνήψε με την εν λόγω εταιρία σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας, η οποία μέχρι και τον κρίσιμο (για τη γνώση της εφεσίβλητης) χρόνο της παραπάνω οπισθογράφησης, λειτούργησε χωρίς προβλήματα και ήταν οικονομικά επωφελής για τον εκκαλούντα, σύμφωνα και με τους διαλαμβανόμενους στην ανακοπή ισχυρισμούς του.

Μέχρι δε τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο η λήπτρια των επιταγών εταιρία ήταν συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντι της εφεσίβλητης, η οποία δεν γνώριζε για τυχόν οικονομικά προβλήματα αυτής, τα οποία έγιναν γνωστά από το φθινόπωρο του έτους 2009 και εντεύθεν, ιδίως δε τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους (βλ.

και τις παραπάνω δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο), ούτε μπορούσε αυτή (εφεσίβλητη) να προβλέψει την μετέπειτα ανώμαλη εξέλιξη της παραπάνω συμβάσεως μεταξύ του εκκαλούντος και της πιστούχου της. Σκοπός της ενεχυριάσεως των επιταγών εξάλλου, ήταν η εξασφάλιση των απαιτήσεων της εφεσίβλητης τράπεζας έναντι της ενεχυριάζουσας ανώνυμης εταιρίας, που απέρρεαν από τη μεταξύ τους σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ο οποίος λειτουργούσε κανονικά, από το έτος 1995 και με βάση τον οποίο η τράπεζα χρηματοδοτούσε την προαναφερόμενη λήπτρια των επιταγών, κατά δε, το χρόνο της οπισθογράφησης των επίδικων επιταγών στην εφεσίβλητη, η πιστούχος της την διαβεβαίωσε ότι αυτές αντιπροσώπευαν πραγματική συναλλαγή (πωλήσεις εμπορευμάτων της στον εκκαλούντα - βλ.

και τα από 10-7-2009 και 29-7-2009 πινάκια ενεχυρίασης επιταγών-) και ότι ο εκδότης τους (εκκαλών) ήταν φερέγγυος. Ως εκ τούτου, η καθ' ης ευλόγως θεωρούσε, ότι η εμπορική συνεργασία των ανωτέρω συναλλαχθέντων συνεχιζόταν ομαλά. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε, ότι κατά την κτήση των επίδικων επιταγών οι αρμόδιοι υπάλληλοι της καθ' ης Τράπεζας παραβίασαν τις εγκυκλίους και τις οδηγίες της τελευταίας, αναφορικά με τον τρόπο ενεχύρασης μεταχρονολογημένων επιταγών, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών.

Οι τελευταίοι (υπάλληλοι της εφεσίβλητης), πριν από την κτήση των επιταγών αυτών ήλεγξαν, όπως παγίως συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές, μέσω του διατραπεζικού συστήματος "Τειρεσίας", τη φερεγγυότητα του εκκαλούντος και διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν δυσμενή στοιχεία σε βάρος του και επίσης ήλεγξαν και διαπίστωσαν τη συνάφεια των επαγγελμάτων που ασκούν οι υπογραφείς των επιταγών, η οποία (συνάφεια) δικαιολογεί τη μεταξύ του συναλλακτική εμπορική σχέση, διαπίστωσαν επίσης την μη ύπαρξη ελαττωμάτων των τίτλων και επιβεβαίωσαν, ότι επ' αυτών υπήρχε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, που καθιστούσαν την εφεσίβλητη, διά της οπισθογραφήσεώς τους προς αυτήν, νόμιμη κομίστρια.

Σημειωτέον ότι, βάσει της υπ' αριθμ. 128/21.10.1991 εγκυκλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, περί μεταχρονολογημένων επιταγών, οι μεταχρονολογημένες επιταγές, που πρόκειται να ενεχυρασθούν, πρέπει να καλύπτουν πραγματική εμπορική συναλλαγή και δεν πρέπει να αφορούν σε χορήγηση προκαταβολής έναντι μελλοντικών αγορών.

Προς τούτο βάσει της υπ' αριθμ. 2003/1661/22.7.2003 τραπεζικής εγκυκλίου, απαιτείται μεταξύ άλλων, και ο ουσιαστικός έλεγχος της μεταχρονολογημένης επιταγής, έτσι ώστε να διασφαλίζεται το ότι η αξία που ενσωματώνει, αντιστοιχεί σε ήδη γεγενημένη απαίτηση και δεν δόθηκε ως προκαταβολή για προϊόν, εμπόρευμα ή υπηρεσία, που θα προσφερθεί μεταγενέστερα.

Εν προκειμένω, όπως δεν αμφισβητείται και από την εφεσίβλητη, τα αρμόδια όργανα αυτής δεν είχαν προβεί σε περαιτέρω έλεγχο της υποκείμενης αιτίας εκδόσεως των επιδίκων επιταγών, ζητώντας από την εταιρία "..." να προσκομίσει, μαζί με τις επίδικες επιταγές και παραστατικά στοιχεία (τιμολόγια, δελτία αποστολής κ.λ.π.), που να πιστοποιούν την αιτία εκδόσεώς τους και την ύπαρξη ήδη γεννημένης απαιτήσεως από αυτές (επιταγές).

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η μεταβίβαση των επιδίκων μεταχρονολογημένων επιταγών στην εφεσίβλητη Τράπεζα δεν επέβαλε εκ του νόμου ή από τους κανόνες εσωτερικής λειτουργίας αυτής υποχρέωσή της, να ζητήσει παραστατικά στοιχεία περί της αιτίας για την οποία εκδόθηκαν οι επιταγές και η σχετική παράλειψη δεν την καθιστά κακής πίστεως κομίστρια.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, ο λόγος αυτός της έφεσης, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία, καθόσον οι ως άνω ενστάσεις που προέβαλε ο ανακόπτων - εκκαλών, περί απάτης που μετήλθαν σε βάρος του τα όργανα της ως εταιρίας "..." και περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, συγκεκριμένα δε ότι οι επιταγές εκδόθηκαν για αιτία που δεν επακολούθησε, δεν είχαν καν γεννηθεί κατά την κτήση των επιταγών από την εφεσίβλητη και ασφαλώς ούτε τις γνώριζε τότε η τελευταία, ενόψει του ότι κατά το χρόνο εκείνο υπήρχε ενεργός συναλλακτική σχέση μεταξύ του εκκαλούντος και της παραπάνω εταιρίας.

Επομένως, και οι αντίστοιχοι λόγοι της ανακοπής και των προσθέτων λόγων της έπρεπε να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αφού δεν υπήρχε άλλος λόγος ανακοπής ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την ανακοπή και του πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. ...

διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν η αναιρεσίβλητη και κομίστρια των επίμαχων επιταγών κατά το χρόνο της απόκτησης αυτών, με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του αναιρεσείοντος, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 22 Ν. 5960/1933, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσης των ένδικων τριών επιταγών (10-7-2009 και 29-7-2009), δεν είχε θετική γνώση της προσωπικής ένστασης του αναιρεσείοντος κατά της λήπτριας των επιταγών ανώνυμης εταιρίας "...", ότι δηλαδή αυτός δεν υπείχε υποχρέωση πληρωμής των εν λόγω επιταγών, διότι αυτές εκδόθηκαν για αιτία που δεν επακολούθησε, αφού τις τρεις αυτές επιταγές εξέδωσε ο αναιρεσείων στα πλαίσια της μεταξύ τους από 1-3-2009 συμβάσεως αποκλειστικής συνεργασίας (franchise), προς κάλυψη του τιμήματος των εμπορευμάτων που παρήγγειλε από αυτήν και τα οποία όφειλε να του παραδώσει στις αρχές Οκτωβρίου 2009, η δε άσκηση των εκ της επιταγής δικαιωμάτων της λήπτριας εταιρίας τελούσε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της προηγούμενης παράδοσης των εμπορευμάτων, πράγμα που δεν έγινε και ότι για το λόγο αυτό μέχρι τότε ο αναιρεσείων είχε υπαρκτή αναβλητική ένσταση κατά της ανωτέρω εταιρείας.

Ειδικότερα, το πόρισμα αυτό δικαιολογούν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι ναι μεν η συνεργασία μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρίας "...", διακόπηκε αιφνιδίως, διότι η τελευταία, η οποία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση της αποκλειστικής συνεργασίας και δεν παρέδωσε στον αντισυμβαλλόμενό της τα ανωτέρω παραγγελθέντα εμπορεύματα, για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης γνώριζαν το περιεχόμενο της ανωτέρω συμφωνίας μεταξύ αγοραστή και πωλήτριας (περί της υποχρεώσεως της τελευταίας για προεκπλήρωση της παροχής της) κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσεως των επιταγών, ήτοι κατά το χρόνο της οπισθογράφησής τους στην αναιρεσίβλητη (10-7-2009 και 29-7-2009) και παρά ταύτα δέχθηκαν να μεταβιβασθούν οι επιταγές στην Τράπεζα, προς βλάβη των συμφερόντων του αναιρεσείοντος.

Οι περαιτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, περί μη αποδείξεως ότι κατά την κτήση των επίδικων επιταγών οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης Τράπεζας παραβίασαν τις εγκυκλίους και τις οδηγίες της τελευταίας, αναφορικά με τον τρόπο ενεχύρασης μεταχρονολογημένων επιταγών, δεν βρίσκονται σε αντίφαση με την παραδοχή της ιδίας αποφάσεως ότι τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης δεν είχαν προβεί σε περαιτέρω έλεγχο της υποκείμενης αιτίας εκδόσεως των επιδίκων επιταγών, ζητώντας από την εταιρία "..." να προσκομίσει, μαζί με τις επίδικες επιταγές και παραστατικά στοιχεία (τιμολόγια, δελτία αποστολής κ.λ.π.), που να πιστοποιούν την αιτία εκδόσεώς τους και την ύπαρξη ήδη γεννημένης απαιτήσεως από αυτές (επιταγές), καθόσον το Εφετείο δεν δέχεται την έκδοση τέτοιας εγκυκλίου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (αλλά άλλης Τράπεζας και δη της Εθνικής Τράπεζας), αναφέροντας συγκεκριμένα ότι "η μεταβίβαση των επιδίκων μεταχρονολογημένων επιταγών στην εφεσίβλητη Τράπεζα δεν επέβαλε εκ του νόμου ή από τους κανόνες εσωτερικής λειτουργίας αυτής υποχρέωσή της, να ζητήσει παραστατικά στοιχεία περί της αιτίας για την οποία εκδόθηκαν οι επιταγές και η σχετική παράλειψη δεν την καθιστά κακής πίστεως κομίστρια".

Σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος της παραγράφου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος έχει ως στόχο τη διασφάλιση του συζητικού συστήματος, αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει με το μεν πρώτο σκέλος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι κατά το χρόνο οπισθογράφησης των ένδικων επιταγών στην αναιρεσίβλητη, η πιστούχος την διαβεβαίωσε ότι αυτές αντιπροσώπευαν πραγματική συναλλαγή και ότι ο εκδότης τους ήταν φερέγγυος, ενώ από κανένα στοιχείο που εισφέρθηκε στη δίκη δεν αποδείχθηκαν τα παραπάνω, με το δε δεύτερο σκέλος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της καθ' ης Τράπεζας δεν παραβίασαν τις εγκυκλίους και τις οδηγίες της τελευταίας, αναφορικά με τον τρόπο ενεχύρασης μεταχρονολογημένων επιταγών, ότι οι τελευταίοι πριν από την κτήση των επιταγών αυτών ήλεγξαν, όπως παγίως συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές, μέσω του διατραπεζικού συστήματος "Τειρεσίας", τη φερεγγυότητα του αναιρεσείοντος και διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν δυσμενή στοιχεία σε βάρος του και επίσης ήλεγξαν και διαπίστωσαν τη συνάφεια των επαγγελμάτων που ασκούν οι υπογραφείς των επιταγών, η οποία (συνάφεια) δικαιολογεί τη μεταξύ του συναλλακτική εμπορική σχέση και ακόμη ότι διαπίστωσαν την μη ύπαρξη ελαττωμάτων των τίτλων και επιβεβαίωσαν, ότι επ' αυτών υπήρχε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, που καθιστούσαν την αναιρεσίβλητη, διά της οπισθογραφήσεώς τους προς αυτήν, νόμιμη κομίστρια, ενώ ούτε και τα ανωτέρω αποδείχθηκαν, όπως εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη, αφού κανένα από τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα δεν κατέτεινε και δεν απέδειξε τα όσα η προσβαλλόμενη έκρινε.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, τον οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει στον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά οι παραπάνω ισχυρισμοί του πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποκλειστικά την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Επίσης πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠοΛΔ), στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 29 Μαϊου 2017 αίτηση αναιρέσεως και την από 13 Σεπτεμβρίου 2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης.

Απορρίπτει την από 29 Μαϊου 2017 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1195/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ