Legislator Case Law & Legislation
1757/2019 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request for new evidence failing to prove innocence after eight years.

Case Number 1757/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the applicant's request to retry a final conviction for tax fraud based on new evidence. Although the applicant submitted an expert report alleging he was not the company's legal representative, the court found the report lacked specific reasoning and failed to explain why the applicant did not appear in previous proceedings. The court determined that the new evidence did not clearly demonstrate the applicant's innocence, as the absence of his management role in the report was not proven by the facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525(1)(2), 527(1), 3, 528(1)(a) of the Code of Civil Procedure; New facts or evidence must clearly prove innocence to warrant retrial, and mere assertions without specific reasoning or corroboration are insufficient to overturn a final judgment.

Keywords

AI generated
retrial request new evidence innocence standard final judgment tax fraud expert report procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 525(1)(2) of the Code of Civil Procedure
Article 527(1), 3 of the Code of Civil Procedure
Article 528(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Single Chamber Court of Athens, No. 2868/2017
Three-Member Court of Athens, No. 2748/2017
Three-Member Court of Athens, No. 4560/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1757 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1757/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4560/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2019 αίτηση του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2019.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστασία Δημητριάδου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Πεπόνη με αριθμό πρωτ. 136/12.6.2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"I) Εισάγω ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ.1, 3 και 528 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠΔ, την από 18-4-2019 αίτηση του Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., με την οποίαν αιτείταΓ την, επ ωφελεία του, επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 4560/2017 απόφαση του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποίαν κατεδικάσθη αμετακλήτως σε συνολική ποινή καθείρξεως πέντε (05) ετών και ένδεκα (11) μηνών, για το πλημμέλημα της μη αποδόσεως στο Δημόσιο παρακρατουμένων φόρων μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.) ύψους 103.146,59 ευρώ και για το κακούργημα της κατ' εξακολούθησιν ανακριβούς αποδόσεως στο Δημόσιο φόρου προστιθεμένης αξίας (Φ.Π.Α.) ύψους 314.961,31 ευρώ για την διαχειριστική περίοδο από 01-01-2006 έως 31- 12-2006 και ύψους 552.300,55 ευρώ για την διαχειριστική περίοδο από 01-01- 2007 έως 31-12-2007 (άρθρα 1, 14, 26, 27, 94, 98 Π.Κ., 18, 20, 21, Ν. 2523| 1997, ως ισχύει) και εκθέτω τα κάτωθι:

Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για κακούργημα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς το συμφέρον του εάν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος.

Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιον (απολύτως βέβαιον αναφέρει ο Εισαγγελέας του ΑΠ Κ.

Σταμάτης Ποιν. Χρ. 1982.654 και πολύ πιθανόν ο Αντεισαγγελέας του ΑΠ Σ. Κανίνιας Ποιν. Χρ. 1983.964) και όχι πιθανόν ότι οδηγούν στην αθώωση του κατηγορουμένου. Εάν, όμως, τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν, ρητά ή έμμεσα, στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω και εσφαλμένα, τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν δύνανται να αποτελέσουν βάση επαναλήψεως της διαδικασίας (Σχετ.

ΑΠ 733/2012, ΑΠ 734/2012, ΑΠ 23/2011, ΑΠ 447/2010, ΑΠ 358/2010, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π. Τσιρίδης " Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας " Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας " Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου "άγνωστον" τω καταδικασθέντι δικαστή" Ποιν.

Χρ. ΙΓ' 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007. σελ. 214 και 215).

Τυγχάνει όμως ανεπίτρεπτη η, μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας, επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλώς ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (Σχετ. ΑΠ 2482/2008, ΑΠ 788/08).

Εν προκειμένω η εν αρχή και υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4560|2017 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, διότι και κατά τους ισχυρισμούς του, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος, παρίσταται νόμιμη, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, των άρθρων 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ.1, 3 και 528 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠΔ, αρμοδίως δε εισαγομένη ενώπιον Σας επάγομαι, ως προς την ουσίαν της, τα κάτωθι:

Ο αιτών κατεδικάσθη με την ως είρηται απόφαση και για τις προμνησθείσες αξιόποινες πράξεις, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της εδρευούσης στο ... ανωνύμου εταιρείας, με την επωνυμία "…ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως η ιδιότητα του αυτή νομίμως και αρμοδίως επιστοποιείτο και προέκυπτε.

Από της πρωτοδίκου έτι εκδικάσεως της υποθέσεως, προέβαλε ότι τύποις και μόνον έφερε την ως άνω ιδιότητα, αφού ουσιαστικώς, κατ' αυτόν, τα αντίστοιχα προς την ιδιότητα αυτή καθήκοντα και τις οικείες υποχρεώσεις ασκούσαν οι θανόντες, εν τω μεταξύ, ιδρυτές της ανωνύμου εταιρείας πατέρας και θείος του Κ. και Γ. Κ., αντιστοίχως (Ορ., στην υπ' αρ. 4267|2015 καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση του Δ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος υπερασπίσεως Κ. Κ.).

Την θέση του αυτή ο κατηγορούμενος και νυν αιτών προέβαλε, μεταξύ άλλων, και ως ειδικόν λόγον της εφέσεως που ήσκησεν κατά της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως (Ορ. υπό στοιχ. 2 της υπ' αρ. 1360(2015 Εκθέσεως Εφέσεως, κατά της υπ' αρ. 4267|2015 καταδικαστικής πρωτοδίκου αποφάσεως του Δ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών).

Και στην υπό κρίσιν αίτηση όμως, ο κατηγορούμενος εκθέτει και δη αναλυτικώς, ότι ο ισχυρισμός του ούτος ετέθη υπό την κρίσιν των καταδικασάντων αυτόν δικαστηρίων, χωρίς όμως να υιοθετηθεί (Ορ. σχετ. σελ. 3 αιτήσεως, υπό στοιχ. 5, 6, 6.1 και σελ. 4 αιτήσεως, υπό στοιχ. 6.3 και 7).

Ήδη, με την κρινομένη αίτηση, ο αιτών επαναφέρει τον πλειστάκις, κατά τα προεκτεθέντα, ανεπιτυχώς υποβληθέντα στην δικαστική κρίση συγκεκριμένο ισχυρισμό του, επικαλούμενος ως νέον στοιχείον επιστηρίξεως αυτού την υπ' αρ. 732(011-3-2019 ενώπιον συμβολαιογράφου ένορκη βεβαίωση της Β. Ρ., εφοριακού που διενήργησε τον σχετικό έλεγχο στην συγκεκριμένη ανώνυμη εταιρεία, κατά την οποίαν, κατά την διάρκεια του έλέγχου της, ο νυν αιτών δεν ήτο παρών, αλλά παρευρίσκοντο και την συνέδραμαν, όπου έδει, ο λογιστής της εταιρείας και ο εκ των ιδρυτών της Γ. Κ., στον τελευταίο δε την παρέπεμπαν "άπαντες στην εταιρεία, προκειμένου να μου παρέχει τις εξηγήσεις και διευκρινίσεις που αναζητούσα" (Ορ. σχετ. την ειρημένη ένορκη βεβαίωση και το πλήρες περιεχόμενό της, εις το οποίον και ανεξαρτήτως των λοιπών επαναλαμβάνεται το της εκθέσεως ελέγχου ότι, ο νυν αιτών, "έφερε την ιδιότητα του διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα").

Επειδή ο αιτών με την αίτησή του επαναφέρει ,για πολλοστή φορά, ισχυρισμό-θέση του που αρχήθεν-πρωτοδίκως, αλλά και δευτεροβαθμίως και δη αμέσως-ρητώς υπεβλήθη υπό την δικαστική κρίση και απερρίφθη,, θα πρέπει και ως προς το σκέλος τούτο να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινομένη αίτηση.

Περαιτέρω ο αιτών επικαλείται ως νέο γεγονός και νέα απόδειξη την ύπαρξη της υπ' αρ. 2868|2017 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και της υπ' αρ. 2748|2017 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για τις αξιόποινες πράξεις της μη αποδόσεως στο Δημόσιο Φ.Μ.Υ και Φ.Π.Α.,αντιστοίχως, με κατηγορούμενο και στις δύο τον Θ. Μ., που επίσης εφέρετο, κατά περιόδους, ως νόμιμος εκπρόσωπος της περί ης πρόκειται ανωνύμου εταιρείας.

Γεγονός, ωστόσο, τυγχάνει ότι οι συγκεκριμένες αποφάσεις που επικαλείται ο αιτών ουδόλως δύνανται να υπαχθούν στις διατάξεις των άρθρων 525 επόμ. Κ.Π.Δ., μη δυνάμενες, εν πάση περιπτώσει, να θεμελιώσουν την έννοια του νέου γεγονότος και των απαιτουμένων νέων αποδείξεων (δεν αφορούν ιστορικώς τις ίδιες πράξεις, ενώ στην εξ αυτών απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, γίνεται στο σκεπτικό ρητή μνεία περί του ότι ο νυν αιτών ήτο, συνιδιοκτήτης και ουσιαστικός διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας, μαζί με τους θανόντες ετέρους δύο συνιδιοκτήτες αυτής, πατέρα και θείο του).

Απορριπτέα, όθεν, και κατά το σκέλος τούτο τυγχάνει η κρινομένη αίτηση.

Ανεπίτρεπτος άλλωστε παρίσταται η επιδίωξη του ουσιαστικού επανελέγχου της κατηγορίας, υπό την πρόφασιν της εισκομίσεως δήθεν νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων.

Συλλήβδην, συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να επιβληθούν εις βάρος του αιτούντος τα νόμιμα δικαστικά έξοδα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 18-4-2019 αίτηση του Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., με την οποίαν αιτείται την, επ' ωφελεία του, επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 4560|2017 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποίαν κατεδικάσθη αμετακλήτως σε συνολική ποινή καθείρξεως πέντε (05) ετών και ένδεκα (11) μηνών, για το πλημμέλημα της μη αποδόσεως στο Δημόσιο παρακρατουμένων φόρων μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.) ύψους 103.146,59 ευρώ και για το κακούργημα της κατ' εξακολούθησιν ανακριβούς αποδόσεως στο Δημόσιο φόρου προστιθεμένης αξίας (Φ.Π.Α.) και Β) Να επιβληθούν εις βάρος του αιτούντος τα νόμιμα δικαστικά έξοδα."

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΕΠΟΝΗΣ.

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (4620/2019), όπως ήδη ισχύει (Επανάληψη σε όφελος του καταδικασμένου): Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλεια ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1..... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3)...., 4) ....., 5) ........., 6) .....

Κατά την έννοια των διατάξεων του προαναφερόμενου άρθρου, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξάρτητα από το αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.

Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν στα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου, με τον οποίο δέχεται αυτό ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος.

Δεν είναι, όμως, νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες, που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Επίσης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο επανέλεγχος, από ουσιαστική και νομική πλευρά, της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 3 εδ. α του ΚΠοινΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση.

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 529 ΚΠΔ, αρμόδιο ν'αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 528 ΚΠοινΔ το Συμβούλιο Εφετών ή το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 17 Απριλίου 2019 αίτησή του, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη (μετά από την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως του ήδη αιτούντος με την υπ' αριθμ. 1020/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου) με αριθμό 4560/2017 απόφαση του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών και έντεκα (11) μηνών για την πλημμεληματική πράξη της ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο Φ.Μ.Υ. ύψους 103.146,59 ευρώ και β. την κακουργηματική πράξη της ανακριβούς απόδοσης Φ.Π.Α. ύψους 314.961,31 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο από 1.1.2006 έως 31.12.2006 και 552.300,55 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο από 1.1.2007 μέχρι 31.12.2007.

Ειδικότερα, ο αιτών ζητεί την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της προαναφερόμενης διαδικασίας, ισχυριζόμενος ότι μετά την ανωτέρω αμετάκλητη καταδίκη του προέκυψαν δύο νέα αποδεικτικά στοιχεία, ασφαλώς άγνωστα στο Δικαστήριο που τον καταδίκασε , τα οποία σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία και προσκομίστηκαν προηγουμένως, κάνουν παραπάνω από φανερό ότι είναι αθώος των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, ως νέα δε, κατά τα ανωτέρω στοιχεία, επικαλείται την υπ' αριθμ. 732/ 1.3.19 ένορκη βεβαίωση της Β. Ρ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Λεωνιδάκη , καθώς και τις υπ' αριθμούς 2748/17 και 2868/17 αποφάσεις του Τριμελούς και Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , αντίστοιχα, από τα οποία , κατά τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερό ότι είχε τυπικά και μόνο την ιδιότητα νομίμου εκπροσώπου και Διευθύνοντος Συμβούλου , της υποχρέου προς απόδοση στο Δημόσιο ΦΜΥ και ΦΠΑ εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Τεχνική Εταιρεία", ως βάσιμα ισχυρίστηκε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου , το οποίο μετά βεβαιότητος θα προέβαινε στην αθώωσή του αν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία είχαν τεθεί υπόψη του. Ειδικότερα, το περιεχόμενο της ως άνω επικαλούμενης ένορκης βεβαίωσης έχει ως εξής:

"Από το έτος 2000 μέχρι και την 18.01.2013 εργαζόμουν στο Διαπεριφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Αθηνών (Δ.Ε.Κ. Αθηνών). Στο πλαίσιο των καθηκόντων μου εκλήθην, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2010 Εντολής Ελέγχου, να διενεργήσω τακτικό φορολογικό έλεγχο στην επιχείρηση με την επωνυμία "… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στο ... επί της οδού ..., με ΑΦΜ ... ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών.

Στον έλεγχο που διενήργησα στην ανωτέρω εταιρεία διαπιστώθηκαν φορολογικές παραβάσεις κατά τα διαχειριστικά έτη 2006 και 2007 που καταγράφονται στις σχετικές από 20.4.2011 εκθέσεις ελέγχου ΦΠΑ και από 20.4.2011 εκθέσεις ελέγχου παρακρατούμενων φόρων. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία προέβη στην υποβολή ανακριβών δηλώσεων φόρου μισθωτών υπηρεσιών για την φορολογική περίοδο από 1/1/2006 έως 31/12/2006, δεν υπέβαλε δε καθόλου τις αντίστοιχες δηλώσεις για την περίοδο από 1/1/2007 έως 31/12/2007. Περαιτέρω δε προέβη στην υποβολή ανακριβών δηλώσεων Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) για αμφότερες τις ανωτέρω φορολογικές περιόδους.

Καθόλη τη διάρκεια του ελέγχου και την παραμονή μου στα γραφεία της εταιρείας, το έργο μου συνέδραμαν ο κ. Δ. Κ., λογιστής της εταιρείας, καθώς και ο κ. Γ. Κ. του Ι., εκ των ιδρυτών της εταιρείας, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος από της ιδρύσεως της. Ο τελευταίος, όπως διαπίστωσα καθώς και όπως μου δήλωσε ο ίδιος κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ασκούσε τη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας, επιμελείτο των πάσης φύσεως οικονομικών θεμάτων της και ήταν επιφορτισμένος με τον οικονομικό προγραμματισμό της.

Ήταν υπεύθυνος για όλες τις δοσοληψίες της εταιρείας, αποφάσιζε για τις πληρωμές της, τη διεκδίκηση των απαιτήσεών της, υπέγραφε και εξέδιδε επιταγές για λογαριασμό της και γενικά είχε την πλήρη εποπτεία αυτών. Περαιτέρω δε ήταν αρμόδιος για την εκπροσώπησή της ενώπιον των Φορολογικών Αρχών, συντάσσοντας και υποβάλλοντας άπασες τις σχετικές δηλώσεις της εταιρείας ενώπιον τους, ήτοι τις δηλώσεις Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, τις δηλώσεις Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών και παρακρατούμενων φόρων καθώς και τις δηλώσεις Εισοδήματος.

Τα ανωτέρω, προέκυψαν άνευ ετέρου τινός, τόσο από τον έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της εταιρείας, των συμβάσεων της με τους προμηθευτές της και των φορολογικών δηλώσεων της - άπαντα τα οποία έφεραν την υπογραφή του - όσο και από το γεγονός ότι σε οποιαδήποτε απορία μου δημιουργείτο κατά τη διάρκεια του ελέγχου άπαντες στην εταιρεία με παρέπεμπαν στον κ.

Γ. Κ., προκειμένου να μου παρέχει τις εξηγήσεις και διευκρινίσεις που αναζητούσα.

Η εταιρεία κατά την επίδικη περίοδο διέθετε τέσσερις νομίμους εκπροσώπους. Ο κ. Γ. Κ., ως προανανέφερα, από κοινού με τον κ. Κ. Κ., συνιδρυτή της εταιρείας, ασκούσαν την οικονομική διαχείριση και τον οικονομικό έλεγχο. Ο τελευταίος, κατά τη διάρκεια του ελέγχου απουσίαζε καθώς την περίοδο εκείνη αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Ο κ. Ι. Κ. του Κ., ο οποίος έφερε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου εταιρείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, επίσης απουσίαζε από τα γραφεία της εταιρείας κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Όπως εξαρχής ενημερώθηκα, και διεπίστωσα κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ως πολιτικός μηχανικός, ήταν υπεύθυνος έργων της εταιρείας, με ανελλιπή φυσική παρουσία στα εργοτάξια και στον τόπο που λάμβανε χώρα το εκάστοτε έργο.

Αρμοδιότητές του ήταν n εκπόνηση μελετών, η επίβλεψη των έργων ανά την Ελλάδα και η διαδικασία συμμετοχής σε δημόσιους διαγωνισμούς. Στο πλαίσιο των ανωτέρω αρμοδιοτήτων του διορίστηκε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ως διευθύνων σύμβουλος, με σκοπό να εκπροσωπεί την εταιρεία έναντι φορέων κατασκευής έργων του Δημοσίου για τεχνικά θέματα των δημοσίων διαγωνισμών καθώς και για να επιδίδει τις οικονομικές προσφορές για λογαριασμό της εταιρείας στο πλαίσιο συμμετοχής της σε δημοσίους διαγωνισμούς.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του σύντομου διορισμού του, τα καθήκοντα του ουδέποτε διαφοροποιήθηκαν. Εξακολούθησε να διαμένει εκτός Αθηνών και να εργάζεται στα εργοτάξια όπως έπραττε τόσο προγενέστερα όσο και μετά την απομάκρυνση του από τη θέση του νομίμου εκπροσώπου. Ουδέποτε άσκησε διαχειριστικά ή διοικητικά καθήκοντα, τα οποία, ασκούσε εξ ολοκλήρου ο κ.

Γ. Κ., στο πρόσωπο του οποίου επεδείκνυε τυφλή εμπιστοσύνη τόσο λόγω της στενής συγγένειας που τους συνέδεε, όσο και λόγω της εμπειρίας του καθώς την ανωτέρω θέση διατηρούσε πλέον των 35 ετών. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσα κατά τη διάρκεια του ελέγχου, καθώς περάν της αναγραφής του ονόματος του στο ΦΕΚ εκπροσώπησης της εταιρείας, δεν συνάντησα το όνομα ή την υπογραφή του σε κανένα άλλο έγγραφο, ούτε συνομίλησα μαζί του για την παροχή στοιχείων και διευκρινήσεων στο πλαίσιο του ελέγχου.

Περαιτέρω, η προετοιμασία για την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων μιας εταιρείας, ο τζίρος της οποίας ξεπερνούσε τα 10.000.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος, με πλήθος παραστατικών εσόδων και εξόδων, είναι μια εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία η οποία είναι αδύνατον να παρακολουθείται εξ αποστάσεως, απαιτεί δε τη γνώση του συνόλου των οικονομικών συναλλαγών της εταιρείας.

Εν όψει των ανωτέρω, είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι ο κ. Ι. Κ. δεν είχε ούτε θα ήταν δυνατόν να έχει την οποιαδήποτε εμπλοκή με την υποβολή των δηλώσεων που διαλαμβάνονται στον έλεγχο και δεν είχε ούτε ϋα μπορούσε να έχει την παραμικρή γνώση της ανακρίβειας τους. Τίποτε άλλο δεν έχω να προσθέσω".

Εκ του παραπάνω όμως επικαλούμενου νέου αποδεικτικού στοιχείου δεν καθίσταται φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι να είναι απλώς πιθανό ότι ο αιτών δεν είχε πραγματικά αλλά μόνο τυπικά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας.

Ειδικότερα, στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή της η Β. Ρ., πέραν του ότι, μεταξύ άλλων, καταθέτει πληθώρα πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως αλλά εκ δηλώσεων τρίτων, ουδόλως εξηγεί γιατί, παρά τις ως άνω διατυπώσεις της και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει μετά βεβαιότητας, μετά πάροδο οκτώ (8) ετών από τη διενέργεια του ενδίκου ελέγχου και τα οποία εν πολλοίς αποτελούν πιστή μεταφορά των ισχυρισμών του αιτούντα, συνέταξε την από 20.4.11 έκθεση ελέγχου, με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου, στην οποία ρητά και χωρίς καμία επιφύλαξη αναφέρει αυτόν ως νόμιμο εκπρόσωπο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ως άνω εταιρείας από 1.1.2006 έως 29.6.2009.

Ούτε γιατί δεν προσήλθε να καταθέσει σχετικά τόσο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, από τις επικαλούμενες υπ' αριθμ. 2868/17 και 2748/17 αποφάσεις του Μονομελούς και Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, αντίστοιχα, με τις οποίες ο εκεί κατηγορούμενος Θ.

Μ., που επίσης εφέρετο κατά περιόδους ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας, αθωώθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της μη απόδοσης ΦΜΥ που φέρεται να διαπράχθηκαν από αυτόν και υπό την εν λόγω ιδιότητά του κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.6.2006 έως 14.3.2007 και από 1.6.2006 έως 31.12.2006, αντίστοιχα, επίσης δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των ανωτέρω πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού η μη άσκηση κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα πραγματικής διοίκησης στη ...

Ανώνυμη Εταιρεία από τον ως άνω αθωωθέντα Θ. Μ. δεν αποκλείει την άσκηση αυτής από τον αιτούντα, εν όψει μάλιστα της αναφοράς στη δεύτερη εκ των παραπάνω αποφάσεων ( 2748/17) ότι αυτός ( αιτών) ήταν εξ εκείνων που ασκούσαν τη διαχείριση της εν λόγω εταιρείας και εκπροσωπούσαν αυτήν ουσιαστικά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ' όσον από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία , εκτιμώμενα είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 4560/17 απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 578 ΚΠο ι νΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Απριλίου 2019 αίτηση του Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ... , οδός ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης με αριθμό 4560/2017 αποφάσεως του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών και έντεκα (11) μηνών για α.την πλημμεληματική πράξη της ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο Φ.Μ.Υ.ύψους 103.146,59 ευρώ και β. την κακουργηματική πράξη της ανακριβούς απόδοσης Φ.Π.Α. ύψους 314.961,31 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο από 1.1.2006 έως 31.12.2006 και 552.300,55 ευρώ για τη διαχειριστική περίοδο από 1.1.2007 έως 31.12.2007.

Και

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2019.

ΕΚΔΟΘΗΚΕ, στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ