1757/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1757/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια συνεπώς του διαδίκου προϋποθέτει την ύπαρξη φυσικού ή νομικού προσώπου ως υποκείμενου δικαίου, απ' αυτό δε παρέπεται ότι φυσικό πρόσωπο που απεβίωσε, δηλαδή ανύπαρκτο ή νομικό πρόσωπο, που νόμιμα διαλύθηκε και δεν υφίσταται, δεν μπορεί να γίνει διάδικος, η δε κατά του τέτοιου ανύπαρκτου προσώπου, φυσικού ή νομικού απευθυνόμενη αγωγή δεν επιφέρει νόμιμη κάταρξη της δίκης.
Full text
Απόφαση 1757 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1757/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανότη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Γ. κατοίκου ..., φερομένου ως διαχειριστή της πτωχευσάσης "KLM βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων ΕΠΕ", και το διακριτικό τίτλο "KLM ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαντούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3265/2005 μη οριστική 1899/2006 οριστική, 576/2010 μετ' ανακοπή του ίδιου Δικαστηρίου και 3814/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-9-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 63 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ικανός να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Η έννοια συνεπώς του διαδίκου προϋποθέτει την ύπαρξη φυσικού ή νομικού προσώπου ως υποκείμενου δικαίου, απ' αυτό δε παρέπεται ότι φυσικό πρόσωπο που απεβίωσε, δηλαδή ανύπαρκτο ή νομικό πρόσωπο, που νόμιμα διαλύθηκε και δεν υφίσταται, δεν μπορεί να γίνει διάδικος, η δε κατά του τέτοιου ανύπαρκτου προσώπου, φυσικού ή νομικού απευθυνόμενη αγωγή δεν επιφέρει νόμιμη κάταρξη της δίκης.
Περαιτέρω, από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 6, 8, 9, 44, 46, 47, 50 του Ν.3190/1955, 73 και 286 Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει ότι η διάλυση νομικού προσώπου εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης από οποιοδήποτε λόγο και αν επήλθε δεν θίγει την ικανότητα αυτής να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης, γι'αυτό και μετά την διάλυση του νομικού προσώπου η εταιρεία αυτή λογίζεται ότι υπάρχει μέχρι του πέρατος της εκκαθάρισής της, το οποίο επέρχεται με την κατάρτιση από τους εκκαθαριστές του τελικού ισολογισμού, ο οποίος πρέπει να δημοσιευθεί στο Δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβέρνησης και τη διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας στους εταίρους ανάλογα με τη μερίδα συμμετοχής του καθενός.
Κατά το στάδιο της εκκαθάρισης η εταιρεία αντιπροσωπεύεται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι διαχειριστές, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από το καταστατικό της ή αν δεν αποφάσισε αλλιώς η γενική συνέλευση των εταίρων της. Άρα, μπορεί κατά το στάδιο αυτό της εκκαθάρισης να παρίσταται στο δικαστήριο, εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές και να διεκδικεί την ικανοποίηση των αξιώσεών της.
Ακόμη και μετά την λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσης εταιρίας από τους εκκαθαριστές. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία η Ε.Π.Ε.
λύθηκε σύμφωνα με τον νόμο (άρθρο 44 παρ.1 περ.δ'Ν.3190/1955) λόγω πτωχεύσεως και ακολούθως αποκαταστάθηκε (βλ.ΑΠ 1026/1998, ΑΠ 216/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, ο οποίος εκπροσωπεί την εταιρία με την επωνυμία "KLM Βιοτεχνία...Ε.Π.Ε." ως διαχειριστής της, εξέθεσε στην κρινομένη αγωγή, ότι η εταιρία αυτή είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως και ακολούθως απεκατεστάθη με την υπ'αριθ.5179/2003 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εταιρία αυτή, προ της πτωχεύσεώς της, εξεμεταλλεύετο βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων, η οποία ήτο εγκατεστημένη σε μισθωμένο οίκημα, κείμενο επί των οδών ....
Την 30-11-1992 λύθηκε η μίσθωση και αποδόθηκε στον εκμισθωτή το μίσθιο, το οποίο αμέσως εκμισθώθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου, η οποία, ομοίως, ήταν βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων. Την ίδια ημέρα ο ενάγων, ως διαχειριστής της εταιρίας του, συμφώνησε με τον εναγόμενο, να κρατήσει ο τελευταίος στο μίσθιο προς φύλαξη τα περιγραφόμενα κατ' είδος και αξίαν 12 μηχανήματα της εταιρίας "KLM....", μέχρις ότου η τελευταία εγκατασταθεί σε άλλο μίσθιο.
Από τον Νοέμβριο 1993 ο ενάγων εζήτησε για λογαριασμό της εταιρίας του προφορικώς, αλλά και εγγράφως, από τον εναγόμενο την απόδοση των μηχανημάτων, πλην όμως ο τελευταίος αρνείται, ισχυριζόμενος ότι τα έχει αγοράσει από εκείνον, καθ' όλο δε το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (22-12-2003), ήτοι επί χρονικό διάστημα 11 ετών, εξακολουθεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί για την βιοτεχνία του τα μηχανήματα και για τον λόγο αυτόν κατεδικάσθη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κατ' έφεση, σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για υπεξαίρεση.
Εκθέτων δε περαιτέρω ο ενάγων, ότι η απαίτηση της εταιρίας του από αδικοπραξία έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ., ζητεί εν τέλει, να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε εκείνον, υπό την ιδιότητά του του διαχειριστού της αναφερθείσης εταιρίας και σύμφωνα με το άρθρο 938 Α.Κ.
την αξία των μηχανημάτων, η οποία ανέρχεται συνολικώς σε 35.509,91 ευρώ (12.100.000 δρχ.). Με το περιεχόμενο αυτό και σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην αρχή σκέψεις, η αγωγή παραδεκτώς ασκήθηκε από τον ενάγοντα με την ιδιότητά του ως διαχειριστού και εκ του νόμου εκκαθαριστού της εταιρίας με την επωνυμία "KLM Βιοτεχνία ....Ε.Π.Ε", η οποία καίτοι λύθηκε λόγω της πτωχεύσεώς της, εν τούτοις εξακολουθεί μετά την αποκατάσταση να υφίσταται για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και ακολούθως ερεύνησε κατ' ουσίαν την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, όπως αντιθέτως, κατ' εκτίμηση, υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτον και τρίτον λόγους αναιρέσεως, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και ως εκ τούτου οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 περ.α' Α.Κ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Εξ άλλου, το άρθρο 938 Α.Κ. ορίζει: "Όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία, έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".
Ως "περιελθόν" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως νοείται ό,τι από την αδικοπραξία, δηλαδή από την τέλεση αυτής, περιήλθε στον αδικήσαντα και όχι ό,τι ωφελήθηκε αυτός, συνεπεία της επελθούσης παραγραφής. Η λειτουργία της διατάξεως αυτής περιορίζεται να διασαφηνίσει, ότι η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, συρρέουσα με την εξ αδικοπραξίας αξίωση του άρθρου 914 Α.
Κ. δεν επηρεάζεται από την από το άρθρο 937 Α. Κ. προβλεπόμενη βραχεία παραγραφή της τελευταίας. Η εκ του άρθρου 938 Α. Κ. απορρέουσα αξίωση είναι κατά τη φύση της αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό και συνεπώς πρέπει να κριθεί κατά την διάταξη του άρθρου 904 επ. Α.Κ. επ. ως προς τις προϋποθέσεις και την έκταση.
Έτσι μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 908 A.K, κατά την οποία: "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε, καθώς και οτιδήποτε απέκτησε από το πράγμα". Η ευθύνη του λήπτη περιλαμβάνει την υποχρέωση του για την απόδοση αυτούσιου - in natura - του αδικαιολογήτως ληφθέντος πράγματος, σαν τέτοιου θεωρουμένου διασταλτικώς, κάθε αντικειμένου το οποίο ελήφθη αδικαιολογήτως, ενσώματου, αντικαταστατού ή μη, ή ασώματου, δηλαδή η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ' αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητώνται τα δοθέντα εφ' όσον σώζονται στον λήπτη αυτούσια έστω και αν πρόκειται για χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο λήπτης δεν είναι σε θέση να προβεί σε αυτούσια απόδοση του ληφθέντος αντικειμένου γιατί το εξεποίησε, τότε η ευθύνη του συνίσταται σε απόδοση του τυχόν ανταλλάγματος το οποίο ελήφθη από την εκποίηση του πράγματος, δηλαδή του τιμήματος το οποίο εισέπραξε από την εκποίηση του και αν το δοθέν πράγμα ήταν αντικαταστατό.
Στην τελευταία δηλαδή περίπτωση, .με την εκποίηση του ληφθέντος πράγματος από τον λήπτη, επέρχεται αλλοίωση της προς απόδοση (επιστροφή) παροχής η οποία αποκτήθηκε αδικαιολογήτως, και η οποία μετατρέπεται πλέον σε χρηματική με την έννοια της ενοχής γένους. Εάν ο λήπτης ανάλωσε το πράγμα, οφείλει την εξοικονομηθείσα δαπάνη, η οποία συνίσταται στην αξία του πράγματος.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία το ληφθέν πράγμα απαξιώθηκε λόγω της μακροχρόνιας χρήσεώς του από τον λήπτη (βλ.ΑΠ 1087/2002, ΑΠ 343/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ'ουσίαν την αγωγή με το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο και ειδικότερα δέχθηκε, ότι ο εναγόμενος παρεκράτησε άνευ δικαιώματος και εκμεταλλεύθηκε την λειτουργία και απόδοση των μηχανημάτων μέχρι της συζητήσεως της υποθέσεως, ήτοι επί 14 περίπου έτη και έτσι αναγνώρισε, ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, υπό την ιδιότητα με την οποία παρίσταται, νομιμοτόκως την αξία των μηχανημάτων. Με αυτά τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή ουσιαστικές διατάξεις και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ'ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α1)τις υπ.'αριθ.6032, 6033/3-6-2008 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Κ. και Δ. Κ. αντιστοίχως, οι οποίες συνετάγησαν νομίμως ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, β1)τρία δελτία αποστολής, γ1)τα ημερήσια διπλότυπα φύλλων συναλλαγών και δ1)την εκτύπωση από την ταμειακή μηχανή του καταστήματος του αναιρεσείοντος της 5-2-2004, η οποία αναφέρεται με το χαρακτηριστικό στοιχείο "Ζ".
Όμως, από την σχετική βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω, από τα οποία οι ένορκες βεβαιώσεις μνημονεύονται ιδιαιτέρως στην προσβαλλομένη απόφαση.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.6 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις οι διάδικος δικάσθηκε ερήμην", κατά τον αριθμό 12 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και κατά τον αριθμό 8 εδ.β'του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 124 παρ.2 ΚΠολΔ : "Αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς την συναίνεσή του". Από την διάταξη αυτήν συνάγεται, ότι η επίδοση δικογράφου μπορεί να γίνει είτε στην κατοικία, είτε στο κατάστημα κ.λπ. του προς ον η επίδοση, κατ'επιλογήν του επιδίδοντος διαδίκου και μάλιστα ανεξάρτητα από την αναφερομένη στην διάταξη σειρά (κατοικία, κατάστημα, γραφείο, εργαστήριο).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς και νομίμως έκριναν, ότι, ανεξάρτητα από την επαγγελματική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, σωστά και σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ, κατ'επιλογήν του αναιρεσίβλητου, έγιναν από τον τελευταίο οι επιδόσεις των δικογράφων (αγωγής, κλήσεως προς συζήτηση και αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) στην κατοικία του αναιρεσείοντος με θυροκόλληση.
Εν όψει αυτών, αλυσιτελώς προτείνονται και είναι αβάσιμοι αφ'ενός ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αφ'ετέρου οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση του Εφετείου και με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στο δικαστήριο την πλημμέλεια αντιστοίχως από το άρθρο 559 αριθ.6, 11 εδ.γ', 12 και 8 εδ.β'ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι:
α1)Δεν επεδόθη σε αυτόν η αγωγή β1)Το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχομένη στις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσίβλητου ομολογία του περί του ότι η επαγγελματική εγκατάσταση του αναιρεσείοντος ήτο στην οδό ... των Αθηνών. γ1)Το Εφετείο παραβίασε την δύναμη του αποδεικτικού μέσου της ως άνω ομολογίας του αναιρεσίβλητου και έδωσε μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε αυτήν από την με ημερομηνία 5-2-2004 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητού Α.
Κ., ο οποίος εβεβαίωσε, ότι ο αναιρεσείων ήτο άγνωστος στην ανωτέρω διεύθυνση. Και δ1)το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι εφόσον ο αναιρεσίβλητος διεπίστωσε, ότι εκείνος ήτο συνιδρυτής και κάτοχος της πλειοψηφίας των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας με την επωνυμία "FASHION .....Ε.Π.Ε.", της οποίας οι εγκαταστάσεις ευρίσκοντο επί της οδού ..., μπορούσε να επιδώσει τα δικόγραφα στην διεύθυνση αυτήν.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2012 αίτηση του Σ. Δ. για αναίρεση των υπ'αριθ.α1)1899/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β1)3814/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ