1757/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑδικοπραξία προστηθέντος - ευθύνη προστήσαντα (922 ΑΚ): προϋποθέσεις προστήσεως: ο συνδεόμενος με χρηματιστηριακή εταιρία (δικαιοπάροχο εναγομένης-αναιρεσείουσας) με σχέση μίσθωση έργου δεν απεκλειόταν να ήταν προστημένος της, αν η τελευταία είχε επιφυλάξει την παροχή οδηγιών στον εργολάβο για τον τρόπο εκτέλεσης του έργου. Διάθεση δοθέντων χρημάτων επενδυτή χωρίς εντολή του σε σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης με την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας. Ευθύνη με 922 ΑΚ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας. Επαρκής αιτιολογία Εφετείου.
Legislator headnote
AI generated1757/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1757 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αδικοπραξία προστηθέντος - ευθύνη προστήσαντα (922 ΑΚ): προϋποθέσεις προστήσεως: ο συνδεόμενος με χρηματιστηριακή εταιρία (δικαιοπάροχο εναγομένης-αναιρεσείουσας) με σχέση μίσθωση έργου δεν απεκλειόταν να ήταν προστημένος της, αν η τελευταία είχε επιφυλάξει την παροχή οδηγιών στον εργολάβο για τον τρόπο εκτέλεσης του έργου. Διάθεση δοθέντων χρημάτων επενδυτή χωρίς εντολή του σε σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης με την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας. Ευθύνη με 922 ΑΚ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας. Επαρκής αιτιολογία Εφετείου.
Αριθμός 1757/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας "ΙΝΕΡΤΡΑΣΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.1.2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3966/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1837/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8.7.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 20 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την 3363ΣΤ/1 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεση επιδόσεως με την από 1-9-2011 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και από 2-9-2011 βεβαίωση ταχυδρομήσεως συστημένης επιστολής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο Γ.
Κ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περίπτωση α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ.2 εδ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δικ. είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως ή προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.Α.Π. 8/1987).
Μετά την κατάργηση του προβλέποντος την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2915/2001 και την αντικατάσταση, με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ., του οποίου η παρ.2 προβλέπει ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός από αυτά (και) συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", δεν είναι ανεπίτρεπτο, κατά την τακτική διαδικασία, να λαμβάνονται υπόψη και να εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο αυτοτελώς ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έγγραφα αχρονολόγητα, ανυπόγραφα από τον εκδότη τους, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτες φωτοτυπίες ή αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, εκτός από τα μη γνήσια έγγραφα που αποτελούν ψευδή αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία (Α.Π. 1707/2009, 1462/1996, 513/1977).
Περαιτέρω από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11α του Κ.Πολ.Δικ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο και ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, όπως και ο λόγος για τον οποίο ήταν αυτά ανεπίτρεπτα από το νόμο. ).
Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενη από το νόμο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την από 2-11-1999 τηλεομοιοτυπία (FAX) προς την αρχικώς εναγομένη, με αποστολέα το Υποκατάστημα της Interamerican στην Ηλιούπολη, εκδοθέν για ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου, ότι το ποσό που κατέβαλε στον δεύτερο των εναγομένων (ήδη μη διάδικο) επενδύθηκε στο συμφωνημένο αμοιβαίο κεφάλαιο με τον τίτλο ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ, βεβαιώνοντας ότι δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα αυτού του αποδεικτικού μέσου, ενώ η αναιρεσείουσα (ως καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγόμενης Ιντερτράστ ΑΕΔΑΜ λόγω συγχώνευσης), αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου σχετικά με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, ως προς την αποδεικτική σημασία του, ελλείψει υπογραφής του και μη πλήρους ταύτισης του ποσού που αναφέρεται στην αγωγή με εκείνο που αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο.
Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτη ως αποδεικτικό μέσο η ως άνω τηλεομοιοτυπία, δηλαδή σε τί συνίσταται και με βάση ποια δικονομική διάταξη στοιχειοθετείται το ελάττωμα ή ανεπίτρεπτο αυτής, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ή επ' ευκαιρία η εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμα και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Κατάχρηση υπηρεσίας υπάρχει, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του προστήσαντος, εφόσον όμως μεταξύ αυτής (ζημιογόνου πράξης) και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η πράξη αυτή δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει.
Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη βεβαίως προϋπόθεση ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων, συστηματικά ή επ' ευκαιρία, είτε αποκλειστικά του προστήσαντος είτε και του προστήσαντος Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των εννόμων αγαθών του προσώπου που αφήνει ένα έλλειμμα, (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολδ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας-εναγόμενης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία του προστηθέντος από την αρχικώς εναγόμενη για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της σε υποψήφιους επενδυτές χρηματιστηριακών παραγώγων, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εταιρία με την επωνυμία "ΙNTERTRUST A.E. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", η οποία ήδη απορροφήθηκε λόγω συγχώνευσης από την εκκαλούσα Τράπεζα, με αποτέλεσμα η τελευταία να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής, ήταν ανώνυμη εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και ανήκε στον όμιλο εταιριών της ασφαλιστικής εταιρίας ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ από την οποία είχε ιδρυθεί για τον σκοπό αυτό.
Η ως άνω εταιρία ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ είχε συνάψει, στα πλαίσια αντιπροσώπευσης της εναγομένης, στη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, συμβάσεις παραγωγικής συνεργασίας με διάφορους ασφαλιστικούς συμβούλους του ασφαλιστικού δικτύου της για την πώληση σε ενδιαφερόμενους τρίτους των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν η εναγομένη, και τους προμήθευε με έντυπο ενημερωτικό υλικό και με αιτήσεις συμμετοχής και απόκτησης μεριδίων.
Περί το μήνα Οκτώβριο του έτους 1999, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος δεν είναι πλέον διάδικος στην παρούσα δίκη, εργαζόταν ως ασφαλιστικός σύμβουλος στο υποκατάστημα Hλιουπόλεως της εταιρείας ασφαλειών ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ, προσέγγισε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο προκειμένου να τον ενημερώσει για τα επενδυτικά προγράμματα που διέθετε η ανώνυμη εταιρεία διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία ΙΝΤΕRΤRAST ΑΕΔΑΚ, η οποία ήταν θυγατρική της εταιρείας ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ και ανήκε στον όμιλο εταιρειών της τελευταίας, πείθοντάς τον να επενδύσει τα χρήματα του στο αμοιβαίο κεφάλαιο με τον τίτλο ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ, εκδότρια του οποίου ήταν η εταιρεία ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ, το διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη (ΙΝΤΕRΤRAST) και το προωθούσαν στο επενδυτικό κοινό, όπως προαναφέρεται, μεταξύ άλλων και οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι της εκδότριας εταιρείας.
Ο εφεσίβλητος, αφού έλαβε την ανωτέρω ενημέρωση, αποφάσισε να επενδύσει στο προαναφερόμενο αμοιβαίο κεφάλαιο και κατόπιν υποδείξεως του δευτέρου εναγομένου, την 14-10-1999 κατέθεσε το ποσό των 3.143.000 δρχ. ήτοι 9.223,771 ευρώ στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό της ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, δικαιούχος του οποίου ήταν η εταιρεία ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ.
Μετά την παρέλευση λίγων ημερών και συγκεκριμένα στις 2-11-1999, ο εφεσίβλητος έλαβε έγγραφη ενημέρωση, μέσω τηλεομοιοτυπία (fax) του οποίου αποστολέας ήταν το υποκατάστημα ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ Ηλιουπόλεως, ότι το ανωτέρω ποσό επενδύθηκε στο αμοιβαίο κεφάλαιο ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ, όπως τούτο προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (fax) του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Στη συνέχεια όμως ο δεύτερος εναγόμενος αντί να καταθέσει τα εισπραχθέντα από τον εφεσίβλητο χρήματα στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό της συγχωνευθείσας από την εκκαλούσα εταιρείας, που τηρούνταν για το σκοπό αυτό, προκειμένου να κινηθεί η σχετική διαδικασία εκδόσεως των αντίστοιχων τίτλων στο όνομα του εφεσίβλητου επενδυτή, αυτός ιδιοποιήθηκε αυτά και εξέδωσε δύο ασφαλιστήρια συμβόλαια επ' ονόματος του εφεσίβλητου και ένα συμβόλαιο με ασφαλιζόμενο πρόσωπο την Κ.
Α. χωρίς ο εφεσίβλητος -ενάγων να του είχε δώσει σχετική προς τούτο εντολή, ούτε να τα παραλάβει ποτέ στην κατοχή του ώστε να γνωρίζει ότι ήταν ασφαλισμένος προκειμένου να κάνει χρήση αυτών. Στην παράνομη αυτή πράξη προέβη ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχε αναθέσει η προστήσασα αυτόν πρώτη εναγομένη, ως μεσολαβητή για την προώθηση των προϊόντων της, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, ο οποίος κατέθεσε ότι η ασφαλιστική εταιρία ΙΝΤΕRΑΜERΙCΑΝ δεν είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται αμοιβαία κεφάλαια, γι' αυτό το λόγο ίδρυσε την ΙΝΤΕRΤRUSΤ.
Κατά αυτό τον τρόπο η αρχική εναγομένη χρησιμοποιούσε τους ως άνω ασφαλιστικούς συμβούλους επομένως και τον Π. Ο. για τις επαφές με τους πελάτες της, για την ενημέρωση των τελευταίων για τα επενδυτικά προγράμματα μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει για την εξυπηρέτηση των πελατών της για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, έχοντας παραχωρήσει σε αυτούς το δικαίωμα να εκδίδουν και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα, που έφεραν την επωνυμία της.
Για κάθε επιτυχή διαμεσολάβηση οι ως άνω ασφαλιστικοί σύμβουλοι ελάμβανον ποσοστά προμήθειας. Κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης υπηρεσίας ο δεύτερος εναγόμενος τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της αρχικά εναγομένης, η οποία ήλεγχε τον τρόπο εργασίας του. Επομένως μεταξύ της αρχικώς εναγομένης η οποία χρησιμοποιούσε τους ως άνω συνεργάτες του ασφαλιστικού δικτύου της IΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ ΑΕ και του Π.
Ο. υπήρχε σχέση προστήσεως, υπό την έννοια των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού και αυτός ενεργούσε κάτω από τις εντολές και τις οδηγίες της εναγομένης και ως εκ τούτου η αδικοπραξία που αναφέρθηκε, σαφώς και τελέστηκε από τον δεύτερο εναγόμενο εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας, που του είχε αναθέσει η αρχικά εναγομένη, και δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ενώ η ζημία που υπέστη ο ενάγων τελεί οπωσδήποτε σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκτέλεση της ανωτέρω υπηρεσίας.
Ο ως άνω ασφαλιστικός σύμβουλος ενήργησε κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών της αρχικά εναγομένης διότι ενώ εισέπραξε τα χρήματα δεν προέβη στη συνέχεια στη έκδοση των σχετικών τίτλων. Επομένως υπήρχε εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του ως άνω ασφαλιστικού συμβούλου, που εξυπηρετούσε την εναγομένη.
Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου, που συνέδεε τον πιο πάνω ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική εταιρεία, αφού η σύμβαση αυτή αφορούσε μόνο τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και των ασφαλιστικών συμβούλων αυτής και συνεπώς ουδόλως αποκλείεται η ευθύνη της εναγομένης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων από τις παράνομες πράξεις του φυσικού προσώπου που αυτή χρησιμοποιούσε ως προστηθέντα για την διεξαγωγή της, επιχειρηματικής τους δράσης.
Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Π. Ο. ενήργησε εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας, που του είχε αναθέσει η αρχικώς εναγομένη εταιρεία, ήτοι αυτής του διαμεσολαβητή για την πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι στα πλαίσια της εργασίας του ως ασφαλιστικού συμβούλου της εταιρείας ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ ΑΕ, στην οποία αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 1569/1985.
Συνεπώς η τελευταία ευθύνεται αντικειμενικώς για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτόν στον ενάγοντα παρά το γεγονός ότι ο προστηθείς ενήργησε καθ' υπέρβαση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί δεδομένου ότι υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σε αυτόν από την εν λόγω εταιρία υπηρεσίας, αφού η ιδιότητα του παραγωγού ασφαλειών - επενδυτικού συμβούλου "του έδωσε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που είχαν τεθεί στη διάθεση του", αφού δηλαδή δεν ήταν δυνατόν η ζημιογόνος ενέργεια να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.
Η δε από 29-1-2008 βεβαίωση που προσκομίζει η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG Εurobank Ergasias", η οποία συνεχίζει τη δίκη ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως τη πρώτης εναγομένης, και βεβαιώνει ότι ο δεύτερος εναγόμενος Π. Ο. δεν ήταν υπάλληλος της τελευταίας, δεν αναιρεί τη σχέση προστήσεως που συνέδεε τα δύο εναγόμενα μέρη καθόσον το γεγονός ότι δεν συνδεόταν με την εναγομένη εταιρεία με σχέση εξηρτημένης εργασίας, δεν σημαίνει ότι δεν ήταν προστηθείς από αυτήν για την προώθηση των προϊόντων της.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία που υπέστη και ειδικότερα ότι βαρύνεται με αμελή συμπεριφορά, γιατί επί μια τετραετία δεν αναζήτησε τους τίτλους των αμοιβαίων κεφαλαίων που θα αποδείκνυαν τη συμμετοχή του σε αυτά, ούτε ανησύχησε για το γεγονός ότι, στο χρονικό αυτό διάστημα, δεν έλαβε κάποιο ενημερωτικό έντυπο υποτιθέμενης επένδυσης του.
Το δε γεγονός της παράλειψης συμπλήρωσης εκ μέρους του ενάγοντα γραπτής αιτήσεως, η οποία να απευθύνεται προς την πρώτη εναγόμενη εταιρία και της κατάθεσης των χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό αυτής, όπως οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις απαιτούνται από τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 1969/1991 για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, δε συνιστά αμελή συμπεριφορά αυτού καθόσον αφενός μεν ο μέσος επιμελής άνθρωπος δεν είναι δυνατό να γνωρίζει τις ανωτέρω προϋποθέσεις αλλά και τη νομική ή πραγματική σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας, αφετέρου ο ενάγων κατέθεσε τα χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε στην εταιρεία ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ ΑΕ, η οποία ήταν εκδότρια εταιρεία του επίδικου αμοιβαίου κεφαλαίου, ώστε ευλόγως δημιουργήθηκε σε αυτόν η πεποίθηση ότι κατέθετε τα χρήματα του στον προσήκοντα τραπεζικό λογαριασμό προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία αγοράς, επ' ονόματι του, των αντίστοιχων μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή (για το ποσό των 7.156 ευρώ) δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 922, 914, 297, 298 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά το μέγεθος της ζημίας του αναιρεσίβλητου εναγομένου από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα Γ.
Ο., καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων: Ειδικότερα αναφέρεται: 1)Η από τον προστημένο της αρχικώς εναγομένης (στη θέση της οποίας υπεισήλθε με συγχώνευση η αναιρεσείουσα) Π.Ο. για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της μητρικής της εταιρίας INTERAMERICAN, με απατηλό τρόπο είσπραξη ποσού 3.143.000 δραχμών (9.223,77 ευρώ) του αναιρεσιβλήτου για χρηματιστηριακή δήθεν επένδυση και η παράνομη από εκείνον ιδιοποίηση του ποσού αυτού, το οποίο δεν διέθεσε για την αγορά των συμφωνηθέντων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά για την έκδοση δύο ασφαλιστηρίων συμβολαίων στο όνομα του αναιρεσιβλήτου (φερόμενου και ως υπέρ τρίτου συμβληθέντος) χωρίς να έχει συγκατάθεση του αναιρεσιβλήτου ούτε να τον ενημερώσει μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (24-1-2008). 2)Η μη άντληση οποιασδήποτε ωφέλειας από την ως άνω, χωρίς συγκατάθεση και εν αγνοία του αναιρεσιβλήτου, διάθεση του κεφαλαίου του και η ενσωμάτωσή του στην περιουσία της μητρικής της αρχικώς εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρίας INTERAMERICAN, η οποία από κοινού με τον ως άνω ασφαλιστικό της σύμβουλο (και προστηθέντα της αρχικώς εναγομένης Π.Ο.) επωφελήθηκαν και μόνον, καταλογίζοντας αυτό μόνον κατά τύπους ως ασφάλιστρα του διαδραμόντος χρόνου για μηδέποτε παρασχεθείσες υπηρεσίες στον αναιρεσίβλητο. 3)Η ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ της αρχικώς εναγομένης και του Π.Ο., την οποία (σχέση) δεν παρεμπόδιζε η έλλειψη μεταξύ αυτών συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και διευκόλυνε η παράλληλη και ανεξάρτητη, (υπό τις γενικές κατευθύνσεις εκείνης) άσκηση από τον Π.Ο.
εργασίας ασφαλιστικού συμβούλου της εκδότριας των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων INTERAMERICAN, στα οποία προόριζε ο αναιρεσίβλητος να γίνει η επένδυση του κεφαλαίου του. 4)Η τέλεση της επιζήμιας για τον αναιρεσίβλητο πράξης του προστηθέντος από την αρχικώς εναγόμενη Π.Ο., κατά παράβαση μεν των εντολών και οδηγιών αυτής και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του για την κατάρτιση συμβάσεων διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σε επενδυτές για λογαριασμό της, αλλά με αφορμή αυτή την υπηρεσία, αφού μεταξύ της ζημιογόνας πράξης και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα υφίσταται εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η πράξη δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, διότι η τελευταία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της άδικης πράξης και ο ζημιωθείς αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση, ενώ η σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου του έδωσε απλώς την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που είχε στη διάθεσή του από τη σχέση προστήσεως.
Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2010 αίτηση της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε. για αναίρεση της 1837/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ