Legislator Case Law & Legislation
1757/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific legal error and procedural time limits.

Case Number 1757/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision of 1990 and lower court rulings. The appellant argued that the Court of Appeal erred in fact-finding regarding property boundaries and applied the statute of limitations improperly. The court rejected these claims, ruling that the appeal was inadmissible because the appellant failed to specify the exact substantive law violated and because the statute of limitations defense was raised for the first time after the final judgment became effective.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1a), 556(2), 562(2), 570(1), 577, 579, 581 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the grounds do not clearly identify the specific substantive law violated and the factual basis for the alleged error, and if new defenses like the statute of limitations are raised after the final judgment has become effective.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility statute of limitations defense substantive law violation final judgment effect property boundary dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure
Article 556(2) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 570(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 38/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1757 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1757/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Ρογδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευσεβία Δερμιτζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1980 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/1981 μη οριστική, 361/1989 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 914/1990 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση του Εφετείου Κρήτης και των λοιπών αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-6-1991 αίτησή του και με τους από 23-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 914/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και των 370, 361/1989 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά των πρωτόδικων αποφάσεων 370 και 361/1989 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι από την συμπροσβαλλόμενη 914/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, προκύπτει ότι η έφεση που ασκήθηκε κατά των αποφάσεων αυτών απορρίφθηκε κατ' ουσία και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνονται οι εκκληθείσες πρωτόδικες αποφάσεις.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε,, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται παραβίαση, από το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικώς δε αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης των εναγόντων, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος και η δικαιοπάροχός του άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου, και ως μη νόμιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, των διατάξεων των άρθρων 26,74,79,180,189,193,203,208,211 του Αγροτικού Κώδικα, σε συνδ.

με α.ν.431/1968, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο, οι διατάξεις του α.ν 431/1968 που, κατά τον αναιρεσείοντα, παραβιάσθηκαν, οι παραδοχές του Εφετείου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς επίσης και η επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή κατά πόσο θα ήταν διαφορετικό το διατακτικό αυτής αν η ανωτέρω ένσταση ιδίας κυριότητας είχε κριθεί ως νόμιμη, ενόψει της παραδοχής του Δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος και η δικαιοπάροχός του άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια, ότι προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση ίσης βαρύτητας αποδεικτικών μέσων, ήτοι δεν απέδωσε στην κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την 430/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, καθώς και στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στην οικεία έκθεση του επί των αποδείξεων εισηγητή Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τη δέουσα αποδεικτική αξία, καθόσον οι μάρτυρες του αναιρεσείοντος κατέθεσαν αληθινά πράγματα, χωρίς αντιφάσεις, σε αντίθεση με τους μάρτυρες των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που μ' επίκληση προσκομίζονται από τους διαδίκους, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του για την μη άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον ήδη αναιρεσείοντα και τη δικαιοπάροχό του, συνακόλουθα δε και για την αβασιμότητα της ένστασης του άρθρου 281ΑΚ του εν λόγω διαδίκου, και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, τα οποία μ'επίκληση προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα, ήτοι την 430/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής του επίδικου ακινήτου, τα πρακτικά συνεδρίασης τούτου, καθώς και το σχετικό με το επίδικο ακίνητο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού .....

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, που κατ' εκτίμηση προβάλλεται επικουρικώς και με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος. Επειδή, για τη θεμελίωση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει, εκτός των άλλων, το έγγραφο που παραμορφώθηκε να χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432επΚΠολΔ ως αποδεικτικό μέσο, τέτοιο δε δεν θεωρούνται τα πρακτικά του δικαστηρίου που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στην έκθεση του επί των αποδείξεων εισηγητή Δικαστή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά του δικαστηρίου που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν θεωρούνται έγγραφο, κατά την έννοια που εκτέθηκε, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης.

Με τον ίδιο τέταρτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, ψέγεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από τους αναιρεσιβλήτους συμβολαίων αγοράς των ακινήτων τους, αφού στο συμβόλαιο των αναιρεσιβλήτων δεν αναφέρεται δρόμος νοτίως του επίδικου ακινήτου, με συνέπεια το Δικαστήριο της ουσίας να δεχθεί ότι υπάρχει δρόμος νοτίως τούτου, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν έγιναν πράξεις νομής στο επίδικο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς την ύπαρξη δρόμου νοτίως του επιδίκου καθώς και τη μη άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού από τον αναιρεσείοντα και τη δικαιοπάροχό του, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αποτελεί εκτίμηση, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση τόσο των ανωτέρω συμβολαίων των διαδίκων, όσο και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, του από μηνός Απριλίου 1979 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού ...., που συνοδεύει το ως άνω συμβόλαιο των αναιρεσιβλήτων, των ....

και .... αποσπασμάτων της Επιθεώρησης Τοπογραφικής Υπηρεσίας Νομαρχίας Ηρακλείου, της διανομής ανταλλαξίμων εκτάσεων των ετών 1939-1945, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία των εν λόγω εγγράφων για το αποδεικτέο θέμα των ορίων των όμορων ακινήτων των διαδίκων..

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ. 2, 562 παρ. 2, 570 παρ. 1 αι 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα στην αναιρετική δίκη καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων. Διαφορετική εκδοχή θα μετέβαλλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη (Ολ.

ΑΠ 38/1996), ο δε Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, αλλά ελέγχει τις αποφάσεις ως προς τα σφάλματά τους κατά την εφαρμογή των νόμων, ως βάση δε για τον έλεγχο αυτών λαμβάνεται η νομική κατάσταση της υπόθεσης στην οποία εκδόθηκε η ελεγχόμενη απόφαση κατόπιν των πραγματικών ισχυρισμών που έχουν τεθεί υπόψη του ουσιαστικού δικαστηρίου.

Επομένως, είναι απαράδεκτος ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ένσταση παραγραφής εν επιδικία της επίδικης αξίωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, γιατί ο αναιρεσείων κατέχει το επίδικο ακίνητο από το έτος 1979 η δε προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη διεκδικητική τούτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, εκτελέσθηκε κατ' αυτού στις 21-11-2006, ήτοι μετά παρέλευση είκοσι έξι ετών, άλλως ότι ο αναιρεσείων έγινε κύριος του επιδίκου με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νέμεται το επίδικο από την άσκηση της ένδικης αγωγής, το έτος 1980, έως και την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-1991 αίτηση και τους από 22-11-2007 πρόσθετους λόγους του ...., για αναίρεση της 914/1990 απόφασης του Εφετείου Κρήτης και των 370/81, 361/1989 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ