Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence not meeting statutory requirements in civil proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court improperly considered an electrical plan lacking specific identifiers, claiming it violated evidence rules. The court ruled that such documents are admissible in ordinary civil proceedings if not proven forged, allowing free evaluation of evidence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 340 of the Code of Civil Procedure; Evidence not meeting statutory requirements is admissible in ordinary proceedings if not proven forged, allowing free judicial evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1756 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1756/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Τεκνάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πολύχρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 1044/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8036/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1716/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/12/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1716/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 8036/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή.
Αχαριστία, κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφοράς του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 58/2022, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 654/2011).
Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς τον δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 655/2014), πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, ενώ επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 417/2022, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την αίτηση αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι ο διαχωρισμός της επίδικης αποθήκης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ακόμη και αν συνιστά βαριά αντικοινωνική, αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά, η οποία μπορεί να αποτελεί και λόγο ανάκλησης της δωρεάς λόγω αχαριστίας, δεν έγινε αυθαίρετα από την αναιρεσίβλητη, αλλά, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και της επικαρπώτριας μητέρας τους, έτσι ώστε εκάστη των διαδίκων να κάνει χρήση εκάστου εκ των δύο τμημάτων της αποθήκης αυτόνομα.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Την 30-6-2005, η ενάγουσα, με συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή (άρ. ...-2005), η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τ. 2313, αρ. 178), δώρισε στην εναγομένη αδερφή της την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 16,66% εξ αδιαιρέτου της υπ' αρ. 3 αποθήκης, εμβαδού 76,80 τ.μ., που βρίσκεται στον υπόγειο χώρο οικοδομής και καταλαμβάνει τμήμα του υπογείου προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη δημοτική ενότητα ..., επί της οδού ..., με το αναλογούν σ' αυτή, ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 20% εξ αδιαιρέτου και με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, εμβαδού 128,78 τ.μ..
Την ίδια ημέρα (3-6-2005), η μητέρα των διαδίκων Φ. Κ., μεταβίβασε στην εναγομένη την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 33,34% εξ αδιαιρέτου της ίδιας αυτής αποθήκης, με το αναλογούν σ' αυτή, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 20% εξ αδιαιρέτου και με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, εμβαδού 128,78 τ.μ., συντάχθηκε δε το υπ' αρ. ...-2005 συμβόλαιο γονικής παροχής, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 2314 και αριθμό 26 του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.
Με τις μεταβιβάσεις αυτές, η εναγομένη και η ενάγουσα απέκτησαν κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, την ψιλή κυριότητα της αποθήκης και η μητέρα τους, κράτησε το δικαίωμα της επικαρπίας. Στην συνέχεια, μετά από έντεκα έτη, την 22-2-2016, η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη, εξώδικη έγγραφη δήλωση, με την οποία ανακάλεσε την προαναφερόμενη πρώτη δωρεά, ποσοστού ψιλής κυριότητας εξ αδιαιρέτου επί της αποθήκης, προς την αδερφή της-εναγομένη, επικαλούμενη υπαίτια συμπεριφορά της τελευταίας, που αποτελεί εκδήλωση αχαριστίας προς την ίδια, τη μητέρα τους και το σύζυγό της, από βαρύ παράπτωμά της.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα ισχυρίστηκε στην δήλωσή της ότι, τον Μάιο του έτους 2009 η εναγομένη, χωρίς δική της άδεια-συναίνεση, αλλά και των αρμόδιων πολεοδομικών αρχών, προέβη σε κατάτμηση της αποθήκης στη μέση, με κατασκευή τοιχοποιίας, δημιουργώντας έναν αυτόνομο χώρο, εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, αποκλείοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την άσκηση του δικαιώματος της συγκυριότητάς της, επί της αποθήκης.
Ωστόσο, ακόμη κι αν η πράξη της αυτή, η οποία πράγματι έλαβε χώρα, συνιστά βαριά αντικοινωνική, αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά, η οποία πέραν των άλλων, μπορεί να αποτελεί και λόγο ανάκλησης της δωρεάς λόγω αχαριστίας, αποδείχθηκε ότι, ο διαχωρισμός της αποθήκης εκ μέρους της εναγομένης, δεν έλαβε χώρα αυθαίρετα, αλλά, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και της επικαρπώτριας μητέρας τους, ώστε εκάστη των διαδίκων να κάνει χρήση εκάστου εκ των δύο τμημάτων της αποθήκης αυτόνομα.
Τούτο, ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε, πρώτη φορά για τον διαχωρισμό της αποθήκης, πέντε έτη αργότερα, την 27-1-2014, με την επίδοση στην εναγομένη, εξώδικης δήλωσης, ενώ η ίδια η ενάγουσα, την 4-11-2011, είχε υποβάλει προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης αίτηση υπαγωγής στο Ν. 3843/2010 περί αλλαγής χρήσης του ενός από τα δύο προκύψαντα τμήματα της αποθήκης, σε κατοικία, περαίωσε τη διαδικασία υπαγωγής, καταβάλλοντας τα αναλογούντα πρόστιμα, και νομιμοποίησε την αλλαγή χρήσης αναφορικά με το έτερο προκύψαν από τον κατά τα άνω διαχωρισμό της αποθήκης τμήμα, εμβαδού 35,51 τ.μ., ενώ για το αυτό τμήμα υπέβαλε την 29-10-2012 στη Δ.Ε.Η.
ηλεκτρολογικό σχέδιο, προκειμένου να ηλεκτροδοτηθεί. Επιπλέον η ενάγουσα, σε συνέχεια της εσωτερικής μεσοτοιχίας, με την οποία διαχωρίστηκε από την εναγομένη η αποθήκη, κατασκεύασε τοιχίο στον εξωτερικό χώρο, δηλαδή στο ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου, έμπροσθεν της αποθήκης, επί του οποίου είχαν αποκλειστική χρήση, ώστε να διαχωριστεί και ο εξωτερικός χώρος των δύο τμημάτων.".
Κατόπιν τούτων, το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον άνω προβληθέντα λόγο ανάκλησης της δωρεάς λόγω αχαριστίας της αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 505 ΑΚ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο διαχωρισμός της επίδικης αποθήκης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τον Μάϊο του 2009 δεν έλαβε χώρα παράνομα και αυθαίρετα, αλλά, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων (δωρήτριας και δωρεοδόχου) και της επικαρπώτριας μητέρας τους, ώστε εκάστη των διαδίκων να κάνει χρήση εκάστου εκ των δύο τμημάτων της αποθήκης αυτόνομα, η αναιρεσείουσα διαμαρτυρήθηκε πρώτη φορά για τον διαχωρισμό αυτό πέντε έτη αργότερα, την 27-1-2014, με την επίδοση στην αναιρεσίβλητη εξώδικης δήλωσης, ενώ η ίδια (η αναιρεσείουσα), την 4-11-2011, είχε υποβάλει προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης αίτηση περί αλλαγής χρήσης του ενός από τα δύο προκύψαντα τμήματα της αποθήκης σε κατοικία, το οποίο και νομιμοποιήθηκε, καθώς και ηλεκτρολογικό σχέδιο στη Δ.Ε.Η.
προκειμένου αυτό να ηλεκτροδοτηθεί, σε συνέχεια δε της εσωτερικής μεσοτοιχίας, με την οποία διαχωρίστηκε από την αναιρεσίβλητη η αποθήκη, η αναιρεσείουσα κατασκεύασε τοιχίο στο ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου, έμπροσθεν της αποθήκης, ώστε να διαχωριστεί και ο εξωτερικός χώρος των δύο τμημάτων, με συνέπεια η ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης - δωρεοδόχου να μην συνιστά βαρύ παράπτωμα και αχαριστία έναντι της αναιρεσείουσας - δωρήτριας και να αποκλείει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.
Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) το περιεχόμενο των συμβολαίων δωρεάς και επικαρπίας, από τα οποία προκύπτει η κτήση των διαδίκων, κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου του χώρου που έτμησε η αναιρεσίβλητη, σε συνδυασμό με τους προταθέντες δια της έφεσης ισχυρισμούς της περί ανυπάρκτου προφορικής συμφωνίας διαχωρισμού της εν λόγω αποθήκης, β) ότι η κατασκευή του εξωτερικού τοιχίου εκ μέρους της ήταν αναγκαία συνέπεια των παρανόμων ενεργειών της αναιρεσίβλητης, αφού διαφορετικά η τελευταία θα είχε εσωτερικά τον ήμισυ χώρο και εξωτερικά όλο τον αύλειο χώρο, έτσι ώστε να μην μπορεί να εκληφθεί η ενέργειά της αυτή ως δηλωτική συναίνεση των ενεργειών της αναιρεσίβλητης και γ) ότι, αναφορικά με τον λόγο ανάκλησης της δωρεάς λόγω μη συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα κοινά έξοδα των κατοικιών και των επαγγελματικών ακινήτων, των οποίων αυτές είναι συνιδιοκτήτριες, δεν υφίσταται αοριστία, καθώς η αναιρεσίβλητη γνωρίζει ποια είναι, ενώ ως προς την προβληθείσα αιτίαση της αναιρεσίβλητης ότι δεν έγινε δια της εξωδίκου δηλώσεως ανάκλησης δωρεάς περιγραφή του ύψους των δαπανών, αρκεί η εκφρασθείσα από την ίδια δυσαρέσκεια και η αναφορά της συμμετοχής της αναιρεσίβλητης σε αυτές από την λήψη της εξωδίκου δηλώσεως.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της ως άνω πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα πλήττει ουσιαστικά την προσβαλλόμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).
Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει το δικαστήριο με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ` αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, δέχθηκε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους περί διαχωρισμού της επίδικης αποθήκης, ενώ η αναιρεσίβλητη, παρότι είχε το σχετικό βάρος απόδειξης, ουδέν απέδειξε.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, περί συναινετικού διαχωρισμού της επίδικης αποθήκης, έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ) αποδείξεως του αντίθετου αρνητικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη σχετικές αποδείξεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).
Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, τα οποία νομίμως με επίκληση προσκόμισε, από τα οποία αποδεικνύονταν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της που θεμελίωναν τους λόγους της εξώδικης δήλωσης ανάκλησης της δωρεάς και συγκεκριμένα α) την από 26.1.2024 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας και της μητέρας της Φ.
Κ. στην αναιρεσίβλητη, β) την από 7.3.2014 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - πρόταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη, γ) την από 16.3.2014 ανακοπή της αναιρεσείουσας και του συζύγου της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δ) τις από 6.6.2014 προτάσεις με την από 11.6.2014 προσθήκη - αντίκρουση της αναιρεσείουσας και του συζύγου της ως ανακοπτόντων στην εκδοθείσα σε βάρος τους διαταγή πληρωμής μισθωμάτων, ε) την από 10.6.2014 Τεχνική Έκθεση της Μηχανικού Ε.
Φ., στ) έγγραφο λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος του ενδίκου ακινήτου, ζ) την από 26.1.2014 εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας, θ) την από 19.2.2014 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης και ι) την υπ' αριθ. 7255/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα αναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, ενώ και από τη ρητή αναφορά στο περιεχόμενο ορισμένων εξ αυτών, που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης και επισκοπούμενης απόφασης, προκύπτει, αναμφιβόλως, ότι ελήφθησαν υπ' όψη και συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Kατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ.1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 150/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα το υποβληθέν στη Δ.Ε.Η.
από 29.10.2012 ηλεκτρολογικό σχέδιο για το έτερο προκύψαν από τον κατά τα άνω διαχωρισμό της αποθήκης τμήμα, εμβαδού 35,51 τ.μ., προκειμένου να ηλεκτροδοτηθεί, ενώ τούτο στερείτο αποδεικτικής δύναμης, διότι δεν αναγράφεται στο σχέδιο το όνομα του ιδιοκτήτη, ο αριθμός του διαμερίσματος και του ορόφου στον οποίο βρίσκεται, ούτε στο άνω προσαχθέν από την αναιρεσίβλητη σχέδιο υπάρχει η προηγηθείσα και συνημμένη σ' αυτό αίτησή της για παροχή νέας ηλεκτροδότησης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.12.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1716/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ