Supreme Court dismisses appeal against appeal court ruling on creditor priority in bankruptcy proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding creditor priority in bankruptcy. The lower court ruled that severance pay for voluntary resignation qualifies for priority status under specific labor laws, reordering the creditor list accordingly. The Supreme Court upheld this interpretation, finding no legal error in applying the statute to include such compensation in the priority scheme.
Legislator headnote
AI generatedArticles 975(3) and 31 of Law 1545/1985; The court established that the priority arrangement for claims arising from termination of employment applies equally to severance payments for voluntary resignation or dismissal, thereby granting such claims preferential status in bankruptcy proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1756 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1756/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του αναιρεσιβλήτου Ν. Ζ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Αχτσιόγλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-3-2007 και 12-3-2007 ανακοπές ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/400-457/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2372/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Ανδρικοπούλου ανέγνωσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 17-1-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10/5/2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, με αριθμό 2372/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 20/400-457/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, που είχε δεχθεί εν μέρει την ανακοπή του αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή και μεταρρύθμισε τον ανακοπτόμενος πίνακα κατάταξης δανειστών, κατατάσσοντας οριστικά και προνομιακά τον αναιρεσίβλητο για το αναφερόμενο στην απόφαση ποσό. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφια α` και β` του ν. 3198/2015 (όπως ίσχυαν κατά τον πιο κάτω κρίσιμο χρόνο, μετά τη συμπλήρωση και τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου από την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3789/1957, τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. Ι του ν. 435/1976 και εκείνη, του άρθρου 16 του ν. 1539/1985) προκύπτει ότι: α) εργαζόμενοι, που απασχολούνται με εργασιακή σχέση αόριστης διάρκειας, εφόσον συμπλήρωσαν 15ετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη (υπό την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του.
ν. 2112/1920) ή το όριο ηλικίας, που προβλέπεται από τον οικείο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης ή, σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου ορίου ηλικίας, το 65° έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την εργασία τους, με τη συγκατάθεση του εργοδότη, έχουν δικαίωμα στη μισή αποζημίωση του ν. 2112/1920 ή του β.δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920, όπως αυτή προβλέπεται για την απροειδοποίητη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, η οποία υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955 (άρθρο 8 του ν. 3198/1955, εδάφιο α`), β) εργαζόμενοι, γενικώς, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία τους, και εάν έχουν την ιδιότητα του ιδιωτικού υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν από την εργασία τους είτε να απομακρύνονται από αυτήν με απόφαση του εργοδότη και να λαμβάνουν οι μεν ασφαλισμένοι επικουρικώς το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και όσοι δεν συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις λήψης σύνταξης από την επικουρική ασφάλιση) το 50% της αποζημίωσης την οποία θα εδικαιούντο σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής τους σύμβασης από τον εργοδότη, υπολογιζόμενης κατά τους οικείους όρους των σχετικών διατάξεων των νόμων 3198/1955, 2112/1920 και του β.δ της 16/18-7-1920 (ΑΠ 370/2004).
Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παροχή μιας εξαιρετικής δυνατότητας λύσης της σύμβασης εργασίας εξισορροπεί τα συμφέροντα εργοδότη και εργαζόμενου, διότι παρέχει υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα σε μειωμένη αποζημίωση (αντί της πλήρους, εάν την πρωτοβουλία της λύσης είχε ο εργοδότης ή της απώλειας του σχετικού δικαιώματος, εάν την πρωτοβουλία είχε ο εργαζόμενος) και αποβλέπει, ταυτόχρονα, στην ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και στη δημιουργία κενών θέσεων εργασίας.
Επίσης, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των εδαφίων α` και β` του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η πρώτη είναι συμπληρωματική της δεύτερης και έχει εφαρμογή, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής εκείνης, οπότε με συνδρομή των διαφορετικών προϋποθέσεων του εδ.
α` χορηγείται και πάλι η μειωμένη αποζημίωση (ΑΠ 93/2021, ΑΠ 686/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 975 περ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 56 του ν. 3994/2011, στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
Με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 ορίσθηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως. Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή.
Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων. Ως προς τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι οι κάθε είδους απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα αδείας, εορτών κ.λ.π., ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο ορίσθηκε η ημερομηνία για την οποία είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός ή κηρυχθεί η πτώχευση και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη.
Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν, συνεπώς, ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσής του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρύχθηκε η πτώχευση (ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή), όχι δε και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρυχθεί η πτώχευση και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε.
Ο νομοθέτης πάντως εξόπλισε με το προνόμιο αυτό όλες τις εργασιακές απαιτήσεις από τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, για τις οποίες ρητώς όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξάρτητα από τον χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να γίνεται διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου ή της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού (Ολ.ΑΠ 3/2011 και 22/2000, ΑΠ 1622/2018, ΑΠ 370/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της κρινόμενης υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των σχετικών εγγράφων (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει ως εξής: Με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." (μη διαδίκου) και προς ικανοποίηση απαίτησής της ύψους 5.538,26 ευρώ, απορρέουσα από την με αριθμό 44/2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, κατασχέθηκε, με την με αριθμό 202/18-9-2003 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, ..., η ακίνητη περιουσία (διαμέρισμα) του οφειλέτη της επισπεύδουσας και του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσείοντος), Μ.
Τ. του Κ.. Με την με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας η διενέργεια του πλειστηριασμού της ως άνω ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη ορίσθηκε, αρχικά, για την 29-10-2003, πλην όμως ο πλειστηριασμός αυτός, όπως και οι επόμενοι που ορίσθηκαν με μεταγενέστερες περιλήψεις κατασχετήριας έκθεσης, ματαιώθηκαν, με αποτέλεσμα ο πλειστηριασμός να διενεργηθεί εντέλει, ενώπιον της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών, Μ.
Δ., την 20-12-2006, με βάση δε την με αριθμό ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου, το εκπλειστηριασθέν διαμέρισμα κατακυρώθηκε στο όνομα της Δ. Τ. του Μ., έναντι του ποσού των 76.505 ευρώ. Στην ανωτέρω συμβολαιογράφο και επί του πλειστηριασμού υπάλληλο το αναιρεσείον αναγγέλθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την με αριθμό πρωτ. ...
αναγγελία χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Γιαννιτσών, για προνομιακές και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του, κατ' άρθρο 5 του ν.δ. 356/1974, κατά του καθ' ου η εκτέλεση, συνολικού ποσού 27.749,09 ευρώ. Περαιτέρω, εντός της νόμιμης δικονομικής προθεσμίας, ανήγγειλαν για την ανωτέρω εκτελεστική διαδικασία τις απαιτήσεις τους και οι κάτωθι πιστωτές, ήτοι:
α) Το ΙΚΑ, με την από 28-12-2006 αναγγελία του, για το συνολικό ποσό των 90.560,17 ευρώ, β) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.", με την από 18-4-2006 αναγγελία της, για συνολική απαίτησή της ύψους 30.486,51 ευρώ. γ) Η επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "...", με την από 28-12-2006 αναγγελία της, για συνολική απαίτηση 5.538,26 ευρώ, η οποία ζήτησε την προνομιακή της κατάταξη ως ενυπόθηκη δανείστρια, δ) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "...
Α.Ε.", με την από 27-12-2006 αναγγελία της, για απαίτησή της συνολικού ύψους 310.509,80 ευρώ, η οποία ζήτησε την προνομιακή της κατάταξη ως πρώτης ενυπόθηκης δανείστριας, ε) Ο Δ. Ν. του Τ., δικηγόρος του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την από 27-12-2006 αναγγελία του για συνολική απαίτηση 37.000 ευρώ, προερχόμενη από δικηγορικές αμοιβές και έξοδα που επιδικάσθηκαν σ' αυτόν δυνάμει της τελεσίδικης με αριθμό 36/2006 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, κατά του οφειλέτη Μ.
Τ., ως ομόρρυθμου εταίρου της ομόρρυθμης εταιρίας "..." και στ) Ο αναιρεσίβλητος με την από 31-12-2006 αναγγελία του, για απαίτησή του συνολικού ύψους 36.766,21 ευρώ προερχόμενη από την παροχή εξαρτημένης εργασίας στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία και με εκτελεστό τίτλο το με αριθμό 97/825.14/2004 πρακτικό συμβιβασμού της 12-10-2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.
Λόγω μη επάρκειας του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος για την κάλυψη των εξόδων της εκτέλεσης και την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, η, επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, συμβολαιογράφος συνέταξε τον με αριθμό 12.643/2007 πίνακα κατάταξης δανειστών, με τον οποίο, αφού προαφαίρεσε το συνολικό ποσό των 5.654,63 ευρώ ως έξοδα εκτέλεσης, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα των 70.850,37 ευρώ κατέταξε σύμμετρα: 1) Τον αναιρεσίβλητο, οριστικά και προνομιακά για μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής του, ήτοι για το ποσό των 35.311,82 ευρώ και 2) Τον δικηγόρο Δ.
Ν. οριστικά και προνομιακά για μέρος της αναγγελθείσας απαίτησης του, ήτοι για το ποσό των 35.538,55 ευρώ. Κατά του ως άνω πίνακα κατάταξης δανειστών, το αναιρεσείον άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, την με αριθμό κατάθεσης 457/14.3.2007 ανακοπή, στρεφόμενο κατά του αναιρεσίβλητου και του δικηγόρου Γιαννιτσών, Δ.
Ν., ζητώντας τη μεταρρύθμιση του πίνακα, για το λόγο ότι εσφαλμένα η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος τους κατέταξε οριστικά και προνομιακά σε ολόκληρο το εναπομείναν, μετά την αφαίρεση των εξόδων, ποσό του πλειστηριάσματος, καθόσον οι απαιτήσεις τους δεν προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημέρα του πρώτου πλειστηριασμού, που είχε οριστεί για τις 29.10.2003, ήτοι εντός του διαστήματος από 29.10.2001 μέχρι και 29.10.2003, αλλά μετά την ημερομηνία αυτή και μέχρι τη διενέργεια του τελικού πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα να μην είναι εξοπλισμένες με προνόμιο, κατ' άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ.
Επίσης, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών την με αριθμό κατάθεσης 400/7.3.2007 ανακοπή της κατά του ιδίου ως άνω πίνακα, ζητώντας, για τον ίδιο λόγο, την υπέρ της ιδίας μεταρρύθμισή του. Επί των ανωτέρω ανακοπών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 20/400-457/2008 οριστική απόφαση του προαναφερθέντος Δικαστηρίου (τακτική διαδικασία), με την οποία αυτές έγιναν εν μέρει δεκτές, μεταρρυθμίστηκε ο ανακοπτόμενος πίνακας κατάταξης δανειστών, αποβλήθηκε από αυτόν ο δικηγόρος Δ.
Ν., κατατάχθηκε οριστικά και προνομιακά ο αναιρεσίβλητος, για μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής του και συγκεκριμένα για το ποσό των 6.452,57 ευρώ, (το οποίο αντιστοιχούσε σε αναγγελθέντα κονδύλια που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από τον ορισθέντα πρώτο πλειστηριασμό), το εναπομείναν δε πλειστηρίασμα των 64.307,80 ευρώ, διαιρέθηκε σε 1/3 και 2/3 και στο 1/3 αυτού, ήτοι στο ποσό των 21.435,93 ευρώ κατατάχθηκε το αναιρεσείον, για μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής του, και στα υπόλοιπα 2/3, ήτοι στο ποσό των 42.871,86 ευρώ, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου και προς ικανοποίηση μέρους της αναγγελθείσας απαίτησής της.
Κατά της ως άνω απόφασης, ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 23-6-2008 έφεσή του κατά του αναιρεσείοντος και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", με την οποία, μεταξύ άλλων (τρίτος λόγος της έφεσης), ισχυρίσθηκε ότι η οφειλόμενη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζομένου από την εργασία ή απομάκρυνσης αυτού από τον εργοδότη λόγω συμπλήρωσης του χρόνου και των προϋποθέσεων για συνταξιοδότηση, είναι κι αυτή αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας και εμπίπτει στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 31 του ν. 1545/1985, σύμφωνα με την οποία "οι απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το χρόνο που γεννήθηκαν" και συνεπώς ορθά κατετάγη προνομιακά με τον προσβαλλόμενο πίνακα για το ποσό των 9.206,53 ευρώ, το οποίο αφορά σε απαίτησή του από αποζημίωση λόγω αποχώρησής του από την εργασία, η οποία γεννήθηκε την 6-2-2004, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε τα αντίθετα έσφαλε και η απόφασή του πρέπει να εξαφανισθεί.
Επί της άνω έφεσης εκδόθηκε η με αριθμό 2372/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση ως προς τον πιο πάνω λόγο. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού ανέλυσε τις διατάξεις των άρθρων 8 του ν. 3198/1955 και 31 του ν. 1545/1985, έκρινε, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, ότι ".....από τις διατάξεις αυτές, που αναφέρονται στην υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή αποζημίωσης στον αποχωρούντα ή απομακρυνόμενο από την εργασία εργαζόμενο προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη γήρατος ....
σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης επέλεξε να αντιμετωπίσει με όμοιο τρόπο την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας και την αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως ή απομακρύνσεως του εργαζόμενου από την εργασία του προς συνταξιοδότηση, εκτός από τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της δεύτερης το οποίο παρίσταται μειωμένο σε ποσοστό της αποζημίωσης της οφειλόμενης λόγω απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου κατά τις προδιαλαμβανόμενες διακρίσεις.
Και στη δεύτερη εξάλλου περίπτωση υφίσταται ουσιαστικά καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, προερχόμενη είτε από τον εργαζόμενο που αποχωρεί για την παραπάνω εύλογη αιτία (συνταξιοδότηση), είτε από τον εργοδότη που τον απομακρύνει ενδεχομένως και λόγω της προχωρημένης πλέον ηλικίας του.
Το ποσό της αποζημίωσης επί συνταξιοδότησης είναι βεβαίως μικρότερο, διότι σ' αυτήν την περίπτωση υφίσταται η εξασφάλιση της συντάξεως που θα λάβει ο εργαζόμενος. Το δικαίωμα όμως σε αποζημίωση αποτελεί αντιστάθμισμα της εγκατάλειψης της θέσης του εργαζομένου στην επιχείρηση του εργοδότη του .... και δικαιολογείται πλήρως αφενός μεν διότι το ποσό της σύνταξης υπολείπεται κατά κανόνα των αποδοχών που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος εάν συνέχιζε να εργάζεται, αφετέρου δε διότι με την αποζημίωση δίνεται σ' αυτόν η δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις άμεσες ανάγκες διαβίωσής του, καθόσον αυτός παύει να αμείβεται από τον εργοδότη του και μεταξύ της παύσης της εργασίας του και της πληρωμής συντάξεως για πρώτη φορά μεσολαβεί, όπως είναι κοινώς γνωστό, μικρότερο ή μεγαλύτερο κατά περίπτωση χρονικό διάστημα, προκειμένου να τακτοποιηθούν οι σχετικές διαδικασίες, έστω κι αν η σύνταξη των πρώτων μηνών καταβάλλεται μετά αναδρομικά.
Η υποχρέωση δε από την πλευρά του εργοδότη σε καταβολή αποζημίωσης δικαιολογείται ως αντάλλαγμα της εισφοράς του εργαζομένου στην επιχείρησή του.... Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πρόβλεψη του άρθρου 31 του 1545/1985 περί προνομιακής κατάταξης των απαιτήσεων λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο προέκυψαν εφαρμόζεται και επί αποζημιώσεων λόγω αποχωρήσεως (οικειοθελούς) ή απομακρύνσεως εργαζομένου, δικαιουμένου να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το σχετικό κεφάλαιό της, κράτησε προς εκδίκαση τις ανακοπές και αφού απέρριψε αυτές κατά τον σχετικό λόγο τους, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα, κατέταξε τον αναιρεσίβλητο οριστικά και προνομιακά για το συνολικό ποσό των 15.749,10 ευρώ (9.206,53 + 6.542,57) και στο υπόλοιπο ποσό των 19.789,45 ευρώ για το οποίο αυτός είχε καταταγεί στον πίνακα (35.538,55 μείον 15.749,10) και ειδικότερα στο 1/3 και 2/3 αυτού, κατέταξε το αναιρεσείον και την "...
Α.Ε.", αντίστοιχα.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 975 περ. 3 και 31 του 1545/1985 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, δεχόμενο ότι η πρόβλεψη του άρθρου 31 του 1545/1985 περί προνομιακής κατάταξης των απαιτήσεων λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο προέκυψαν, εφαρμόζεται και επί αποζημιώσεως λόγω αποχώρησης (οικειοθελούς) ή απομάκρυνσης εργαζόμενου, δικαιούμενου να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος και συνεπώς και επί της, γεννηθείσας μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, απαίτησης του αναιρεσίβλητου, ποσού 9.206,53 ευρώ, η οποία φέρει το χαρακτήρα αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Κατ` ακολουθίαν αυτών ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης των άρθρων 975 παρ 3 ΚΠολΔ και 31 ν. 1545/1985 δέχθηκε ότι απολαύουν της προβλεπόμενης από αυτά προνομιακής κατάταξης όχι μόνο οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας αλλά και αυτές που καταβάλλονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 στους οικειοθελώς αποχωρούντες ή αναγκαστικώς απομακρυνόμενους εργαζόμενους, κατατάξασα, ακολούθως, προνομιακά τον αναιρεσίβλητο για την καταβληθείσα σ` αυτόν, δυνάμει της εν λόγω διάταξης, αποζημίωσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, μειωμένη, όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ` εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/5/2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθμό 2372/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ