1756/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γ., Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1756/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο Νόμος δεν ορίζει, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές [δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση ή ενθάρρυνση] με παραινέσεις [δηλαδή με συμβουλές υποδείξεις κλπ.] πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης ή άλλης μεταξύ τους σχέσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1756 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1756/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γ., Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 998/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 4700/4-5-2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 660/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-5-2018 και με αριθμό γενικού πρωτ. 4700/4-5-18 αίτηση του Κ. Κ. του Π. για αναίρεση της με αριθμό 998/2017 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης , έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 εδ.α' ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου [κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ' ΠΚ] από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής [συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου], που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου [υπερχειλής δόλος] να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες , οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε.
Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο Νόμος δεν ορίζει, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές [δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση ή ενθάρρυνση] με παραινέσεις [δηλαδή με συμβουλές υποδείξεις κλπ.] πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης ή άλλης μεταξύ τους σχέσης.
Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με θέληση και γνώση ή αποδοχή, της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης.[ΑΠ 1371/2016].
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 998/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων Κ. Κ., κηρύχθηκε ένοχος κατόπιν μεταβολής της κατηγορίας της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για ηθική αυτουργία στην πράξη της πλαστογραφίας που τέλεσε άγνωστος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι [6] μηνών, μετατραπείσα προς 5 ευρώ ημερησίως.
Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα γραφολόγου Δ.
Α., τις δύο εκθέσεις γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των τεχνικών συμβούλων του κατηγορουμένου σε συνδυασμό και με την απολογία αυτού, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Π Μ. του Γ. προσλήφθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ" ως οδηγός για την φόρτωση και μεταφορά ανακυκλώσιμων υλικών, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας έξι[6] μηνών η κάθε μία, ήτοι από 15-4-2010 έως 14-10-2010 και από 15-10-2010 έως 15-4-2011.
Η εργασία του συνίστατο στη φόρτωση και μεταφορά ανακυκλώσιμων υλικών με δύο φορτηγά αυτοκίνητα. Κάθε ημέρα ξεκινούσε με το ένα αυτοκίνητο από τον ..., όπου είναι ο τόπος κατοικίας του, ενεργοποιούσε τον ταχογράφο και πήγαινε στη .... Στη συνέχεια με το ίδιο αυτοκίνητο μετέβαινε στην …., όπου είναι το κέντρο Διαχείρισης Ανακυκλώσιμων Υλικών.
Εκεί εκδιδόταν το ζυγολόγιο για το αυτοκίνητο αυτό. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα μετέβαινε με το ίδιο αυτοκίνητο άδειο πλέον στη ..., το στάθμευε και έπαιρνε το άλλο φορτωμένο και πήγαινε και πάλι στην ….., όπου ξεφορτωνόταν το δεύτερο αυτό αυτοκίνητο και εκδιδόταν το σχετικό ζυγολόγιο. Κατόπιν μετέβαινε στη ..., απ' όπου ή με το πρώτο ή με το δεύτερο αυτοκίνητο επέστρεφε στον ....
Η εργοδότρια εταιρεία, όμως, κατά τη διαδικασία επίλυσης εργατικής διαφοράς που ανέκυψε, την 2-3-2011, ισχυρίστηκε δια του νομίμου αντιπροσώπου της ενώπιον του Επιθεωρητή Εργασίας ότι στη δεύτερη περίπτωση ο εγκαλών υπέγραψε τρίμηνη σύμβαση, η οποία έληγε στις 17-1-2011 και όχι εξάμηνη, όπως προαναφέρθηκε. Τούτο ισχυρίστηκε, στηριζόμενη στην από 14-10-2010 Γνωστοποίηση Όρων Ατομικής Σύμβασης Εργασίας, φέρουσα την υπογραφή του εγκαλούντος κάτω από τη θέση "Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ", στην οποία αναγραφόταν ως ημερομηνία έναρξης της σύμβασης εργασίας η 14-10-2010 και ως ημερομηνία λήξης αυτής η 17-1-2011.
Αληθές, ωστόσο, είναι ότι ο εγκαλών ουδέποτε έθεσε την υπογραφή του στο εν λόγω έγγραφο. Ειδικότερα, την ως άνω ημερομηνία [17-1-2011] ο εγκαλών απολύθηκε κατόπιν φραστικού επεισοδίου με τον κατηγορούμενο, επειδή απαίτησε να μην εργάζεται πέραν των χρονικών ορίων που προέβλεπε η σύμβασή του. Τούτο δέχθηκε και η οριστική υπ' αριθμ. 345/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί αγωγής του εγκαλούντος κατά της ως άνω εργοδότριας εταιρείας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή του για υπερωριακή απασχόληση και υπερεργασία.
Περαιτέρω, εάν ήταν όντως τρίμηνη η σύμβαση αυτή θα έληγε στις 14-1-2011 και δεν θα υφίστατο λόγος να εξακολουθεί να εργάζεται ο εγκαλών έως την 17-1-2011. Εξάλλου η αμέσως προηγούμενη σύμβαση εργασίας του εγκαλούντος ήταν εξάμηνη και δεν συνέτρεχε κανένας ιδιαίτερος λόγος - ούτε ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε τέτοιο λόγο - η αμέσως επόμενη χρονικά σύμβαση να είναι μικρότερης διάρκειας και δη τριών μηνών.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ο εγκαλών είχε ήδη δοκιμαστεί σχετικά με την εργασιακή του απόδοση ως οδηγού φορτηγού, οι δε συμβάσεις των λοιπών εργαζομένων με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα ήταν επίσης εξάμηνες. Επιπρόσθετα η κρίση του Δικαστηρίου περί της πλαστότητας της υπογραφής του εγκαλούντος ενισχύεται και από την από 30-9-2015 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου πραγματογνώμονα Δ.
Α. που διορίστηκε δυνάμει της υπ'αριθμ. 152/2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης Σύμφωνα με αυτήν, εκτιμάται ότι η υπό έλεγχο υπογραφή δεν έχει χαραχτεί με το χέρι του εγκαλούντος, αλλά από έτερο άτομο σε προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης της υπογραφής του. Στο συμπέρασμα αυτό η πραγματογνώμονας κατέληξε με βάση μια σειρά διαφορών μεταξύ της υπό έλεγχο υπογραφής και των υπογραφών του Π.
Μ. ως προς την τοποθέτηση στη γραμμή, τους άξονες των γραμμάτων, τα μεγέθη και τις αναλογίες, τη συνέχεια, το ρυθμό, την πίεση, τη μορφή, τις γραφικές συνήθειες και τέλος τους χρόνους χάραξης, που αναλυτικά παραθέτει στην έκθεσή της .Διαφορετική γνώμη εκφράζουν οι τεχνικοί σύμβουλοι του κατηγορουμένου Κ.
Κ. και Χ. Τ., στις από 6-3-2017 και 14-10-2013 εκθέσεις τους αντίστοιχα, οι οποίοι αποφαίνονται ότι η υπό έλεγχο υπογραφή έχει τεθεί από τον εγκαλούντα. Ωστόσο τα επιχειρήματα που παραθέτουν οι ανωτέρω τεχνικοί σύμβουλοι στις προαναφερθείσες εκθέσεις τους είναι ελάχιστα πειστικά και δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το συμπέρασμα της πραγματογνώμονα, δοθέντος ότι αμφότεροι έλαβαν υπόψη τους την υπό έλεγχο Γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας σε φωτοτυπία.
Αντίθετα η πραγματογνώμονας Δ. Α. έλαβε υπόψη της την υπό έλεγχο γνωστοποίηση κατ' αρχήν σε πρωτότυπο έγγραφο. Εξάλλου, ο ίδιος ο τεχνικός σύμβουλος Κ. Κ. αναφέρει στην προαναφερθείσα έκθεσή του και δη στο προοίμιο αυτής, ότι η γραφολογική διερεύνηση είναι προτιμότερο να διενεργείται επί πρωτοτύπων εγγράφων, καθόσον η εξέταση από το πρωτότυπο επιτρέπει αφενός τον εντοπισμό τυχόν αντικειμενικών ευρημάτων πλαστότητας [αποσβέσεις με χημικά ή μηχανικά μέσα, αποξέσεις, φωτομεταφορά κτλ], αφετέρου την ακριβή αξιολόγηση των γραφοκινητικών παραμέτρων των χαράξεων [ταχύτητα χάραξης, χαρακτική πίεση, αυξομειώσεις της πίεσης μεταξύ τμημάτων ανοδικής και καθοδικής φοράς, τριχοειδείς χαράξεις κτλ].
Την ίδια άποψη έχει και η τεχνική σύμβουλος του κατηγορουμένου Χ. Τ.. Συγκεκριμένα αναφέρει στην από 14-10-2013 έκθεσή της, πριν την αξιολόγηση του δειγματικού γραφολογικού υλικού του εγκαλούντος, ότι βασική αρχή της δικαστικής γραφολογίας, επιβάλλει η γραφολογική και εργαστηριακή εξέταση να γίνεται επί του πρωτοτύπου εγγράφου.
Ας σημειωθεί εδώ ότι η γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης σε φωτοτυπικό αντίγραφο που φέρεται να έχει υπογραφεί από τον εγκαλούντα στις 14-10- 2010 είναι διαφορετικής ταυτότητας από εκείνη της υπό έλεγχο από 14-10- 2010 γνωστοποίησης σε πρωτότυπο έγγραφο, αφού παρατηρείται διαφοροποίηση της υπογραφής ως προς την τοποθέτηση στη σελίδα.
Συγκεκριμένα, η υπογραφή στο πρωτότυπο έγγραφο έχει χαραχθεί στο κέντρο του ενδεδειγμένου πλαισίου για την υπογραφή του "ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ", ενώ η υπογραφή του εγκαλούντος στο φωτοαντίγραφο έχει τοποθετηθεί χαμηλότερα. Άλλωστε, δεν αποτελεί φωτοαντίγραφο του πρωτοτύπου ούτε ως προς το τμήμα με τις χειρόγραφες συμπληρώσεις των στοιχείων του εγκαλούντος, αφού εκεί παρατηρούνται διαφορές, έστω ανεπαίσθητες, σχετικά με τη χάραξη και τοποθέτηση των γραμμάτων.
Επισημαίνουμε ότι η πραγματογνώμονας, για την πληρότητα της έρευνάς της, εξέτασε και τη γνησιότητα της υπογραφής του εγκαλούντος στη γνωστοποίηση σε φωτοαντίγραφο, αναφορικά με την οποία κατέληξε δια της εκθέσεώς της στο ότι είναι επίσης πλαστή. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να δικαιολογήσει την ύπαρξη των δύο διαφορετικών εγγράφων με πανομοιότυπο περιεχόμενο, ισχυριζόμενος ότι κάθε εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του από την εταιρεία, υπέγραφε τη σύμβαση σε δύο πρωτότυπα έγγραφα, προκειμένου να έχει κάθε συμβαλλόμενο μέρος το έγγραφο της σύμβασης.
Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν δύναται να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο, για τον απλούστατο λόγο ότι αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σε μία ανώνυμη εταιρεία που απασχολεί 480 εργαζομένους και διαθέτει οργανωμένο λογιστήριο με μηχανοργάνωση να ακολουθείται τακτική κατά την οποία συμπληρώνονται από υπάλληλο της εταιρείας χειρόγραφα και μάλιστα εις διπλούν τα προσωπικά στοιχεία κάθε εργαζόμενου καθώς και τα στοιχεία της οικείας σύμβασης εργασίας, αντί να φωτοτυπείται το έγγραφο με συμπληρωμένα ήδη τα στοιχεία ή ακόμη ευχερέστερα να εξάγεται με εκτύπωση από τον Η/Υ της εταιρείας και εν συνεχεία να θέτει την υπογραφή του ο εργαζόμενος στα δύο ομοίου περιεχομένου έγγραφα.
Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψαν ενδείξεις ούτε περί του ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο, το οποίο δια της χειρός του, συμπλήρωσε το προαναφερόμενο έγγραφο θέτοντας την υπογραφή του εγκαλούντος, ούτε, περί οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, που θα μπορούσε θα οδηγήσει στην ταυτοποίηση του αυτουργού της ανωτέρω πράξεως.
Είναι βέβαια αληθές ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ή ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, πλην όμως, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, διαθέτει μετοχές της και επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πορεία των υποθέσεών της.
Το ενδιαφέρον του δε για τις εταιρικές υποθέσεις είναι προσωπικό, παρά τον νομικό μανδύα της εταιρείας ως ανώνυμης κεφαλαιουχικής. Χαρακτηριστικά κατά την απολογία του ανέφερε: "θα αφήσω μια ιστορία πίσω μου, εγώ έχω δημιουργήσει πόσα πολλά πράγματα.... Έχω χτίσει μια δουλειά μέσα από τα σκουπίδια που για μένα είναι μεγάλη, έχει γίνει μια φοβερή δουλειά", θεωρώντας τον εαυτό του αποκλειστικά υπεύθυνο για την πορεία και εξέλιξη της εταιρείας ανακύκλωσης, όπου εργάζεται.
Ως ενισχυτικό του ως άνω συμπεράσματος επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος ασχολήθηκε προσωπικά με την επίλυση της εργατικής διαφοράς που ανέκυψε με τον εγκαλούντα και τη διεκπεραίωση της σχετικής διαδικασίας. Από το συνδυασμό, των αμέσως ως άνω εκτιθέμενων, καθίσταται προφανές ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο, το οποίο, ηθελημένα, προκάλεσε στον άγνωστο αυτουργό της υπό κρίση πλαστογραφίας, την απόφαση για να την υλοποιήσει.
Ο σκοπός του ήταν να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου τους υπαλλήλους της Επιθεώρησης Εργασίας Νομού ….σχετικά με τους όρους της σύμβασης εργασίας του εγκαλούντος, κυρίως δε σχετικά με τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και συνακόλουθα την καταβολή νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως του εγκαλούντος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, αφού δεν το προσκόμισε ο ίδιος στην Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά ο λογιστής της εργοδότριας εταιρείας Σ. Ζ., κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης, όπως προκύπτει από το από 2-3-2011 δελτίο εργατικής διαφοράς. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, μεταβαλλομένης της κατηγορίας της πλαστογραφίας μετά χρήσεως για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και να κηρυχθεί αθώος για την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης πλαστού όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, για τη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και ειδικότερα του ότι: "Στη ... την 2-3-2011 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την πράξη της πλαστογραφίας και συγκεκριμένα ηθελημένα προκάλεσε σε άγνωστο άτομο την απόφαση να καταρτίσει πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ηθελημένα, με πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε σε άτομο, του οποίου τα στοιχεία δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστούν, την απόφαση να καταρτίσει την από 14-10-2010 γνωστοποίηση Όρων Ατομικής Σύμβασης Εργασίας στην οποία έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος Π.
Μ. του Γ., κατοίκου ... με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τους υπαλλήλους της Επιθεώρησης Εργασίας Νομού …. σχετικά με τους όρους σύμβασης εργασίας [διάρκεια, ειδικότητα, αποδοχές κλπ] που είχε συναφθεί μεταξύ αυτού ως εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" και του ως άνω εγκαλούντος".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26παρ.1α,27παρ1,46 παρ.1 και 216 παρ.1 ΠΚ, που εφάρμοσε , τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α] Το Δικαστήριο για την περί ενοχής αυτού κρίση του έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ'είδος μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι ιδιαιτέρως επισημαινόμενες στο δικόγραφο της αναίρεσης εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων του κατηγορουμένου, από 6-3-2007 και 14-10-2013, των Κ.
Κ. και Χ. Τ. αντίστοιχα, των οποίων γίνεται στο σκεπτικό της απόφασης εκτεταμένη αναφορά και αντίκρουση του πορίσματος τους καθώς και η απολογία του κατηγορουμένου αναιρεσείοντα η οποία επαρκώς αντικρούεται, το γεγονός δε ότι δεν εξαίρεται η κατάθεση του μάρτυρα Ν. Ψ. δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε και αυτή υπόψη.
β] Οι παραπάνω αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον τρόπο και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον [άγνωστο] φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη, είναι επαρκείς, καθόσον δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, προκειμένου περί καταδίκης για ηθική αυτουργία, πέραν της αναφοράς στην απόφαση του τρόπου και των μέσων με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη, να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίσταται η πειθώ, οι παραινέσεις, η προτροπή και η φορτικότητα, αλλά αρκεί, ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στην λήψη της απόφασης αιτιωδώς, ως προς την άδικη πράξη που τέλεσε ο φυσικός αυτουργός [ ΑΠ 22/2017, ΑΠ 708/2018] και γ] διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι 1] ο αναιρεσείων, ο οποίος ασχολήθηκε προσωπικά με την επίλυση της εργατικής διαφοράς που ανέκυψε με τον εγκαλούντα, ήταν εκείνος που έπεισε τον άγνωστο δράστη να θέσει κατ' απομίμηση στην από 14-10-2010 Γνωστοποίηση Όρων Ατομικής Σύμβασης Εργασίας, κάτω από τη θέση "Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ" την υπογραφή του μηνυτή, 2] στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τους υπαλλήλους της Επιθεώρησης Εργασίας Νομού ….
σχετικά με τους όρους σύμβασης εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ αυτού, ως εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ" και του ως άνω εγκαλούντος και 3] επήλθαν οι έννομες συνέπειες της πλαστογραφίας αφού η εργοδότρια εταιρεία, κατά τη διαδικασία επίλυσης εργατικής διαφοράς που ανέκυψε, στις 2-3-2011, ισχυρίστηκε δια του νομίμου αντιπροσώπου της ενώπιον του Επιθεωρητή Εργασίας, ότι ο εγκαλών υπέγραψε τρίμηνη σύμβαση εργασίας με χρόνο έναρξης την 14-10-2010 και χρόνο λήξης, σύμφωνα με το πλαστό παραπάνω έγγραφο, την 17-1-2011 οπότε ο εργαζόμενος-εγκαλών απολύθηκε.
Δεν απαιτείται δε αιτιολογία για το περιουσιακό όφελος είτε του ηθικού είτε του φυσικού αυτουργού και της αντίστοιχης βλάβης του παθόντος, διότι τα εν λόγω στοιχεία δεν διαλαμβάνονται στην αντικειμενική υπόσταση της πλημμεληματικής πλαστογραφίας για την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ, λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ακολούθως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-5-2018 [με αριθμό πρωτ.4700/4-5-2018] αίτηση του Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οδός ... για αναίρεση της υπ'αριθμόν 998/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Σπάρτης .Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ορίζει σε διακόσια πενήντα [250] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ