Legislator Case Law & Legislation
1756/2017 AI generated

1756/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1756/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1756/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πρώτος αναιρεσίβλητος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1756 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1756/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. - Φ. Χ., 2) Γ. Α. συζ. Θ. - Φ. Χ., κατοίκων ..., 3) Α. Χ. του Θ. - Φ., κατοίκου ... και 4) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι 2η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. - Φ. Χ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κ. Τ. του Σ., 4) Φ. συζ. Σ. Τ., κατοίκων ... και 5) αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... PLC", που εδρεύει στο … Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη, οι 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου, η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1733/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3537/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-11-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο 1ος των αναιρεσειόντων και πληρεξούσιος των λοιπών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των 2ης, 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. …/19-7-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ., προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν την συζήτηση, επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (δια θυροκολλήσεως, κατ' άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.) στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ε.

Κ. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 16.11.2016 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, αντίγραφο δε του επιδοθέντος ως άνω εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια της Ι. Τ., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Άνω Λιοσίων, ενώ έγγραφη ειδοποίηση απεστάλη, δια του ταχυδρομείου, από την παραπάνω δικαστική επιμελήτρια προς τον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο, νομότυπα, κατ' άρθρο 128 αριθμ. 4 γ' του Κ.Πολ.Δικ., περί της γενομένης, δια θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Επομένως, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 92/2013, Α.Π. 322/2012, Α.Π. 1241/2010).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/ 2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης 1733/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, ανεγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους ήδη αναιρεσείοντες, έκαστος εις ολόκληρον, τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν ποσά, (μικρότερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων) ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο της πεζής Ν.

Χ., θυγατέρας των πρώτου και δεύτερης, αδελφής της τρίτης και μνηστής του τετάρτου τούτων, σε αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το περιγραφόμενο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και ο τρίτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το περιγραφόμενο Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τετάρτης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, αφού έκρινε ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των πρώτου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, αλλά και ότι στην πρόκληση αυτού συνετέλεσε και η θανατωθείσα πεζή με την αμελή συμπεριφορά της, καθότι παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 2696/1999, καθορίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας σε 50% για τους οδηγούς των ζημιογόνων οχημάτων και σε 50% για την πεζή.

Το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 29.11.2012 και περί ώρα 17:40 η Ν.

Χ., θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφή της τρίτης και μνηστή του τετάρτου εξ αυτών, βάδιζε επί του πεζοδρομίου της λεωφόρου Φυλής στα Άνω Λιόσια Αττικής, πλησίον του ρεύματος αυτής, που οδηγεί από Καματερό προς Φυλή, κατευθυνόμενη στην οικία του τετάρτου των εναγόντων, η οποία βρίσκεται στην οδό … αριθμ.

…, οδός, η οποία είναι … . Συγκεκριμένα, αυτή βάδιζε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ... της παραπάνω λεωφόρου και η πρόθεσή της ήταν να διασχίσει κάθετα την λεωφόρο Φυλής και να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, δηλαδή σ' αυτό πλησίον του ρεύματος που οδηγεί από Φυλή προς Καματερό, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία της προς τον προορισμό της.

Η Λεωφόρος Φυλής, στο ύψος, όπου ευρισκόταν η προαναφερόμενη, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το δε συνολικό πλάτος της οδού είναι 10,60 μ. και της λωρίδας κάθε ρεύματος 5,30 μ., μεταξύ των λωρίδων υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή και ο δρόμος εκτείνεται σε ευθεία, ενώ παρουσιάζει μικρής κλίσεως ανωφέρεια.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την από 29-11-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των επιληφθέντων αστυνομικών οργάνων του Τ.Τ. Νέας Ιωνίας, από την οποία επίσης αποδεικνύεται ότι κατά τον παραπάνω χρόνο το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω ισχυρής βροχόπτωσης, ήταν νύκτα, αλλά στο σημείο υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η κυκλοφορία των πεζών ήταν κανονική, των οχημάτων όμως ήταν πυκνή και η ορατότητα περιοριζόταν λόγω της ισχυρής βροχόπτωσης.

Επίσης, στο εν λόγω σημείο δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες, ούτε διάβαση πεζών και το όριο ταχύτητας στο ρεύμα της Λεωφόρου Φυλής προς Καματερό ρυθμίζεται με πινακίδα Ρ-32, όπου αναγράφει μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα 50 χιλ./ώρα, ενώ στο αντίθετο ρεύμα δίχως να υπάρχει σχετική πινακίδα όριο είναι το ίδιο, διότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, κατ' άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999.

Η προαναφερόμενη πεζή, προτιθέμενη, όπως αναφέρθηκε, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Λ. Φυλής, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, κρατώντας στο χέρι της μία ομπρέλα, λόγω της έντονης βροχόπτωσης και αφού διέσχισε το ρεύμα της λεωφόρου από Καματερό προς Φυλή, σταμάτησε επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων, που ήταν πυκνή, στο ρεύμα της λεωφόρου από Φυλή προς Καματερό και στη συνέχεια να διασχίσει και το υπόλοιπο οδόστρωμα και να ανέλθει στο πεζοδρόμιο, με κατεύθυνση την τέμνουσα τη Λ.

Φυλής οδό Διδώς Σωτηρίου. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, επί της Λ. Φυλής στο ρεύμα πορείας των οχημάτων από Καματερό προς Φυλή, δηλαδή επί της λωρίδας, που ήδη είχε διέλθει η πεζή.

Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε με το όχημά του δίπλα από την πεζή, η οποία εάν και είχαν περάσει 15 δευτερόλεπτα, παρέμενε επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, από έλλειψη προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν την αντιλήφθηκε εγκαίρως και με τον αριστερό καθρέφτη του οχήματός του χτύπησε αυτή.

Από τη σύγκρουση ο καθρέπτης του αυτοκινήτου του έσπασε και η πεζή επέπεσε στο οδόστρωμα του ρεύματος της λεωφόρου, που ήδη είχε διασχίσει. Την ίδια ώρα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης και ασφαλισμένο, κατά το χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων ευθύνη στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί του ίδιου ρεύματος της Λεωφόρου Φυλής, όπου εκινείτο και το προαναφερόμενο φορτηγό και επέπεσε και η πεζή.

Ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου λόγω έλλειψης της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την οδήγηση και μη έχοντας τεταμένη την προσοχή του δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή, που βρισκόταν επί του οδοστρώματος και έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα για τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι νύκτα, έντονη βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα και ενώ είχε περιθώρια να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό, δεδομένου ότι το συνολικό πλάτος του ρεύματος, που εκινείτο ήταν 5,30 μ., παρέσυρε αυτή με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του οχήματος του, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό της.

Ο τρίτος εναγόμενος, μετά από την καταπάτηση της πεζής έκανε οπισθοπορεία του οχήματός του, προκειμένου να απεγκλωβιστεί το σώμα αυτής και παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος, αναμένοντας τα όργανα της Τροχαίας, που ειδοποιήθηκαν ευθύς αμέσως από τους περίοικους. Αντίθετα, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, και γι' αυτό δεν σημειώθηκε η παρουσία του στην έκθεση αυτοψίας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και η εμπλοκή του στο ατύχημα, ενώ η ταυτότητα αυτού ανευρέθη μετά από έρευνες των επιληφθέντων αστυνομικών οργάνων.

Αμέσως, μετά από το ατύχημα η πεζή διακομίστηκε στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ", όπου και εξέπνευσε λίγη ώρα αργότερα, περί ώρα 19:00. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/30-11-2012 έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, αιτία θανάτου ήταν η βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη, η οποία ήταν συμβατή με το τροχαίο συμβάν. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται μετά βεβαιότητας από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που αποτελούν αποτύπωση του ένδικου ατυχήματος από τον ψηφιακό δίσκο του συστήματος καταγραφής εξωτερικής κάμερας, που υπάρχει επί της κείμενης στον οικοδομικό αριθμό ...

της Λεωφόρου Φυλής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και έχουν ληφθεί από το επιληφθέν του ατυχήματος Τ.Τ. Ν. Ιωνίας, μετά από εισαγγελική παραγγελία - επεξεργασία από το 8° Τμήμα Μεθοδικοτήτων - Φωτογραφικού της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών. Συγκεκριμένα, αν και οι εν λόγω φωτογραφίες δεν είναι ευκρινείς λόγω των επικρατουσών συνθηκών στον τόπο του ατυχήματος, καθόσον ήταν νύκτα με έντονη βροχόπτωση και ο φωτισμός ήταν τεχνητός, ωστόσο αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν και εκτιμηθούν σε συνάρτηση με την κατάθεση του μάρτυρα Φ.

Τ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος, κατά παρότρυνση των εναγόντων, παρακολούθησε το ένδικο περιστατικό, όπως αυτό κατεγράφη στον ψηφιακό δίσκο στο Αστυνομικό Τμήμα της Ν. Ιωνίας, δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση λόγω της οδύνης και του πένθους που βίωναν να παρακολουθήσουν αυτό.

Ο συγκεκριμένος μάρτυρας καταθέτει ότι είδε την θανούσα "να διασχίζει κάθετα τη Λ. Φυλής, να στέκεται στη διαχωριστική γραμμή, να περιμένει εκεί 15 δευτερόλεπτα, να εμφανίζεται ένα φορτηγάκι κινούμενο προς Φυλή, να την ακουμπάει ο καθρέπτης του, να τη ρίχνει κάτω και στη συνέχεια να έρχεται άλλο αμάξι, μετά από 5-6 δευτερόλεπτα και να την "παίρνει" από κάτω".

Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας προσθέτει ότι "ο οδηγός του φορτηγού δεν σταμάτησε, ώστε ο άλλος οδηγός να καταλάβαινε ότι κάτι είχε συμβεί". Από τις παραπάνω φωτογραφίες, στις οποίες έχει αποτυπωθεί και ο χρόνος λήψης από το σύστημα καταγραφής στον ψηφιακό δίσκο αποδεικνύεται ότι η θανούσα ώρα 17:40:30 διασχίζει το οδόστρωμα της Λεωφόρου Φυλής του ρεύματος προς Φυλή, ώρα 17:40:40 βρίσκεται στο μέσο του οδοστρώματος, προφανώς επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ώρα 17:40:45 εξακολουθεί και βρίσκεται στο μέσο του οδοστρώματος, ενώ έμπροσθεν αυτής, ήτοι στο ρεύμα προς Καματερό, διέρχεται ένα όχημα, το οποίο από τα χαρακτηριστικά του και το χρώμα του εμφαίνεται ότι είναι ταξί και όπισθεν αυτής κινείται το φορτηγάκι, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, το οποίο και την κτύπησε με τον αριστερό του καθρέπτη, δίχως καμία αμφιβολία περί αυτού και δίχως καμία εμπλοκή στο ατύχημα του διερχόμενου ταξί, αφού ο καθρέπτης του οχήματος του πρώτου εναγομένου ευρέθη "σπασμένος", και εξ αυτού του λόγου ώρα 17:40:46, ήτοι ένα δευτερόλεπτο μετά, η πεζή δεν διακρίνεται στη φωτογραφία, διότι είχε επιπέσει στο οδόστρωμα, ενώ ώρα 17:40:48 εμφανίζεται το όχημα που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται τόσο από την από 30-11-2012 έκθεση εξέτασης ως μάρτυρα του πρώτου εναγομένου Ε. Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΦΙΧ αυτοκινήτου όσο και από την από 30-11-2012 έκθεση εξέτασης ως κατηγορούμενου ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων του τρίτου εναγομένου.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος στην από 30-11-2012 έκθεση εξέτασής του ως μάρτυρα κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "Την 29-11-2012 έβαινα στην οδό Φυλής με κατεύθυνση από Καματερό προς Χασιά... Στον οικοδομικό αριθμό ... της ανωτέρω οδού άκουσα ξαφνικά ένα δυνατό χτύπημα στον αριστερό καθρέπτη, ο οποίος και έσπασε.

Αμέσως ακινητοποίησα το όχημά μου δεξιά της οδού και κατέβηκα να δω τι είχε συμβεί. Είδα μια πεζή πεσμένη στη μέση του ρεύματος προς Χασιά της οδού Φυλής και ένα όχημα που είχε ίδια κατεύθυνση με εμένα και βρισκόταν από πίσω να βρίσκεται πάνω στην πεζή καθώς και εν συνεχεία να κάνει οπισθοπορεία και να το ακινητοποιεί δεξιά...

μαζί με περαστικούς σκεπάσαμε την πεζή, τοποθετήσαμε κώνους και έκανα ρύθμιση της κυκλοφορίας. Παρέμεινα στο σημείο για περίπου 20-25 λεπτά και εν συνεχεία έπαθα κρίση πανικού με αποτέλεσμα να μην μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου, αποχώρησα για το εργοτάξιο Άνω Λιοσίων. . ". Από την κατάθεση αυτού αποδεικνύεται δίχως αμφιβολία ότι το όχημα του ανωτέρω οδηγού ήταν αυτό που αρχικά χτύπησε την πεζή με τον αριστερό καθρέπτη του και επιπλέον αποδεικνύεται η αμέλεια που επέδειξε κατά την οδήγηση του οχήματός του, καθόσον αναφέρει ότι άκουσε δυνατό χτύπημα στον αριστερό του καθρέπτη, ενώ δεν αναφέρει ότι αντιλήφθηκε την πεζή, την οποία μπορούσε και όφειλε να αντιληφθεί, δεδομένου ότι αυτή λόγω της έντονης βροχόπτωσης κρατούσε στο χέρι της πολύχρωμη ομπρέλα, που την καθιστούσε ευδιάκριτη, παρά τη μειωμένη ορατότητα του πρώτου εναγομένου λόγω της έντονης βροχόπτωσης και του τεχνητού φωτισμού.

Ο ισχυρισμός δε του πρώτου εναγομένου ότι εκινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας της Λ. Φυλής από Καματερό προς Φυλή, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τα ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες στο αγωγικό δικόγραφο, δηλαδή ότι αυτός εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κρίνεται αληθής, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Επίσης, και ο τρίτος εναγόμενος, μετά την προανακριτική του κατάθεση, στην οποία αναφέρει ότι δεν "μπόρεσε να αντιληφθεί και να καταλάβει με ποιόν τρόπο βρέθηκε η γυναίκα μπροστά στο όχημά του", στην συνέχεια, αφού και αυτός παρακολούθησε τις καταγεγραμμένες στον ψηφιακό δίσκο συνθήκες του ατυχήματος αναφέρει στην από 12-9-2014 αίτηση που απευθύνει προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ότι αυτός εκινείτο όπισθεν του φορτηγού και ότι συνεπώς τα δύο εμπλακέντα στο ατύχημα οχήματα εκινούνταν ομόρροπα.

Το μέρος όμως της κατάθεσης του πρώτου εναγομένου, που αναφέρει ότι ο ίδιος ακινητοποίησε το όχημά του είναι αναληθές, δεδομένου ότι αποδεικνύεται ότι αυτός αμέσως μετά το ατύχημα εγκατέλειψε τον τόπο αυτού. Οι καταθέσεις δε των μαρτύρων Γ. Φ. και Γ. Τ. κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, κατά τις οποίες αυτοί είδαν τον πρώτο εναγόμενο στον τόπο του ατυχήματος δεν κρίνονται πειστικές κατά το μέρος τους αυτό (ύπαρξη ή όχι του πρώτου εναγομένου στον τόπο του ατυχήματος).

Σύμφωνα με την από 29-11-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των επιληφθέντων αστυνομικών οργάνων του Τ.Τ. Νέας Ιωνίας μοναδική αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος είναι η Β. Σ.. Η συγκεκριμένη στην από 29-11-2012 προανακριτική κατάθεσή της, ληφθείσα από τα ως άνω αστυνομικά όργανα αμέσως μετά το ατύχημα, ήτοι ώρα 18:20, η οποία διατηρεί κατάστημα επί της Λεωφόρου Φυλής στον αριθμό ..., δηλαδή ακριβώς στον τόπο του ατυχήματος αναφέρει επί λέξει "ήμουν εντός του καταστήματός μου, στη Λεωφόρο Φυλής ..., όταν άκουσα δυνατό θόρυβο.

Μόλις γύρισα για να δω τι συνέβη, είδα επί της Φυλής μια γυναίκα εντός του οδοστρώματος αλλά στον αέρα και εν συνεχεία να πέφτει στο οδόστρωμα και συγκεκριμένα μπροστά σε διερχόμενο ΙΧΕ. Βγήκα έξω να βοηθήσω και κάλεσα η ίδια το ΕΚΑΒ, όπου προσήλθε εν συνεχεία και την παρέλαβε. Πιστεύω ότι το διερχόμενο ΙΧΕ δεν ευθύνεται για τον τραυματισμό της πεζής".

Επομένως, με βάση το παραπάνω περιεχόμενο της κατάθεσής της, η ως άνω μάρτυρας ουδέν αναφέρει για την πτώση του φορτηγού επί της πεζής και τούτο διότι βρισκόταν εντός του καταστήματός της, παρά μόνο κάνει αναφορά στο δυνατό θόρυβο που ακούστηκε και ήταν η αιτία να εξέλθει του καταστήματός της. Από την χρονική δε αυτή στιγμή και περαιτέρω, η περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος συμπίπτει με την περιγραφή που κάνει ο τρίτος εναγόμενος στην από 30-11-2012 έκθεση εξέτασης αυτού ως κατηγορούμενου ενώπιον των ίδιων ως άνω αστυνομικών οργάνων, ο οποίος επίσης επί λέξει αναφέρει "Περίπου στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ...

επί της Λ. Φυλής και ενώ έβρεχε αρκετά και υπήρχε περιορισμένη ορατότητα, αντιλήφθηκα εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του αυτοκινήτου μου μία γυναίκα ξαπλωμένη επί του οδοστρώματος. Η ταχύτητά μου εκείνη την ώρα ήταν μικρή, περίπου στα 40 χιλ/ώρα, ωστόσο ήταν τόσο ξαφνικό, που δεν πρόλαβα να αντιδράσω".

Ωστόσο, η μαρτυρία της ως άνω αυτόπτη μάρτυρα, η οποία, ανεξάρτητα ότι εξεταζόμενη ως μάρτυρας και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποδείχθηκε ότι γνώριζε τον τρίτο εναγόμενο και μάλιστα είναι κουμπάρος της, δεν κρίνεται πειστική, διότι έρχεται σε αντίθεση με τα καταγεγραμμένα γεγονότα στον προαναφερόμενο ψηφιακό δίσκο.

Ειδικότερα, από την αποτύπωση αυτού στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι όταν η πεζή δεν είναι πλέον ορατή σ' αυτές, διότι έχει επιπέσει στο οδόστρωμα από το πρώτο χτύπημα του φορτηγού, δεν καταφθάνει αμέσως το όχημα του τρίτου εναγομένου αλλά μεσολαβούν κάποια δευτερόλεπτα, οπότε και καταφθάνει το αυτοκίνητο αυτού και την καταπλακώνει.

Περαιτέρω, σημαντική κρίνεται η από 31-12-2012 προανακριτική κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα Γ. Τ., ο οποίος διατηρεί και αυτός κατάστημα στον τόπο του ατυχήματος και δη στον αριθμό ... της Λεωφόρου Φυλής, κατά το μέρος της που καταθέτει "άκουσα ένα θόρυβο έξω και αμέσως μετά φωνές και βγήκα για να δω τι συνέβη.

Μόλις βγαίνω διαπιστώνω μια κοπέλα ξαπλωμένη και χτυπημένη στην άσφαλτο στο ρεύμα προς Φυλή. Έμπροσθεν της υπήρχε ένα ΙΧΕ, το οποίο έκανε λίγο όπισθεν και εν συνεχεία σταμάτησε. Επίσης, κάποιος φώναζε "Δεν την είδα, δεν την είδα", αλλά δεν κατάλαβα ποιος". Από την τελευταία αυτή κατάθεση αλλά και απ' αυτήν της Β.

Σ. αποδεικνύεται η σφοδρότητα με την οποία το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα χτύπησε αρχικά τη μετέπειτα θανούσα, δεδομένου ότι και οι δύο μάρτυρες, ενώ ευρίσκονταν εντός των καταστημάτων τους βγήκαν έξω εξαιτίας του δυνατού θορύβου. Το άτομο δε που αναφέρει ο ως άνω μάρτυρας ότι φώναξε "δεν την είδα", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι ήταν ο τρίτος εναγόμενος, δεδομένου ότι ήταν ο μοναδικός εμπλακείς στο ατύχημα οδηγός, που παρέμεινε στον τόπο αυτού.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου και τρίτου των εναγομένων, αλλά ότι στην πρόκληση αυτού συνετέλεσε και η πεζή με την αμελή συμπεριφορά της. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 Ν. 2696/1999) αλλά αντίθετα οδηγούσε αμελώς, καταλαμβάνοντας το αριστερό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, αντί του δεξιού, όπως όφειλε και μπορούσε (άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2696/1999), δεδομένου ότι δεν τον εμπόδιζαν τα παρκαρισμένα στο δεξιό άκρο του δρόμου οχήματα, διότι αυτά βρίσκονταν έμπροσθεν του τόπου του ατυχήματος και ενώ ηδύνατο να αντιληφθεί την πεζή, που στεκόταν ακίνητη επί της διπλής διαγράμμισης, κρατώντας μάλιστα και πολύχρωμη ομπρέλα, δεν επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό, εάν και δεν εμποδιζόταν από άλλο όχημα και υπήρχε χώρος προς εκτέλεση τέτοιου (πλάτος λωρίδας 5,30 μ.) αλλά επέπεσε με τον αριστερό καθρέπτη του οχήματός του επ' αυτής με τις προπεριγραφόμενες συνέπειες, επίσης αυτός δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες αλλά ήταν αυξημένη, αποδεικνυόμενη από τον δυνατό θόρυβο που ακούστηκε από την πτώση του οχήματός του επί της πεζής.

Ο τρίτος εναγόμενος είναι υπαίτιος της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος, διότι και αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 Ν. 2696/1999) και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση αυτός από έλλειψη προσοχής κατά την οδήγηση δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή, που βρισκόταν επί του οδοστρώματος και έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα για τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι νύκτα, έντονη βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα και ενώ μπορούσε να προβεί είτε σε πέδηση είτε σε εκτέλεση αποφευκτικού ελιγμού, δεδομένου ότι το συνολικό πλάτος του ρεύματος, που εκινείτο ήταν 5,30 μ.

και είχε και τα χρονικά περιθώρια παρέσυρε αυτή με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του οχήματός του, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό της. Τέλος, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά της πεζής, καθότι αυτή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 38 Ν. 2696/1999 (κανόνες κυκλοφορίας πεζών) και συγκεκριμένα ενώ αυτή προτίθετο να διασχίσει κάθετα έναν πολυσύχναστο δρόμο, ο οποίος δεν διέθετε διαβάσεις πεζών, δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει.

Ειδικότερα, αυτή δεν ήλεγξε επιμελώς, εάν μπορούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Λ. Φυλής δίχως να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, αλλά αντίθετα κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, διέσχισε τη μία λωρίδα κυκλοφορίας και στη συνέχεια εγκλωβίστηκε επί 15 δευτερόλεπτα επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, αναμένοντας να ελευθερωθεί το οδόστρωμα της άλλης λωρίδας από οχήματα για να ολοκληρώσει την κίνησή της, ενώ αυτή όφειλε λαμβάνοντας υπόψη και τις αντίξοες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν να αναμένει επί του πεζοδρομίου, εωσότου διαπιστώσει ότι το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο από οχήματα, πράγμα το οποίο ήταν εφικτό, αφού η Λεωφόρος Φυλής στο επίδικο ύψος εκτείνεται σε ευθεία και να διασχίσει κάθετα αυτό δίχως βραδυπορία.

Αλλά και στη συνέχεια αφού κατέβηκε στο οδόστρωμα δεν ήλεγξε επιμελώς ότι δεν θα παρεμποδίσει την κίνηση των οχημάτων τόσο αυτών που διέρχονταν έμπροσθεν αυτής όσων και αυτών που εκινούνταν όπισθεν αυτής, εάν δε είχε προβεί σε τέτοιο έλεγχο θα είχε αντιληφθεί ότι το φορτηγό αυτοκίνητο εκινείτο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής και θα το είχε αποφύγει με βηματισμό προς τα εμπρός και μάλιστα μικρό βηματισμό, δεδομένου ότι το φορτηγό χτύπησε αυτή με τον καθρέπτη και όχι με τον κύριο όγκο του και δίχως η ίδια να εκτεθεί στον κίνδυνο των οχημάτων που εκινούνταν στο αντίθετο ρεύμα.

Το ποσοστό δε της συνυπαιτιότητας πρέπει να καθορισθεί σε 50% για τους οδηγούς των ζημιογόνων οχημάτων και σε 50% για την πεζή. Ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ισχυρίζονται ότι διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης του πρώτου εξ αυτών, δηλαδή της πτώσης επί της πεζής και του τελικού αποτελέσματος, δηλαδή του θανάτου αυτής, δεδομένου ότι κατά την πτώση της στο οδόστρωμα ήταν ακόμη ζωντανή και τον θάνατο αυτής επέφερε το κτύπημα από το όχημα του τρίτου εναγομένου, ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος και τούτο διότι στην επέλευση του αποτελέσματος, ήτοι του θανάσιμου τραυματισμού της πεζής συνέβαλαν οι διαδοχικές πράξεις των πρώτου και τρίτου των εναγομένων και συγκεκριμένα από τις προπεριγραφόμενες ενέργειες των παραπάνω οδηγών αποδεικνύεται ότι αυτές ήταν κρίσιμες, αλλά και πρόσφορες στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος και ήταν ικανές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσουν τη ζημία.......".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 του Α.Κ.

και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 38 παρ. 4 εδ. ε' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών αμφοτέρων των εμπλακέντων οχημάτων και της πεζής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Πλέον συγκεκριμένα, για τους οδηγούς αμφοτέρων των οχημάτων το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι οδηγούσαν χωρίς σύνεση και χωρίς να έχουν διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους στην οδήγηση του οχήματός τους, ότι δεν ασκούσαν τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός τους, ώστε να μπορούν σε κάθε στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς, κινούμενοι με ταχύτητα μεγαλύτερης εκείνης που έπρεπε σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα, έντονη βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα) επί πλέον δε: 1] για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου (διέλαβε) ότι:

α) κατελάμβανε το αριστερό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, αντί του δεξιού, όπως όφειλε και μπορούσε και β) αν και μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή, δεν επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό, παρά το ότι δεν εμποδιζόταν από άλλο όχημα και υπήρχε χώρος προς εκτέλεση ενός τέτοιου ελιγμού και 2] για τον τρίτο αναιρεσίβλητο, οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ. αυτοκινήτου, ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή που βρισκόταν επί του οδοστρώματος και ότι ενώ μπορούσε να προβεί σε πέδηση, είτε σε εκτέλεση αποφευκτικού ελιγμού, δεν το έπραξε. Περαιτέρω, όσον αφορά στην αμελή συμπεριφορά της πεζής και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της και της προκλήσεως του ατυχήματος, διέλαβε επίσης με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε η θανασίμως τραυματισθείσα πεζή στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις της προαναφερόμενης διατάξεως του ΚΟΚ, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι ότι αυτή προτιθέμενη να διασχίσει κάθετα ένα πολυσύχναστο δρόμο, ο οποίος δεν διέθετε διαβάσεις πεζών, δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ήτοι δεν ήλεγξε επιμελώς εάν μπορούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, δίχως να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, αλλά αντίθετα κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, διέσχισε την μία λωρίδα κυκλοφορίας και στην συνέχεια εγκλωβίστηκε επί 15 δευτερόλεπτα επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, αναμένοντας να ελευθερωθεί το οδόστρωμα της άλλης λωρίδας από οχήματα για να ολοκληρώσει την κίνησή της, ενώ αυτή όφειλε, λαμβάνοντας υπόψη και τις επικρατούσες αντίξοες καιρικές συνθήκες να αναμείνει επί του πεζοδρομίου, εωσότου διαπιστώσει ότι το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο από οχήματα, πράγμα το οποίο ήταν εφικτό, αφού η Λεωφόρος Φυλής στο επίδικο ύψος εκτείνεται σε ευθεία και να διασχίσει κάθετα αυτό δίχως βραδυπορία.

Αλλά και στην συνέχεια, αφού κατέβηκε στο οδόστρωμα δεν ήλεγξε επιμελώς ότι δεν θα παρεμποδίσει την κίνηση των οχημάτων τόσο αυτών που διέρχονταν έμπροσθεν αυτής όσον και αυτών που εκινούντο όπισθεν αυτής, εάν δε είχε προβεί σε τέτοιο έλεγχο θα είχε αντιληφθεί ότι το φορτηγό αυτοκίνητο εκινείτο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής και θα το είχε αποφύγει με βηματισμό προς τα εμπρός και μάλιστα μικρό βηματισμό, δεδομένου ότι το φορτηγό χτύπησε αυτήν με τον καθρέπτη και όχι με τον κύριο όγκο του και δίχως η ίδια να εκτεθεί στον κίνδυνο των οχημάτων που εκινούντο στο αντίθετο ρεύμα.

Οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες και συνακολούθως ο συναφής πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, πέραν βεβαίως της αοριστίας του κατά το μέρος που αφορά στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρεται ότι παραβιάστηκαν.

Επειδή από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

του Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από την συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα παραμόρφωσε το περιεχόμενο των φωτογραφιών, τις οποίες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις τους προς ανταπόδειξη του ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας της πεζής, με την έννοια ότι από εσφαλμένη ανάγνωση των φωτογραφιών αυτών δέχθηκε ως περιεχόμενο κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, με αποτέλεσμα, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ' αυτές να καταλήξει στην δυσμενή γι' αυτούς κρίση ότι στο ατύχημα συνέτρεξε και αμελής συμπεριφορά της πεζής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ' όσον το Εφετείο στην κρίση του για την αμελή συμπεριφορά της πεζής δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις επίμαχες φωτογραφίες, αλλά μετά από συνεκτίμησή τους με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολογήσεως αποδεικτικά μέσα.

Πλέον του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Περαιτέρω με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Ενόψει τούτων δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες προκλήσεως της ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα στην περίπτωση επιδικάσεως στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αριθμ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, σε σχέση με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα: ".....η θανούσα, η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 37 ετών, ήταν θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφή της τρίτης και μνηστή του τέταρτου με πρόθεση την τέλεση γάμου.

Η θανούσα ήταν υγιής, εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στο δημοσιογραφικό όμιλο … και ζούσε αρμονικά στην οικογενειακή οικία με τους ενάγοντες γονείς της. Όλοι οι ανωτέρω ενάγοντες συνδέονταν μαζί της με αμοιβαία αγάπη και στενούς ψυχικούς δεσμούς και δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και πόνο από το απροσδόκητο και τραγικό θάνατο της.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, την συνυπαιτιότητα της θανούσας στην πρόκληση του ατυχήματος, την ηλικία της θανούσας και των δικαιούχων συγγενών της, τις εν γένει συνθήκες του βίου της, τόσο ατομικώς όσο και σε σχέση με τους ενάγοντες, καθώς επίσης, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, μη λαμβανομένης υπόψη της δεύτερης και πέμπτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, η ευθύνη των οποίων είναι εγγυητική.......

αλλά και την έντονη ψυχική οδύνη που υπέστησαν αυτοί από τον αδόκητο θάνατο της Ν. Χ. ανάλογα και με το βαθμό της συγγένειας που τους συνέδεε, κρίνει ότι για την άμβλυνση αυτών και την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία καθορίζεται για τους μεν τους δύο πρώτους ενάγοντες γονείς της σε 50.000 ευρώ για έκαστο, για την τρίτη ενάγουσα αδελφή της σε 35.000 ευρώ και για τον μνηστήρα της σε 15.000 ευρώ, ποσά τα οποία, μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 Α.Κ.)".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στα παραπάνω πρόσωπα, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους Ν.

Χ., τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατά τους αναιρεσείοντες, δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος). Κατά την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δικ. με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ενστάσεως) του εναγομένου, την απόφαση δε αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιό της μεταβιβάζονται με την άσκηση της εφέσεως στο Εφετείο αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή όσον και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο ενάγων με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δικ.

Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος με την άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή, μόνο με λόγο εφέσεως ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του.

Εξάλλου, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως και συνεπώς η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της πρωτόδικης 1733/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη από 10.12.2013 αγωγή των αναιρεσειόντων, οικείων της θανασίμως τραυματισθείσας Ν. Χ. και αναγνωρίστηκε ότι οι δι' αυτής εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι οφείλουν να καταβάλουν σ' αυτούς, έκαστος εις ολόκληρον, στον μεν πρώτο το ποσό των 2.371 ευρώ για δαπάνες κηδείας και κατασκευής τάφου και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και στους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο εξ αυτών τα ποσά των 100.000, 70.000 και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν τις από 29.8.2014, 10.9.2014, 13.6.2014 και 20.9.2014 εφέσεις.

Πλέον ειδικότερα και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι εκ των εναγομένων και ήδη τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Κ. Τ. και Φ. συζ. Σ. Τ. άσκησαν: α) από κοινού με την πέμπτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... PLC", την από 13.6.2014 και με αριθμό καταθέσεως …/2014 έφεση, που υπογράφεται από την δικηγόρο Μέτα Αντωνίου, με την οποία διετύπωναν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικώς με τα κεφάλαια της υπαιτιότητας, της απορρίψεως της προβληθείσας πρωτοδίκως ένστασεώς τους περί συνυπαιτιότητας της πεζής και το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης και β) αυτοτελώς, την από 10.9.2014 και με αριθμό καταθέσεως …/2014 δεύτερη έφεση, που υπογράφεται από τον δικηγόρο Ιωάννη Θεοδοσίου, με την οποία, αφενός μεν παραιτούνται του δικογράφου της πρώτης ως άνω εφέσεως, αφετέρου δε πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση μόνον για το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς να διατυπώνουν παράπονα για την απόρριψη της προβληθείσας από αυτούς πρωτοδίκως ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας της πεζής και για το πρωτοδίκως γενόμενο δεκτό αγωγικό κονδύλιο, ύψους 2.371 ευρώ, που αφορούσε στις δαπάνες για την κηδεία και την κατασκευή τάφου, ενώ ούτε στις έγγραφες από 23.2.2015 προτάσεις τους διέλαβαν συναφείς προσθέτους λόγους εφέσεως (άρθρο 674 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε, ερευνώντας τους συναφείς με την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας της πεζής λόγους των εφέσεων των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι, εφόσον πρόκειται για ευθύνη από αδικοπραξία (ζημίες από αυτοκίνητα) τυγχάνουν απλοί ομόδικοι των τρίτου και τετάρτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και συνεπώς η εκ μέρους των πρώτων υποβολή των προαναφερομένων λόγων εφέσεως δεν ωφελούν τους δεύτερους (άρθρο 75 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) έκρινε, με τις προεκτεθείσες, κατά την έρευνα του πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, παραδοχές του ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε και η πεζή με την αμελή συμπεριφορά της, καθόρισε δε το ανελέγκτως το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτής σε ποσοστό 50%.

Στην συνέχεια όμως και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση και την εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, μείωσε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 300 του Α.Κ. και ως προς τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, παρότι, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοί δεν είχαν πλήξει την εκκαλουμένη με συναφείς λόγους εφέσεως ή προσθέτους λόγους, τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά της αποζημιώσεως κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της πεζής, έλαβε δε τούτο (ποσοστό συνυπαιτιότητας) υπόψη και για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης από τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους (τρίτο και τέταρτη) στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, συνακολούθως δε αναγνώρισε ότι και οι ως άνω τρίτος και τέταρτη αναιρεσίβλητοι οφείλουν, έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 1.185,50 ευρώ (1801+570=2.371:50%) για δαπάνες κηδείας και κατασκευής τάφου και το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και στους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων τα ποσά των 50.000, 35.000 και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Έτσι όμως το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., αφού έλαβε υπόψη τους λόγο εφέσεως, ήτοι "πράγμα" που δεν είχε προταθεί από τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, παρότι μάλιστα τούτο είχε επισημανθεί από τους αναιρεσείοντες με τις νομίμως κατατεθείσες, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, από 16.2.2015 έγγραφες προτάσεις τους και, κατά συνέπειαν, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τους πρώτο, δεύτερη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων και να γίνει δεκτή αυτή ως προς τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που αφορά στην ένσταση συνυπαιτιότητας της πεζής και τα συναφή με τους διαδίκους αυτούς θέματα (έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου και ύψος χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων δεύτερης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων η δεύτερη κατέθεσε προτάσεις, όχι όμως και η πέμπτη και οι οποίες παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, που ερημοδίκησε δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθ' όσον δεν υποβλήθηκε σ' αυτά, ούτε βέβαια υπέβαλε σχετικό αίτημα.

Επίσης, οι τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στην ανάλογη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, οι οποίοι υποβλήθηκαν μεν σε ολόκληρη την δικαστική δαπάνη, η οποία όμως κατά το ένα μέρος της αντιστοιχούσε στους πρώτο, δεύτερη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους ηττήθηκε (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, λόγω της μερικής νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.11.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2017 αίτηση για αναίρεση της 3537/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο, δεύτερη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων δεύτερης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για την δεύτερη τούτων και στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ για την πέμπτη εξ αυτών.

Αναιρεί την 3537/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων στην ανάλογη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων εκ χιλίων εκατόν πενήντα (1.150) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ