Legislator Case Law & Legislation
1756/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil defamation case regarding evidence distortion and weight of documents.

Case Number 1756/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a civil defamation suit. The appellant argued that the lower court distorted a police report and improperly assigned evidentiary weight to it, violating specific procedural articles. The court rejected these claims, ruling that the document was evaluated alongside other evidence without excluding its significance for the truth of the proven facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340 and 559 of the Code of Civil Procedure; The court's free evaluation of evidence does not constitute a violation of law merely by assigning greater weight to one document over others, provided the document is not excluded from the overall assessment of the truth.

Keywords

AI generated
civil defamation free evaluation of evidence distortion of documents weight of evidence Code of Civil Procedure appeal dismissal personal rights

Cited Legislation

AI generated
Article 25 of the Constitution
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 130/12
AP 437/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1756 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1756/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Ν. του Δ. χήρας Σ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανουσάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ ΤV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Αττική και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυριακού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4423/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 502/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2012 αίτησή της και με τους από 1-10-2013 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η 502/12 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 68ι Δ' ΚΠολΔ, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της από 23/9/10 εφέσεως της εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης εξαφάνισε, ως προς αυτήν, την 4423/10 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δικάζοντας επί της από 25/2/08 αγωγής της αναιρεσείουσας, δέχτηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, για χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητας της κατά αδικοπρακτικό τρόπο.

Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάσταση του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι απoδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι κατ' αρχήν ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί. Η εν λόγω δε αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο η ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή έννοια, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Ολ.ΑΠ 6/2009, 27/2008).

Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται και η παρεχόμενη από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει, κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων.

Στα πλαίσια της εξουσίας του αυτής ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει τόσο τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως όσο και το ελάχιστο ποσό στο οποίο αποτιμάται η προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του αδικηθέντος. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/1981, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 10 εδ.

β' του ν. 2328/1995, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος για δυσφημιστικές και εξυβριστικές πράξεις που τελέστηκαν από τηλεοπτικούς σταθμούς καθορίζεται σε εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμές προκειμένου για σταθμούς εθνικής εμβέλειας και σε τριάντα εκατομμύρια (30.000.000) δραχμές προκειμένου για σταθμούς τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό.

Ο καθορισμός με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες, λόγω της δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπολήψεως τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωση της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου.

Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση με την ως άνω διάταξη μόνο του στοιχείου της εθνικής εμβέλειας του τηλεοπτικού σταθμού για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 100.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, ακόμη και με την χωρική ευρύτητα που επάγεται η διάδοση αυτών μέσω τηλεοπτικού σταθμού εθνικής εμβέλειας, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε.

Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη ως αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη και η εφαρμογή της από το δικαστήριο της ουσίας, με τον προσδιορισμό του καθοριζόμενου από αυτήν ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι ως εύλογη κατά την κρίση του, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτού, το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δε δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού, ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (βλ. ΟλΑΠ 6/11).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε, ότι στο βραδινό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού "ANTENNA", ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, που παρουσίασε η δημοσιογράφος Έ. Σ., προβλήθηκε βίντεο με εικόνες από το αναφερόμενο σ' αυτήν συμβάν (έξωση αναιρεσείουσας από μισθωμένη μονοκατοικία με βάση την 10734/02 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), με εικόνα και του προσώπου της αναιρεσείουσας, χωρίς επικάλυψη του με τεχνικά μέσα, ενώ παράλληλα η ως άνω δημοσιογράφος κατά την παρουσίαση του βίντεο χαρακτήρισε την αναιρεσείουσα "ρακοσυλλέκτρια".

Ότι η δημόσια προβολή της εικόνας της αναιρεσείουσας, χωρίς τη συναίνεση της, αποτελεί, καθαυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνας και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας της. Ότι επιπροσθέτως στην προκείμενη περίπτωση εμφανίστηκε το πρόσωπο της αναιρεσείουσας κάτω από συνθήκες που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής της ζωής, με παρουσίαση στοιχείων της, που μειώνουν την υπόληψη της, αφού παράλληλα με την εμφάνιση του προσώπου της, την χαρακτήρισαν και "ρακοσυλλέκτρια", γεγονός που δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις και αρνητικό κλίμα σε βάρος της, το δε παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας αντιστοιχεί στην αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης.

Ακολούθως, το Εφετείο, μετά την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσίβλητης ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (που είχε επαναφερθεί με την έφεση της), λαμβάνοντας υπόψη, σύμφωνα με τις παραδοχές του, το είδος και την έκταση της προσβολής, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε η άδικη πράξη, τη βαρύτητα του πταίσματος και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως της παθούσας (αναιρεσείουσας), προσδιόρισε την επιδικαστέα σ' αυτήν εύλογη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 20.000 ευρώ, αφού προηγουμένως, υιοθετώντας τις πιο πάνω νομικές σκέψεις της 6/11 αποφάσεως της Ολομέλειας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/81, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 10 εδ.

β' του ν. 2328/95, με τον προσδιορισμό του καθοριζόμενου από αυτήν ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης, όχι ως εύλογης κατά την κρίση του δικαστηρίου, αλλά ως δεσμευόμενου του δικαστηρίου από την εν λόγω διάταξη, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Με το να δεχτεί τα παραπάνω το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/81, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 10 εδ.

β' του ν. 2328/95, που δεν ήταν εφαρμοστέα, ως αντισυνταγματική, κατά το μέρος που με αυτήν καθορίζεται ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως και κατ' επέκταση, εκ του λόγου τούτου, ούτε εκείνες των άρθρων 57, 59, 932 ΑΚ, 1 παρ. 2, 2 παρ. 1, 4, 7 παρ.2, 15 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Συνεπώς, οι 1ος και ο 2ος λόγοι της αιτήσεως, καθώς και οι 1ος και 2ος πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος τους με το οποίο, υπό την επίκληση της υπάρξεως νομικής δεσμεύσεως του δικαστηρίου προς καθορισμό του ανωτέρω ελαχίστου ορίου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ευθεία παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Ωσαύτως, με τον 1° λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο επιδικάζοντας της χρηματική ικανοποίηση δυσαναλόγως μικρή σε σχέση με την βαρύτητα της προσβολής της προσωπικότητας της και της αξίας της ως ανθρώπου, υπερέβη τα ακραία όρια της σχετικής διακριτικής του ευχέρειας. Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του, τυγχάνει αβάσιμος. Τούτο, διότι το Εφετείο, με την επίμαχη κρίση του (ύστερα από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων), δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι ασυνήθιστα μικρότερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατά την άποψη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του, έπρεπε να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, η δε προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της (Ολ.ΑΠ 6/2009).

Με τον 2° πρόσθετο λόγο, αποδίδεται, επίσης, στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με την διαλαμβανόμενη σ' αυτήν παραδοχή ότι: "Η προσβολή όμως της προσωπικότητας της εκκαλούσας-ενάγουσας όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν κρίνεται κατώτερη από το όφελος που μπορεί να αποκομίσει το κοινωνικό σύνολο. Ειδικότερα, η πληροφόρηση του κοινού για την ύπαρξη εστίας μόλυνσης επικίνδυνης για τη δημόσια υγεία, πλήρως ικανοποιούνταν χωρίς την προβολή της εκκαλούσας-ενάγουσας και του χαρακτηρισμού αυτής ως ρακοσυλλέκτριας". Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί, διότι προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον και στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι συνιστά, από άποψη έννομης επιρροής στο διατακτικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, παραδοχή σε βάρος της ενάγουσας-αναιρεσείουσας. Αντιθέτως, όμως, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην επίμαχη αυτή παραδοχή στηρίχτηκε το Εφετείο για να απορρίψει την ένστασης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης από το άρθρο 367 παρ. 1γ' ΠΚ, ότι δηλαδή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Η αναιρεσείουσα, με την ένδικη αγωγή της, προς στοιχειοθέτηση της αξίωσης της, μεταξύ άλλων και κατά της αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, ισχυρίστηκε ότι κατά την επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή προβλήθηκε βίντεο με εικόνες από τη διαδικασία εξώσεώς της, καθώς και εικόνα του προσώπου της, χωρίς απόκρυψη και οι εναγόμενοι για να πλήξουν καίρια την τιμή και την υπόληψη της, να προσβάλουν την προσωπικότητα της και την αξία της, ως ανθρώπου, τη χαρακτήρισαν συκοφαντικώς ως "ρακοσυλλέκτρια", προσβάλλοντας την παράνομα στην προσωπικότητα της κατά παράβαση των άρθρων 57, 914 επ. ΑΚ, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Συντάγματος, του ν. 2328/95 και του ν. 1117/81. Τα παραπάνω περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετούσαν την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, η τελευταία απαραδέκτως, με μέρος του 1ου πρόσθετου λόγου και μέρος (αρ.1) του 3ου πρόσθετου λόγου, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχτεί ότι στοιχειοθετείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και όχι εκείνη της απλής δυσφήμησης, όπως αυτό δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του. Με το υπόλοιπο μέρος του 2ου λόγου της αιτήσεως, καθώς και με το πρώτο σκέλος του 4ου πρόσθετου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση ότι κατά παράβαση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος δεν είναι επαρκώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, διότι δεν εξειδικεύει για ποιους λόγους θα πρέπει στη συγκεκριμένη υπόθεση να κηρυχθεί ο ν. 1178/81 αντισυνταγματικός. Οι λόγοι αυτοί, κατά το παραπάνω μέρος τους, με τον οποίο επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως ειδικότερης εκδήλωσης της υποχρέωσης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι η ανωτέρω πλημμέλεια ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση μόνο ως προς την επί της ουσίας κρίση του, δηλαδή στην έλλειψη διατύπωσης των αναγκαίων περιστατικών για την εφαρμογή του νόμου (ελάσσων πρόταση δικανικού συλλογισμού), περί της οποίας δεν πρόκειται.

Με το υπόλοιπο μέρος του 4ου πρόσθετου λόγου και το δεύτερο σκέλος του 5ου πρόσθετου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά αιτιολογίες ανεπαρκείς, αναφορικά με τα κατά την αναιρεσείουσα κρίσιμα ζητήματα της ύπαρξης αγανακτισμένων περιοίκων κατά το επίμαχο συμβάν, καθώς και της ύπαρξης κινδύνου για τη δημόσια υγεία που καθόριζαν το ωφέλιμο ή μη της πληροφόρησης στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη με την επίμαχη εκπομπή. Όμως, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης, τα εν λόγω περιστατικά προβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη, προς στοιχειοθέτηση του κατ' ένσταση ισχυρισμού της από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, ότι ενήργησε, δηλαδή, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, η αναιρεσείουσα αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον μέμφεται την απόφαση, με τις παραπάνω αιτιάσεις, προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ• 19 ΚΠολΔ, καθώς και των πλημμελειών του άρθρου 559 αρ. 10, 11 και 13 ΚΠολΔ, που προβάλλονται με μέρος του 3ου πρόσθετου λόγου (αρ. 2, 3, 4).

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/12).

Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική δύναμη, που δεν είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρότι είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 437/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση με μέρος (αρ. 5) του 3ου πρόσθετου λόγου και το πρώτο σκέλος του 5ου πρόσθετου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 1019/26/193-α/ΑΜ 31239/21 Σεπτ. 2010 εγγράφου του Αστυνομικού Τμήματος Καλαμαριάς, στο οποίο δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε επεισόδιο ή συμβάν που να αφορά τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία, ούτε σε ύπαρξη περιοίκων που να διαμαρτύρονται και να διαπληκτίζονται με την αναιρεσείουσα, αλλά και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με το εν λόγω έγγραφο υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ.

Όμως, ανεξάρτητα από όσα ήδη αναφέρθηκαν σχετικά με την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσίβλητης από το άρθρο 367 ΠΚ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό της πόρισμα και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη με τους παραπάνω λόγους αναιρετική πλημμέλεια, ούτε εκείνη του αρ. 12 του ίδιου άρθρου.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3/7/2012 αίτηση της Σ. Ν. και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 502/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ