Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of proper grounds against non-appealable defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the second and third respondents, while rejecting all grounds regarding the first respondent. The appellant challenged a second-instance judgment on a greenhouse sales dispute, arguing for contractual liability and procedural errors. The court ruled the appeal inadmissible against the other parties because they were not direct opponents in the appealable second-instance proceedings, and the grounds against the first respondent were deemed inadmissible for failing to reiterate the original claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(11), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a second-instance judgment is inadmissible if it targets parties who were not direct opponents in that instance, and grounds are inadmissible if they do not reiterate the substantive claim or rely on facts not raised in the appealable instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1756 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1756/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Στεργιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Μ. του Φ., κατοίκου ... 2. Κ. Σ. του Λ. κατοίκου ... και 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΒΙΟΦΥΛ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. οι δε 2ος δεν παραστάθηκε και η 3η δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-10-2005 και 2-10-2007 αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή αντίστοιχα του ήδη παραστάντων διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 276/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-10-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 1-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτη της κρινόμενης αίτησης καθό μέρος στρέφεται κατά των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσίβλητων και να απορριφθούν ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο όλοι οι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 276/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 31-3-2008 έφεση, που είχε ασκήσει ο εδώ αναιρεσείων κατά της 102/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Με αυτή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 20-10-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου από την πώληση ειδών θερμοκηπίου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της, καθό μέρος στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, εφόσον αυτός ήταν ο μόνος αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Αντιθέτως, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, οι οποίοι ήσαν αντίδικοι του πρώτου αναιρεσίβλητου στην έφεση που άσκησε ο τελευταίος κατά της αυτής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπό την αίρεση ευδοκιμήσεως της κυρίας εφέσεως, η κρινόμενη αίτηση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας κενό στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των μερών, προσέφυγε μεν σ' αυτούς, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό το πρίσμα των οποίων αναζητείται και η αληθινή βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις.
Κενό υφίσταται όταν τα μέρη άφησαν κάποιο σημείο αρρύθμιστο, το οποίο όμως πρέπει να ρυθμισθεί για να επιτευχθεί ο σκοπός της δικαιοπραξίας. Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων είναι η διαπίστωση κενού από το δικαστήριο της ουσίας στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών, και κατά συνέπεια δεν εφαρμόζονται όταν οι αξιώσεις του ενάγοντος στηρίζονται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, έστω και αν αφορμή για τη συμπεριφορά αυτή είναι συμβατική σχέση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο συνάψεως της πωλήσεως και μέχρι την παράδοση του πωληθέντος πράγματος δεν γνώριζε ότι το πωλούμενο δεν είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες και δεν απέκρυψε τούτο δολίως, ερμήνευσε την υποκειμενική του βούληση, χωρίς να λάβει υπόψη της τις διατάξεις του άρθρου 200 ΑΚ, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο έκρινε τις αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ενόψει των αιτημάτων της αγωγής, ότι αυτή στηρίζεται στην επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και όχι στη μεταξύ τους συμβατική σχέση από την πώληση ειδών θερμοκηπίου, και κατά συνέπεια δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Το καθιερούμενο από τη διάταξη αυτή ειδικό απαράδεκτο των λόγων αναιρέσεως είναι απόρροια της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που έλαβε ή όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής. Η λειτουργία της διατάξεως αυτής εξαρτάται κάθε φορά, από το εάν ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος.
Αν αναιρεσείων είναι ο εκκαλών και η έφεσή του απορρίφθηκε δεν μπορεί να στηρίξει λόγο αναιρέσεως σε ισχυρισμό που δεν επαναφέρθηκε με την έφεση. Αν, αντιθέτως, αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος, πρέπει να έχει επαναφέρει τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί επί των ισχυρισμών αυτών να στηρίξει λόγο αναιρέσεως.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, και ειδικότερα: α) της από 20-10-2005 αγωγής του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, β) της 102/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και γ) της από 31-3-2008 εφέσεως του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος επεκαλείτο στην αγωγή τόσο συμβατική όσο και εξωσυμβατική ευθύνη του εναγομένου - αναιρεσίβλητου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όμως εκτίμησε ότι η αγωγή του στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών και έκρινε ότι από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι διάδικοι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο σύναψης της πώλησης και μέχρι την παράδοση του ως άνω πλαστικού σ' αυτόν αγνοούσε ότι το πωλούμενο δεν είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες, πολύ δε περισσότερο δεν το απέκρυψε δολίως από τον αγοραστή, αν και γνώριζε την έλλειψη αυτή, και απέρριψε κατόπιν αυτού την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ωστόσο, με τους λόγους της εφέσεώς του κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων παραπονείται μόνο για την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου - εφεσιβλήτου, και ειδικότερα για τη γνώση αυτού ως προς την έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων του πωληθέντος, όχι όμως και για την ύπαρξη αντικειμενικής ευθύνης του με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως.
Εφόσον λοιπόν ο αναιρεσείων δεν επανέφερε με λόγο εφέσεως τον αγωγικό ισχυρισμό του περί συμβατικής ευθύνης του εναγομένου - αναιρεσίβλητου για την έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων του πράγματος, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που πρότεινε και τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το προϊόν που αγόρασε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο δεν είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες, και συγκεκριμένα δεν ήταν κατάλληλο για την επικάλυψη φυντανιών και την αποτροπή αναπτύξεως υψηλών θερμοκρασιών στο εσωτερικό του θερμοκηπίου, αλλά αντιθέτως αυτό ήταν κατάλληλο για την επικάλυψη του εδάφους, ώστε να μη αναπτύσσονται ζιζάνια, περιστατικά τα οποία και ο ίδιος ο πρώτος αναιρεσίβλητος παραδέχθηκε και για τα οποία διαμαρτυρήθηκε σχετικά στον εμπορικό αντιπρόσωπο της προμηθεύτριας εταιρείας και στην ίδια την εταιρεία που του πώλησε το εν λόγω προϊόν, τυγχάνει, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, απαράδεκτος.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στην αίτηση, "αιτιολογεί ανεπαρκώς αν κατά την πώληση πραγμάτων κατά γένος ορισμένων υποχρεούται ο πωλητής να αποζημιώσει τον αγοραστή για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως, εφόσον κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, δηλαδή κατά την παράδοση του πράγματος που πωλήθηκε, λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα, άσχετα αν ο πωλητής απέκρυψε με δόλο το υφιστάμενο πραγματικό ελάττωμα του πράγματος", και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο στήριξε τη δικαιοδοτική του κρίση στην ευθύνη από τη σύμβαση πωλήσεως, ενώ όπως εκτέθηκε και παραπάνω, κατά την αντίκρουση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτίμησε ότι η αγωγή στηρίζεται αποκλειστικά στην επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, γιατί χάνει τη δίκη (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2011 αίτηση του Φ. Α. Μ. για αναίρεση της 276/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ