1756/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1756/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν ενδιαφέρει, αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον ούτε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 282/2010, 373/2008, 441/2004, 898/2000).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1756 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1756/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κεραμοποιία Αδελφοί Α. Α. Α.Ε." με έδρα την Καλαμάτα Μεσσηνίας, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δρόσο.
Των αναιρεσίβλητων:1.Ε. Χ. του Ι., o οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Τσικουρά, 2.Ν. Χ. του Ι. και 3. Κ. Χ. του Ι., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης Α. συζ. Ε. Χ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Τσικουρά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.7.2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4286/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1962/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21.7.2010 αίτησή της και των από 3-10-2011 προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους προσθέτους λόγους της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως, έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 και επ. Α.Κ.), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής.
Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και πρέπει να προξενείται από την απάτη (ΑΠ 325/2009, 491/2008).
Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις συνεπώς η απάτη αντιμετωπίζεται με το δίκαιο του Αστικού Κώδικα υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξ αιτίας της οποίας ελαττωματικότητας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσης του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία δημιουργεί υποχρέωση του προς αποζημίωση του απατηθέντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., ανεξαρτήτως αν η απάτη αυτή αποτελεί και ποινικό αδίκημα.
Δεν ενδιαφέρει, αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον ούτε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 282/2010, 373/2008, 441/2004, 898/2000).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλον υπαιτίως (Ολ.ΑΠ 967/1973).
Προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση) για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή (για το ποσό των 23.520 ευρώ) η αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Α. Χ. (στη θέση της οποίας υπεισήλθαν ως καθολικοί διάδοχοι οι αναιρεσίβλητοι), ως προς την ενδιαφέρουσα την κρινόμενη υπόθεση βάση της αγωγής από αδικοπραξία (απάτη σε σύμβαση πωλήσεως ως προς τη συμφωνημένη ιδιότητα των πωληθέντων πραγμάτων), το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ιδιοκτήτρια νεόδμητης οικοδομής (κατοικίας) στη διασταύρωση των οδών ...
και ... αριθ. 1, στην ..., τον Αύγουστο του έτους 2000, ενδιαφερόταν να αγοράσει κεραμίδια για την κάλυψη της ξύλινης στέγης (κεραμοσκεπή) της κατοικίας της. Ειδικότερα, η ενάγουσα, ενημερώθηκε από τις διαφημιστικές καταχωρήσεις της εναγομένης στο επαγγελματικό περιοδικό με τον τίτλο "Χρυσός Οδηγός" εκείνης της χρονικής περιόδου, και δη στη χρονικώς πρώτη τούτων, όπου αναφερόταν ότι η εναγομένη "είναι Κεραμοποϊία από το έτος 1925, διαθέτει κεραμίδια ρωμαϊκά και τούβλα όλων των τύπων και διαστάσεων, τα οποία παραδίδει με γερανούς στο έργο και διαθέτει "Quality Assured Firm ISO 9001 SGS" ενώ στη χρονικώς δεύτερη καταχώρηση αναφερόταν ότι "είναι Κεραμοποϊία από το έτος 1925, διαθέτει κεραμίδια ρωμαϊκά και τούβλα όλων των τύπων και διαστάσεων, τα οποία παραδίδει με γερανούς στο έργο, προβαίνει σε εργαστηριακό έλεγχο ποιότητας σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα ΕΝ και διαθέτει "Quality Assured Firm ISO 9001 SGS" και με βάση τις πληροφορίες αυτές προσήλθε στο υποκατάστημα της εναγομένης στην ..., όπου ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας αυτής της παρέστησε ότι τα υπό της εναγομένης πωλούμενα προϊόντα (κεραμίδια, κορφιάδες κλπ) ήσαν αρίστης ποιότητας, ανθεκτικά (σε κυρτότητα, στρέβλωση, κάμψη, υδατοπερατότητα κλπ), ήσαν κατάλληλα για χρήση σε εξωτερικό χώρο και ανταποκρίνονταν άκρως ικανοποιητικά σε περίπτωση πυρκαγιάς χωρίς να συμβάλουν σ' αυτήν.
Σχετικά δε με τις διαβεβαιώσεις αυτές χορήγησε στην ενάγουσα και το από 15-2-1999 δελτίο τεχνικών προδιαγραφών κεραμιδιών, στο οποίο αναφέρονταν λεπτομερέστερα τα παραπάνω καθώς και ότι η εναγομένη διαθέτει εργαστήριο ποιοτικού ελέγχου και διασφάλισης ποιότητας κατά το ISO 9001 και ευρίσκεται σε συνεχή συνεργασία με το Ινστιτούτο ΕΚΕΠΥ Α.Ε.
Με βάση τις παραστάσεις αυτές, αναφορικά με την άριστη ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, η ενάγουσα κατήρτισε με την εναγομένη σύμβαση πωλήσεως δυνάμει της οποίας η τελευταία της πώλησε και παρέδωσε, στις 30-8-2000, 1720 τεμάχια "ρωμαϊκών κεράμων" και 125 τεμάχια "κορφιάδες" αντί συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 209.037 δραχμών ή 613,46 ευρώ, για τα οποία εκδόθηκε από την εναγομένη το υπ' αριθ 00340/30-8-2000 δελτίο αποστολής -απόδειξη λιανικής πωλήσεως, το τίμημα δε εξοφλήθηκε ολοσχερώς, εκδοθείσας, από την εναγομένη, και της υπ' αριθ. 0429/27-9-2000 απόδειξης είσπραξης μετρητών.
Ας σημειωθεί ότι σχετικά με τα παραπάνω δεν υπάρχει αμφισβήτηση από την εναγομένη. Τα προαναφερόμενα κεραμίδια τοποθετήθηκαν άμεσα στην ξύλινη στέγη της νεόδμητης οικοδομής της ενάγουσας. Στη συνέχεια, και κατά τους χειμερινούς μήνες του έτους 2000 - 2001, ήτοι λίγους μήνες από την επίμαχη πώληση, τα κεραμίδια άρχισαν να εμφανίζουν πραγματικά ελαττώματα και δη εμφάνισαν "πεταλίδες" μεγέθους 1-3 εκατοστών, γεγονός που η ενάγουσα αρχικά υποτίμησε, στη διάρκεια όμως των επομένων χειμερινών μηνών του έτους 2001 - 2002 τα ίδια κεραμίδια άρχισαν να παρουσιάζουν ρωγμές στην επίπεδη επιφάνεια τους και "ανοίγματα στα δύο" από τις κάθετες επιφάνειες.
Τότε η ενάγουσα ειδοποίησε τους εκπροσώπους της εναγομένης να προσέλθουν να ελέγξουν τα κεραμίδια και να της παράσχουν εξηγήσεις για την αδικαιολόγητη και συνεχιζόμενη φθορά. Το έτος 2002, όπως η ίδια η εναγομένη συνομολογεί τόσον με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσον και με αυτές ενώπιον του παρόντος τοιούτου, ο τότε υπάλληλος της εναγομένης, υπεύθυνος του Δικτύου Πωλήσεων και ήδη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ν.
Α. και ο υπάλληλος Δ. Κ., μετά από διαμαρτυρίες της ενάγουσας, επισκέφθηκαν την κατοικία της και διαπίστωσαν, μετά από σχετικό έλεγχο, ότι πράγματι 400 - 500 κεραμίδια, που είχε πωλήσει η εναγομένη, είχαν υποστεί μερική καταστροφή. Τότε η εναγομένη, επικαλούμενη ότι τα πωληθέντα κεραμίδια είχαν μια παλαιότητα δύο (2) ετών ήδη και συνακόλουθα "φυσιολογική φθορά", (και όπως ισχυρίζεται η ίδια, χωρίς να έχει ουδεμία ευθύνη αλλά απλώς με γνώμονα τη φιλική προς τους καταναλωτές πολιτική της εταιρείας), πρότεινε στην ενάγουσα να της αποστείλει 2 με 3 παλέττες κεραμιδιών (κάθε παλέττα περιέχει περίπου 250 κεραμίδια) προκειμένου να αντικαταστήσει τα καταστραφέντα, προσφορά όμως που απέρριψε η ενάγουσα επειδή η εναγομένη αρνείτο να αναλάβει τα σχετικά έξοδα αποκατάστασης και να αντικαταστήσει το σύνολο της κεραμοσκεπής Στη συνέχεια, η ενάγουσα, δια του συζύγου της, προέβη στην από 16-5-2003 έγγραφη καταγγελία της προς το Υπουργείο Εμπορίου, αναφέροντας όλα τα παραπάνω σχετικά με τα ελαττώματα των πωληθέντων προϊόντων, σε αντίστοιχη δε όχληση του Υπουργείου προς την εναγομένη, η τελευταία αυτή απάντησε με το από 31-7-2003 υπόμνημα της ότι τα επίμαχα κεραμίδια υπέστησαν τις συγκεκριμένες βλάβες μετά διετία από την πώλησή τους και κυρίως ένεκα λόγων ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα επειδή είχαν μεσολαβήσει ακραία καιρικά φαινόμενα (παγετός παρατεταμένης χρονικής διάρκειας και ισχυρές χιονοπτώσεις) στη συγκεκριμένη περιοχή όπου βρίσκεται η κατοικία της ενάγουσας.
Επανέλαβε δε η εναγομένη, στο παραπάνω υπόμνημα της προς το Υπουργείο, ότι αυτή παρά ταύτα προθυμοποιήθηκε να αντικαταστήσει ανάλογο αριθμό κεραμιδιών, για λόγους καλής πελατειακής πολιτικής της εταιρείας. Τους ισχυρισμούς της αυτούς προβάλλει η εναγομένη και ως άρνηση της αγωγής, πλην όμως αυτοί δεν είναι ικανοί να αποσείσουν την ευθύνη της για τα πραγματικά ελαττώματα που έφεραν τα πωληθέντα από αυτήν προϊόντα και την αδικοπρακτική συμπεριφορά της ως προς τις εκ μέρους της ψευδείς παραστάσεις προς την ενάγουσα.
Ειδικότερα, η εναγομένη επικαλείται τις κακές καιρικές συνθήκες και δη τη χιονόπτωση και τον παγετό που εκδηλώθηκαν πράγματι στο νομό Αττικής, που αφορά την κρινομένη υπόθεση δοθέντος ότι η οικοδομή της ενάγουσας βρίσκεται στην ..., κατά τους μήνες Δεκέμβριο του έτους 2001 έως Ιανουάριο του έτους 2002. Όπως όμως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ίδια την εναγομένη έγγραφα καταγραφών θερμοκρασίας, -της αρμόδιας Δ/νσης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, οι χαμηλότερες θερμοκρασίες που εκδηλώθηκαν στην Αττική (καταμετρηθείσες μάλιστα από το μετεωρολογικό σταθμό στην Π.
Πεντέλη - Λόφος Κουφού, τοποθεσία με μεγαλύτερο υψόμετρο από αυτό της Άνοιξης Αττικής) ήσαν για μεν το μήνα Δεκέμβριο -3 βαθμοί Κελσίου (μέσος όρος θερμοκρασίας του μηνός + 15 έως -3 βαθμοί), για δε το μήνα Ιανουάριο -4,9 βαθμοί Κελσίου (μέσος όρος θερμοκρασίας του μηνός + 18,8 έως -4,9 βαθμοί). Τα δεδομένα αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αξιολογηθούν ότι συνιστούν ανωτέρα βία, υπό οιανδήποτε έννοια, για τους εξής λόγους:
Τα παραγόμενα και πωλούμενα από την εναγομένη προϊόντα (κεραμίδια, κορφιάδες κλπ) από τη φύση τους και ένεκα του σκοπού που επιτελούν πρέπει να είναι αντοχής και να ανταποκρίνονται και σε χειμερινές καιρικές συνθήκες, που στην κρινομένη υπόθεση ουδόλως κρίνονται ως ακραίες, δοθέντος ότι η εναγομένη προφανώς εμπορεύεται τα προϊόντα της σε όλη την Ελλάδα, αυτά δε είναι προορισμένα (αρχιτεκτονικά, ιστορικά αλλά κυρίως διαχρονικά για λόγους προστασίας των ακινήτων από τη βροχή και το χιόνι) να τοποθετούνται κυρίως σε ορεινές περιοχές όπου η διάρκεια του χειμώνα είναι πολύμηνη, και σε κάθε περίπτωση πολύ μεγαλύτερη απ' αυτήν του Νομού Αττικής, και με καιρικά φαινόμενα πράγματι έντονα, ήτοι με χιόνια, συνεχείς παγετούς, έντονες βροχοπτώσεις και χαμηλές θερμοκρασίες για μεγάλα χρονικά διαστήματα Είναι επίσης ενδεικτικό το περιεχόμενο της αναφοράς του Ειδικού Συμβούλου του Σ.Ε.Β.Κ (φορέα που αφορά τους παραγωγούς κεραμιδιών), που προσκομίζει και επικαλείται επίσης η εναγομένη αναφορικά με τη διάρκεια ζωής του πηλού που πρακτικά είναι απεριόριστη και που εκτείνεται σε τουλάχιστον 3.000 χρόνια, πληροφορία που είναι πασίδηλη άλλωστε όπως έχουν καταδείξει αρχαιολογικά ευρήματα.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης δεν εισφέρουν στην αλήθεια. Περαιτέρω, η εναγομένη επικαλέσθηκε την από 22-10-1992 έκθεση αποτελεσμάτων αξιολόγησης κεραμιδιών της "ΕΚΕΠΥ Α.Ε", σύμφωνα με την οποία, κατά τον έλεγχο που έγινε, εκείνο το χρονικό σημείο (1992) τα κεραμίδια της εναγομένης δοκιμάσθηκαν στο πεδίο της αντοχής τους στον παγετό, οπότε και υποβλήθηκαν σε 25 κύκλους ψύξεως και αποψύξεως σε θερμοκρασίες από -15 έως +5 βαθμούς Κελσίου και βρέθηκαν εντός των προδιαγραφών του προτύπου που χρησιμοποιήθηκε.
Ανεξαρτήτως όμως του ότι δεν προκύπτει αν η ανώνυμη εταιρεία "ΕΚΕΠΥ Α.Ε" ήταν διαπιστευμένη από τον ΕΣΥΔ για τεχνολογικό έλεγχο κεραμιδιών και με βάση ποια πρότυπα (από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από την Ελλάδα) όφειλε να προβαίνει σε αντίστοιχους ελέγχους η εναγομένη, σε κάθε περίπτωση, δεν αιτιολογεί πώς τα προϊόντα της, φερόμενα να αντέχουν σε παγετό -15 βαθμών Κελσίου, καταστράφηκαν σε πολύ ευμενέστερες θερμοκρασίες, που αποδείχθηκε ότι επικράτησαν στο Νομό Αττικής τον επίδικο χρόνο και δη σε τοιαύτες -4,9 έως -3 βαθμών Κελσίου και περαιτέρω ποιός ήταν ο λόγος για τον οποίο τα πωληθέντα κεραμίδια εμφάνισαν τα πρώτα δείγματα των ελαττωμάτων τους ("πεταλίδες" μήκους 1 έως 3 εκ.), λίγους μόλις μήνες από την πώληση τους, ήτοι το χειμώνα του έτους 2000 - αρχές του 2001, χρονικό διάστημα για το οποίο δεν επικαλείται καν ακραίες καιρικές συνθήκες.
Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη από 6-6-2002, 3-8-2004, 30-3-2005 εκθέσεις δοκιμών της "ΕΚΕΠΥ Α•Ε" δεν αφορούν την επίδικη πώληση, η οποία, κατά τα ήδη αναφερθέντα, έλαβε χώρα την 30-8-2000,
ενώ αυτές (δοκιμές) έγιναν μεταγενεστέρως ήτοι την 10-5-2002, 7-7-2004 και 17-2-2005. Ομοίως και το προσκομισθέν με επίκληση από την εναγομένη πιστοποιητικό επιθεώρησης της SGS με το οποίο βεβαιώνεται ότι η εναγομένη πληροί τις απαιτήσεις του ΙSΟ 9001 : 2000, για παραγωγή και πώληση κεραμιδιών από άργιλο, δεν αφορά τον επίδικο χρόνο, αφού η ισχύς του εκτείνεται από 25-5-2005 έως 24-5-2008, ενώ παράλληλα βεβαιώνεται ότι η αρχική πιστοποίηση της εναγομένης έλαβε χώρα την 21-1-2002, χρόνος δηλονότι μεταγενέστερος της επίμαχης πωλήσεως.
Ομοίως μεταγενέστερο είναι και το προσκομιζόμενο διαφημιστικό φυλλάδιο της εναγομένης όπου και γίνεται επίκληση όλων των παραπάνω μεταγενεστέρων του επιδίκου χρόνου πιστοποιήσεων της. Περαιτέρω, και εκτός των ήδη αναφερθέντων ενδεικτικό του ότι τα πωληθέντα προϊόντα της εναγομένης έφεραν πραγματικά ελαττώματα, τα οποία εγνώριζε η εναγομένη και παρά ταύτα παρέστησε ψευδώς στην ενάγουσα ότι τα προϊόντα της είναι αρίστης ποιότητας και ανθεκτικά, είναι και το γεγονός ότι τα ίδια ελαττώματα εμφάνισαν και άλλα παρόμοια προϊόντα (κεραμίδια) που αυτή πώλησε σε άλλους αγοραστές και δη τόσον σε ιδιοκτήτες τριών άλλων κατοικιών (μεζονέτες) στην ίδια περιοχή όπου βρίσκεται και το ακίνητο της ενάγουσας αλλά και στους Α.
Θ. και Κ. Θ., οι οποίοι αγόρασαν κεραμίδια από την εναγομένη, το Νοέμβριο -Δεκέμβριο του έτους 2000, για τις κατοικίες τους στην Κηφισιά Αττικής, τα οποία διαπίστωσαν, την άνοιξη του 2002, ότι είχαν σπάσει σε ποσοστό 10 - 15%, και τα οποία η εναγομένη προσφέρθηκε και αντικατέστησε με δικές της δαπάνες, τον επόμενο όμως χρόνο, άνοιξη του 2003, το μεγαλύτερο μέρος των ιδίων αυτών κεραμιδιών των στεγών τους καταστράφηκε σε ποσοστό 85%.
Μετά δε από δειγματοληπτικό έλεγχο, που έγινε με πρωτοβουλία των παραπάνω Α. και Κ. Θ., από το εργαστήριο "ΕΚΕΠΥ Α.Ε", διαπιστώθηκε ότι τα κεραμίδια της εναγομένης, που είχαν σταλεί προς έλεγχο, δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις αντοχής σε παγετό. Ειδικότερα, κατά το σχετικό έλεγχο που έγινε με βάση τη μέθοδο ΕΝ 539 - 2C, κατά την οποία υποβάλλονται τα κεραμίδια σε δοκιμασία 50 κύκλων ψύξης - απόψυξης, τα κεραμίδια που ελέγχθησαν έσπασαν μετά τον 40° κύκλο του πειράματος.
Εξάλλου, και ο εξετασθείς μάρτυρας αποδείξεως (σύζυγος της ενάγουσας) κατέθεσε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι όταν προσήλθαν με τη σύζυγο του να παραγγείλουν τα κεραμίδια από την εναγομένη, κάποια υπάλληλος της τελευταίας αυτής τους είπε ότι παλαιότερα υπήρχε πρόβλημα σχετικά με την αντοχή των κεραμιδιών ήδη όμως η εναγομένη είχε αγοράσει νέο σύγχρονο μηχάνημα και εφάρμοζε άλλη μέθοδο τριβής του χώματος οπότε και είχε εξαλειφθεί κάθε πρόβλημα, εκτίμηση δε του παραπάνω μάρτυρα είναι ότι η εναγομένη τους πώλησε κεραμίδια από την παλαιότερη αυτή παρτίδα που αυτά ήσαν ελαττωματικά, γι' αυτό και προθυμοποιήθηκε χωρίς ιδιαίτερη πίεση να τα αντικαταστήσει, όπως έπραξε και στην περίπτωση των Α.
Θ. κλπ. Με τα δεδομένα αυτά αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, εν γνώσει της παρέστησε ψευδώς στην αγοράστρια - ενάγουσα ότι τα πωλούμενα κεραμίδια, υποβληθέντα με επιτυχία σε δοκιμασίες, ήσαν αρίστης ποιότητας, ανθεκτικά για χρήση σε εξωτερικό χώρο και δη για τις συνθήκες της κατοικίας της ήτοι για κεραμοσκεπή σε κατοικία στην ..., ενώ αντίστοιχα της απέκρυψε την αλήθεια ότι τα προϊόντα της αυτά ήσαν ελαττωματικά, (προερχόμενα ενδεχομένως από ελαττωματική παρτίδα παραγωγής), και δεν επέδειξαν αντοχή ούτε επί λίγους μόλις μήνες από την αγορά τους, λόγος για τον οποίο άλλωστε εξωδίκως η εναγομένη προσφέρθηκε να τα αντικαταστήσει με άλλα, όπως είχε πράξει και με άλλους αντισυμβαλλομένους της στους οποίους είχε πωλήσει ελαττωματικά προϊόντα, δήλωση που περιέλαβε και στο σχετικό υπόμνημα της όταν κλήθηκε για παροχή εξηγήσεων από το αρμόδιο Υπουργείο Ανάπτυξης (Δ/νση προστασίας καταναλωτών), επικαλούμενη δήθεν αγαστή πελατειακή πολιτική, κατά τα προαναφερθέντα.
Έτσι, ενώ η εναγομένη γνώριζε την πραγματική (ελαττωματική) κατάσταση των προϊόντων της και επιπλέον ότι η ανακοίνωση τούτου στην αγοράστρια -ενάγουσα, η οποία το αγνοούσε, θα απέτρεπε την τελευταία αυτή από την αγορά, δεν της το ανακοίνωσε, όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη αλλά και τη μεταξύ τους (λόγω της πωλήσεως) έννομη σχέση αλλά αντίθετα προέβη σε ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου ήτοι της αρίστης καταστάσεως των προϊόντων της.
Εξαιτίας δε της προπεριγραφείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, που συγκροτεί την έννοια της απάτης, η οποία εν γνώσει της απέκρυψε την ύπαρξη των παραπάνω ελαττωμάτων των κεραμιδιών, προορισμένων να στηριχθούν στην ξύλινη σκεπή της κατοικίας της ενάγουσας, η τελευταία υπέστη ζημίες στο ακίνητο της αφού τα νερά της βροχής εισέρχονταν από τη στέγη και τα τοιχώματα του δώματος εντός αυτού και από εκεί διαχέονταν στο εσωτερικό των λοιπών χώρων της κατοικίας.
Η είσοδος κατά τα παραπάνω των νερών της βροχής εντός της κατοικίας είχε ως συνέπεια να προκληθούν ζημιές στους τοίχους της κατοικίας αυτής και να απαιτηθεί η αποξήλωση ολόκληρης της κεραμοσκεπής και η κατασκευή νέας τοιαύτης, καθώς και η αποκατάσταση των επιχρισμάτων του εσωτερικού της κατοικίας και ο χρωματισμός εξωτερικώς, ζημίες για την αποκατάσταση των οποίων θα γίνει λόγος παρακάτω.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, κατά την κυρία βάση της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε, κατά παραδοχή των αντίστοιχων λόγων της κρινομένης εφέσεως, η οποία μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, κατά την κύρια βάση αυτής, ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 914,147,149 εδ.β', 298, 299, 932, 346 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 3 86 ΠΚ, και για την οποία έχει καταβληθεί και το σχετικό τέλος δικαστικού ενσήμου με τα αναλογούντα υπέρ τρίτων ποσοστά (όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη απόφαση), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τα ίδια δε προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προς αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη το ακίνητο της, εξαιτίας της παραπάνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, δαπάνησε τα εξής ποσά : 1) ποσό 209.037 δρχ. ή 613,46 ευρώ για την αγορά των επίδικων ελαττωματικών κεραμιδιών (υπ' αριθ. 1256/30-8-2000 απόδειξη λιανικής πωλήσεως εναγομένης) 2) 800 ευρώ για την αποξύλωση των κατεστραμένων κεραμιδιών και την αποκομιδή των μπαζών (υπ' αριθ. 50/15-11-2004 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του εργολάβου οικοδομών Ι.
Χ. και υπ' αριθ. 175/8-10-2004 τιμολόγιο της εταιρείας με την επωνυμία "Αφοι Κ. και ΣΙΑ ΟΕ") 3) 1446,38 ευρώ για την αγορά νέων κεραμιδιών και κορφιάδων (υπ' αριθ. 144/1-9-2004 τιμολόγιο του καταστήματος δομικών υλικών Ε. Τ.) 4) 322,49 ευρώ για την αγορά ασφαλτόπανων (υπ' αριθ 353 9/6-9-2004 τιμολόγιο της εταιρείας "Αφοι Κ. ΟΕ") 5) 39,18 ευρώ για την αγορά πισσόπανων (υπ' αριθ. 3785/12-10-2004 τιμολόγιο της εταιρείας "Αφοι Κ.
ΟΕ") 6) 149,25 ευρώ για την αγορά ξύλινων καδρονιών ελάτης και μικρών ξύλινων πήχεων (υπ1 αριθ. 46467/3-9-2004 τιμολόγιο της εταιρείας "Ε. Ν. και ΣΙΑ ΟΕ") 7) 649,95 ευρώ για την αγορά χρώματος και ασταριού ακρυλικού (υπ' αριθ. 4230/22-12-2004 τιμολόγιο του καταστήματος εμπορίας χρωμάτων Ν. Π.) 8) 3.000 ευρώ για την επανατοποθέτηση των καινούργιων κεραμιδιών (υπ' αριθ. 50/15-11-2004 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του εργολάβου Ι.
Χ.) 9) 2.000 ευρώ για την αποκατάσταση των φθορών των επιχρισμάτων της κατοικίας, οι οποίες (φθορές) προκλήθηκαν από την αποξύλωση της κατεστραμένης κεραμοσκεπής και την επανατοποθέτηση νέας (βλ. από 22-7-2004 προσφορά του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Ρ.) 10) 12.000 ευρώ για τον απαραίτητο, μετά τις παραπάνω εργασίες, εξωτερικό χρωματισμό του ακινήτου (βλ.
από 22-7-2004 προσφορά του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Ρ.) . Ήτοι συνολικά οι απαιτούμενες δαπάνες της ενάγουσας ανέρχονται στο ποσό των 21.020,71 ευρώ, το οποίο, ως αποζημίωση, υποχρεούται να καταβάλει η εναγομένη. Περαιτέρω, ενόψει των ειδικότερων συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία αυτή και οι οποίες προεκτέθηκαν, του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης, του είδους, της φύσης και της έκτασης των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων της κατοικίας της ενάγουσας, του παραπάνω τρόπου αποκατάστασης αυτών, του χρόνου που απαιτείται γι' αυτό, κατά τον οποίο η ενάγουσα στερήθηκε την ακώλυτη χρήση της, και της στεναχώριας την οποία δοκίμασε η ενάγουσα από την παραπάνω αιτία, η τελευταία υπέστη ηθική βλάβη από την ανωτέρω αδικοπραξία της εναγομένης και τις συνέπειες της, για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει των στοιχείων τα οποία αναφέρθηκαν ειδικότερα παραπάνω και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, λαμβάνοντας υπόψη ακόμη ότι η ενάγουσα στέγαζε στην παραπάνω κατοικία την οικογένεια της (σύζυγο και δύο τέκνα) και είχε λάβει δάνειο για την ανέγερση της οικοδομής, χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερη οικονομική ευχέρεια για την αποκατάσταση αντιστοίχων ζημιών για τις οποίες υπαίτια είναι η εναγομένη, απαιτείται το εύλογο ποσό των 2.500 ευρώ.
Έτσι, η ενάγουσα, για τις προαναφερθείσες αιτίες δικαιούται το συνολικό ποσό των (21.020,71 + 2.500=) 23.520,71 ευρώ. Η εναγομένη, με τις από 7-1-2010 προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επαναφέρει παραδεκτώς κατ' αρθρ. 240 ΚΠολΔ, την υποβληθείσα και πρωτοδίκως ένσταση της περί παραγραφής της επίδικης αξιώσεως της ενάγουσας, ισχυριζόμενη ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 554, 555, και 557 του ΑΚ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση τους από το άρθρο 1 του Ν. 3043/2002, η ένδικη αξίωση υπόκειται σε παραγραφή έξι (6) μηνών, η προθεσμία της οποίας αρχίζει από την εγχείριση του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή, στην κρινομένη δε υπόθεση η τοιαύτη παράδοση έλαβε χώρα την 27-9-2000 ενώ η κρινομένη αγωγή ασκήθηκε την 27-7-2005 και συνεπώς η αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Η ένσταση αυτή της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αλυσιτελής αφού ερείδεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση και δη υπολαμβάνει ότι η αγωγή ερείδεται στις προαναφερθείσες απ' αυτήν (εναγομένη) διατάξεις περί συμβάσεως πωλήσεως ενώ το αληθές είναι ότι η κρινομένη κυρία νομική βάση της αγωγής ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας (αρθρ. 914 επ.
ΑΚ) και συνεπώς η αντίστοιχη αξίωση υπόκειται σε πενταετή παραγραφή κατ' αρθρ. 937 ΑΚ, σε κάθε περίπτωση δε η πενταετία δεν παρήλθε αφού η ενάγουσα, έλαβε γνώση της αδικοπραξίας της εναγομένης το χειμώνα του 2001 - 2002 και η αγωγή κατατέθηκε την 21-7-2005 (βλ. υπ' αριθ. 113534/6299/21-7-2005 έκθεση καταθέσεως) και επιδόθηκε την 27-7-2005 (βλ.
υπ' αριθ. 3289/27-7-2005 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ...). Έτσι, η προταθείσα ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα. Με τα δεδομένα αυτά, η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει το συνολικό ποσόν των 23.520,71 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της ενάγουσας, οι οποίοι και συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα, λόγω του θανάτου της ενάγουσας, δίκη και δη κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου των κληρονόμων (κατ' άρθρα 1813, και 1820 ΑΚ)".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε την ένδικη αγωγή της καθολικής δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Α. Χ. ως προς τη νομική βάση από αδικοπραξία, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 147, 149, 914, 71, 932, 297- 299 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ειδικότερα αναφέρονται: 1)Η κατά την κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ των αρχικών διαδίκων παράσταση από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας-εναγομένης προς την αρχικώς ενάγουσα καθολική δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, ψευδών γεγονότων ως αληθών, εν γνώσει της αναληθείας τους, ότι τα προς πώληση κεραμίδια ήταν αρίστης ποιότητας, ανθεκτικά για χρήση σε εξωτερικό χώρο προς επικάλυψη της στέγης της οικίας της ενάγουσας στην ..., με παράλληλη απόκρυψη της γνωστής σ'αυτήν πραγματικότητας ότι τα προϊόντα αυτά ήταν ελαττωματικά, προερχόμενα ενδεχομένως από ελαττωματική παρτίδα παραγωγής, 2)Η με τις εν γνώσει αναληθείς αυτές παραστάσεις του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας δημιουργία στην αρχικώς ενάγουσα πλάνης ως προς την καταλληλότητα των αγοραζομένων κεραμιδίων και η με σχετική δήλωσή της (γενόμενη αποδεκτή από την αναιρεσείουσα) κατάρτιση της μεταξύ αυτών συμβάσεως πωλήσεως 1828 κεραμιδίων έναντι τιμήματος 209.037 δραχμών (613,46 ευρώ) κατά το μήνα Φεβρουάριο του 1999. 3)Η κατά του χειμερινούς μήνες 2001-2002 (του πρώτου μετά την πώληση χειμώνα)εκδήλωση ρωγμών στην επίπεδη επιφάνεια και ανοιγμάτων στις κάθετες επιφάνειες των κεραμιδίων, που είχαν παραδοθεί από την αναιρεσείουσα-εναγόμενη προς την αρχικώς ενάγουσα και είχαν τοποθετηθεί από την τελευταία στη στέγη της οικίας της, λόγω των πραγματικών ελαττωμάτων που έφεραν αυτά εν γνώσει της αναιρεσείουσας και 4)Η προσγενόμενη στην αρχικώς ενάγουσα, από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας-εναγομένης, θετική ζημία της, λόγω δαπανών αντικατάστασης της κεραμοσκεπής της οικίας της, που ανήλθε στο ποσό των 21.020,71 ευρώ, όπως επίσης και η οφειλόμενη για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της εύλογη χρηματική ικανοποίησή της με το ποσό των 2500 ευρώ.
Επομένως οι αντίθετοι, πρώτος από το αναιρετήριο και μοναδικός από το δικόγραφο προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 116 Κ.Πολ.Δικ., "αίτηση" θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, ανταγωγή, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπές, ένδικα μέσα, οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί και με αγωγή γνήσιες ενστάσεις και οι υποχρεωτικά δικαζόμενες - και μη εξαρτώμενες από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου - διαδικαστικές αιτήσεις (ΑΠ 1334/1982, 1653/1998) Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 10-7-2005 αγωγής των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι προβάλλεται με αυτή σαφώς αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας-πωλήτριας κεραμιδιών στα πλαίσια απάτης, κατά την κατάρτιση της με τους αναιρεσιβλήτους συμβάσεως πωλήσεως, αποκρύπτοντας, δολίως και αθέμιτα ότι λόγω χρήσης ακατάλληλων ή ασύμφωνων με τις τεχνικές προδιαγραφές υλικών δεν είχαν τα πωληθέντα κεραμίδια την ελάχιστη προβλεπόμενη αντοχή στις μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες και για αυτό μετά το πρώτο έτος άρχισαν να φθείρονται και κατέστησαν σε τρία περίπου έτη εντελώς ακατάλληλα για χρήση με αποτέλεσμα να δαπανήσει για την αντικατάσταση της κεραμοσκεπής της οικίας της η αρχικώς ενάγουσα το ποσό των 24.020,71 ευρώ, το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει ως αποζημίωση η εναγόμενη, όπως και ποσό 15.000 ευρώ προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της.
Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει, ότι η ένδικη αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο ήταν νόμιμη όσον αφορά το αίτημα αποζημίωσης της αρχικώς ενάγουσας (άρθρα 914, 147, 149 εδ.β', 298, 299, 932, 346 ΑΚ) λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας-εναγομένης από απατηλή συμπεριφορά του εκπροσώπου της κατά την κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως με την αρχικώς ενάγουσα, όπως και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη δεν επιδίκασε μη αιτηθέν, ο δε εκ του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ δεύτερος από το αναιρετήριο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2010 αίτηση με τους από 3-10-2011 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1962/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ