Supreme Court dismisses appeal against rejection of property claim due to lack of prior administrative notification to the State.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's rejection of a property claim against the State. The appellant argued that a prior lawsuit served as sufficient administrative notification, but the court held that a specific request under Article 8 of Law 1539/1938 is mandatory. The court ruled that the appellant failed to submit this required request and that the lower court correctly applied the law by rejecting the claim as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 & 4 of Law 1539/1938; A claim for ownership or other real right over State property is inadmissible unless a specific request is served on the State six months prior, and a prior lawsuit does not substitute this mandatory administrative procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1756 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1756/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (O.Σ.Α. Α.Ε), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εύελπι Βεργή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5964/2000 μη οριστική, 176/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7118/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 4 του α.ν.1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθ.18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν.2732/1999, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατ' άρθρ.28 αυτού, ήτοι από 30-7-1999, όποιος αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου που κατέχεται από το Δημόσιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο να κοινοποιήσει με δικαστικό κλητήρα στο Δημόσιο αίτηση, περιλαμβάνουσα τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση που βρίσκεται και τα όρια του αξιούμενου ακινήτου, τους τίτλους επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμά του και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας των μαρτύρων που μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.
Μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αίτησης μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για αποδοχή των αξιώσεών τους, στο σύνολο ή κατά ένα μέρος , να ασκήσουν αγωγή. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι με αυτές θεσπίζεται το απαράδεκτο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου που κατέχεται από το Δημόσιο, αν δεν προηγηθεί η επίδοση της προβλεπόμενης από αυτές αίτησης και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση αυτής, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του.
Επομένως, οι διατάξεις αυτές, είναι κανόνες δικονομικού δικαίου, γιατί καθορίζουν διαδικασία ένδικης προστασίας, η οποία αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας άσκοπων δικών. Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες είχαν εφαρμογή στις δίκες του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων", σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.3 του α.ν 627/1968 "περί Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων",όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν.513/1976, κατά την οποία "εις απάσας τας δίκας του Οργανισμού ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου ή οιαδήποτε δικαστικής ή εισαγγελικής Αρχής έχουν εφαρμογήν άπασαι αι δια το Δημόσιο εκάστοτε ισχύουσαι δικονομικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, ......αι δικονομικαί διατάξεις του α.ν. 1539/1938...." εξακολουθούν να εφαρμόζονται και μετά τη μετατροπή του σε ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με το άρθρο 33 του π.δ. 414/1998 "μετατροπή ΟΣΚ σε ΑΕ",κατά το οποίο, "Η εταιρία διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος και του παρόντος καταστατικού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις....
του α.ν. 627/1968 .....". Η τελευταία αυτή διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους και τις συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος για την παροχή δικαστικής προστασίας, διότι συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος για την εφαρμογή της, ο οποίος συνέτρεχε και πριν τη μετατροπή του ΟΣΚ σε ανώνυμη εταιρία.
Ειδικότερα, με αυτήν υπάγεται η συγκεκριμένη διαφορά αρχικά σε μία εξώδικη προδικασία, για λόγους συναρτώμενους με το δημόσιο συμφέρον, χάριν του οποίου εξακολουθεί να λειτουργεί ο "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων", ο οποίος, και μετά τη μετατροπή του σε ανώνυμη εταιρία, το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας αποτελείται από μία μετοχή, η οποία αναλαμβάνεται και καλύπτεται από το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρ.6 του καταστατικού της), διατήρησε τις αρμοδιότητες του ΟΣΚ και μεταξύ των σκοπών του έχει την εξασφάλιση της κτιριακής υποδομής των σχολικών κτιρίων για τη λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης (άρθρ.1,3 περ.Α παρ.1 π.δ.414/1998), με στόχο την αποφυγή δημιουργίας άσκοπων δικών, χωρίς να περιορίζεται το δικαίωμα των ενδιαφερομένων για δίκαιη δίκη, αφού δικαιούνται, αν δε λάβουν ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις τους εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των έξι μηνών, να προσφύγουν στο αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς, από την καθυστέρηση αυτή των έξι μηνών, να θίγονται τα συμφέροντά τους, αφού προβλέπεται στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου 8 του α.ν.1539/1938,η διακοπή της παραγραφής του δικαιώματος από την επίδοση της ανωτέρω αίτησης.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο,με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως απαράδεκτη, τη ένδικη από 30-4-1999 διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, γιατί δεν τηρήθηκε γιαυτήν η προβλεπόμενη από το άρθρ. 8 παρ.1,4 του α.ν.1539/1938 ανωτέρω προδικασία, η οποία, σύμφωνα με τι παραδοχές του, έχει εφαρμογή επί του εναγομένου "Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων" και μετά τη μετατροπή του σε ανώνυμη εταιρία και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, ο δε περί τουναντίου πρώτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, με τον οποίο προβάλλονται ως αναιρετικές πλημμέλειες, από τους αριθ.1α και 19 ΚΠολΔ, παραβίαση, από το Δικαστήριο της ουσίας, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων του άρθρ.8 παρ.1,4 του α.
ν. 1539/1938, είναι απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις αυτές είναι δικονομικού δικαίου και, επομένως, η παραβίαση αυτών δεν ιδρύει τον επικαλούμενο αυτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται μόνο αν παραβιάσθηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, πέραν του ότι ο από τον αριθ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και θεμελιώνεται μόνο αν το σφάλμα της αιτιολογίας ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Ο αυτός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται περαιτέρω η αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης, από το Εφετείο, της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη.
Οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, τρίτο μέρος και δεύτερος, δεύτερο μέρος, με τους οποίους προβάλλονται αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.11 και 1α ΚΠολΔ, αντιστοίχως, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστοι.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Αντιθέτως δεν αποτελούν πράγματα, με την ανωτέρω έννοια, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ.
β' του άρθρου 559ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προτάθηκε με τις ενώπιόν του προτάσεις του, ότι σε κάθε περίπτωση τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία του άρθρ.8 παρ.1,4 του α.ν. 1539/1938, με την επίδοση προς τον Ο.Σ.Κ. της προηγούμενης από 17-2-1997 αγωγής του, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, γιατί αυτή "....επιτελεί πλήρως τον χαρακτήρα της διοικητικής αιτήσεως που απαιτεί η ανωτέρω διάταξη εάν κριθεί ότι έχει εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση και συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος περί δήθεν απαραδέκτου ως προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ....".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός του ήδη αναιρεσείοντος δεν αποτελεί "πράγμα", με την έννοια που εκτέθηκε, αλλά επιχείρημα του εν λόγω διαδίκου, περί του ότι η επίδοση της προηγούμενης αυτής αγωγής του κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου υποκαθιστά την αίτηση του άρθρου 8 παρ.1,4 του α.ν. 1539/1938 και, επομένως, η μη λήψη αυτού υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-7-2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της 7118/2007 απόφασης του Εφετείου ΑΘηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ