Legislator Case Law & Legislation
1756/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because divorce was already granted to both parties in the lower court.

Case Number 1756/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court had accepted two opposing divorce suits filed by the same spouses, ruling that the marriage was irretrievably broken down by reasons affecting both parties. The court held that since the marriage was legally dissolved by the first-instance judgment accepting both claims, the appellant lacked legal interest to challenge the appeal judgment regarding the respondent's claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1439(1) of the Civil Code; The right to divorce arises from the objective breakdown of the marital relationship affecting both spouses, rendering continuation intolerable for the petitioner, regardless of fault, but once the marriage is dissolved by a final judgment accepting both parties' claims, a subsequent appeal by one party is inadmissible due to lack of legal interest.

Keywords

AI generated
divorce appeal inadmissibility marital breakdown mutual legal interest requirement dissolution of marriage cassation procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1439(1) of the Civil Code
Articles 322, 324, 325 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 669/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1756 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1756/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Μαρία Πιέρρου.

Του αναιρεσιβλήτου: ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Γρύλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-10-1996 και 10-12-1996 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5652/1997 προδικαστική, 9525/1999 οριστική ίδιου δικαστηρίου και 2585/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την 22-9-2005 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου, ανέγνωσε την από 13-9-2006 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ., καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.

Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δυο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από τον ποιο από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 Α.Κ..

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας το δε δεδικασμένo της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 Α.Κ..

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρισμό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δυο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δυο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται, δηλαδή, ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού, από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.

Συνεπώς, ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως είτε, κατ' άρθρο 516 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε, κατ' άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης αποφάσεως. Κατά μείζονα δε λόγο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του, διότι με την παραδοχή της δικής του αγωγής (του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου) επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο.

Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον ΄Αρειο Πάγο, και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, δηλαδή, να κρίνεται, πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 669/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία δέχθηκε τις αντίθετες αγωγές διαζυγίου των διαδίκων, για τον από το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ. λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως, που αφορούσε το πρόσωπο αμφοτέρων των διαδίκων, δέχθηκε, με τη προσβαλλόμενη 2585/2005 απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, "ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κρίνοντας ομοίως επί της ουσίας της υποθέσεως έκανε δεκτές με την εκκαλούμενη απόφασή του τις συνεκδικαζόμενες δύο αντίθετες αγωγές των διαδίκων ως και κατ΄ ουσίαν βάσιμες και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρού κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων από λόγους που αφορούν το πρόσωπο αμφοτέρων των συζύγων, δεν έσφαλε, διότι ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και με επιμέλεια εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα - εναγομένη - ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) με την κρινόμενη έφεσή της είναι κατ΄ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η έφεση αυτή στο σύνολό της.

Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες, αλλά ομόρροπες αγωγές των διαδίκων, ως έχουσες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει κατά της απόφασης του Εφετείου, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού ο γάμος της έχει λυθεί με την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε και τη δική της αγωγή, και ως προς αυτή κατέστη η εν λόγω απόφαση αμετάκλητη.

Περαιτέρω δε στις σχετικές με την υπαιτιότητά της, στον επελθόντα ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αιτιολογίες της απόφασης του Εφετείου, από τις οποίες δεν παράγεται δεδικασμένο, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιωθεί τέτοιο έννομο συμφέρον. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (2585/2005), με την οποία η αναιρεσείουσα πλήττει αυτήν κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 17 (αληθώς 19) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.9.2005 αίτηση της ...., για αναίρεση της 2585/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ