Legislator Case Law & Legislation
1755/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against marriage allowance calculation based on 2009 base salary and statutory deductions.

Case Number 1755/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding the calculation of marriage allowances. The employer argued that deductions based on Law 4024/2011 were not explicitly authorized for the specific 15% reduction applied to the 2009 base salary. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to cite the specific legal basis for applying the 15% cut to the 2009 salary figure, which was not directly provided by the cited law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178, 179 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court decision is void if it applies a specific percentage deduction to a base salary without explicitly citing the statutory provision authorizing that specific reduction, thereby lacking a legal basis.

Keywords

AI generated
marriage allowance calculation statutory salary deductions appeal against judgment legal basis requirement base salary reduction

Cited Legislation

AI generated
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Law 4024/2011, Article 31
Law 3833/2010, Articles 1 and 20
Law 3845/2010, Articles 3 and 7
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1755 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1755/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24η Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1)Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2)Τ. Ο. του Γ., κατοίκου ..., 3)Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 4)Ι. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 5)Τ. Μ. του Α. - Γ., κατοίκου ..., 6)Γ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 7)Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 8)Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 9)Β. Δ. του Θ., κατοίκου ..., 10)Α. Ο. του Β., κατοίκου ..., 11)Π. Β. του Σ., κατοίκου ..., 12)Κ.

Ε. του Κ., κατοίκου ..., 13)Λ. Θ. του Μ., κατοίκου ..., 14)Κ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 15)Π. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 16)Π. Φ. του Π., κατοίκου ..., 17)Ν. Β. του Γ., κατοίκου ..., 18)Λ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 19)Κ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 20)Κ. Ε. του Ι. κατοίκου ..., 21)Χ. Α. - Ε. του Ν., κατοίκου ..., 22)Κ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 23)Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 24)Κ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 25)Π.

Π. του Π., κατοίκου ..., 26)Π. Π. του Α., κατοίκου ..., 27)Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 28)Π. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 29)Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 30)Τ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 31)Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 32)Π. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 33)Μ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 34)Λ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 35)Κ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 36)Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 37)Τ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 38)Τ.

Θ. του Θ., κατοίκου ..., 39)Κ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 40)Κ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 41)Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 42)Τ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Λ. Κ. του Τ., κατοίκου ... 43)Π. Π. του Α., κατοίκου ..., 44)Σ. Ι. του Ζ., κατοίκου ..., 45)Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 46)Μ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 47)Ν. Α. του Κ., κατοίκου ..., 48)Τ.

Μ. του Μ., κατοίκου ..., 49)Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 50)Μ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 51)Ε. Δ. του Θ., κατοίκου ..., 52)Π. Σ. του Β., κατοίκου ..., 53)Χ. Ξ. του Χ., κατοίκου ..., 54)Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 55)Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 56)Α. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 57)Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 58)Τ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 59)Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 60)Μ. Ε. του Θ., κατοίκου ..., 61)Π.

Μ. του Σ., κατοίκου ..., 62)Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 63)Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 64)Τ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 65)Θ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., 66)Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 67)Κ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 68)Μ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 69)Μ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 70)Μ. Ι. του Π., κατοίκου ..., 71)Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., 72)Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 73)Τ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 74)Χ.

Ι. του Χ., κατοίκου ..., 75)Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 76)Α. Ε. του Θ., κατοίκου ..., 78)Τ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 79)Κ. - Ν. Μ. του Π., κατοίκου ..., 80)Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., 80Α)Φ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 80Β)Φ. Ε. του Ε. κατοίκου ..., 81)Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 82)Ρ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 83)Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., 84)Ι. Ι. του Μ., κατοίκου ..., 85)Α. Ε.

του Δ., κατοίκου ..., 86)Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 87)Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 88)Κ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., 89)Μ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 90)Τ. Α. του Η., κατοίκου ..., 91)Τ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 92α)Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 92β) Α. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμων της ενάγουσας Β. Α. του Ζ., 93)Κ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 94)Ν. Σ. του Β., κατοίκου ..., 95)Κ.

Α. του Σ., κατοίκου ..., 96)Τ. Η. του Δ., κατοίκου ..., 97)Χ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 98)Κ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 99)Λ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 100)Β. Ν. του Π., κατοίκου ..., 101)Δ. -Ρ. Ε. του Ρ., κατοίκου ..., 102)Π. Ι. του Ε., κατοίκου ..., 103)Α. Κ. του Ο., κατοίκου ..., 104)Τ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 105)Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., 106)Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., 107)Π.

Β. του Ν., κατοίκου ..., 108)Π. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 109)Ρ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 110)Μ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 111)Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 112)Δ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 113)Σ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 114)Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 115)Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 116)Τ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 117)Μ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 118)Ν. Χ. του Π., κατοίκου ..., 119)Β.

Δ. του Χ., κατοίκου ..., 120)Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 121)Ο. Θ. του Γ., κατοίκου ..., 122)Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 123)Μ. Α. του Α., κατοίκου ..., 124)Τ. Α. του Β., κατοίκου ..., 125)Π. - Σ. Ι. του Λ., κατοίκου ..., 126)Ζ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 127)Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 128)Σ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 129)Β. Χ. του Μ. Τ., κατοίκου ..., 130)Κ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 131)Τ.

Ε. του Ν., κατοίκου ..., 132)Τ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 133)Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 134)Κ. Ι. του Δ., 135)Π. Γ. του Χ., 136)Τ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 137)Ο. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 138)Μ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 139)Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 140)Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 141)Β. Α. του Β., 142)Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., 143)Α. Ε. του Β., κατοίκου ..., 144)Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 145)Σ.

Μ. του Π., κατοίκου ... 146)Γ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 147)Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 148)Σ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 149)Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 150)Σ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., 151)Τ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 152)Γ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 153)Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 154)Κ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 155)Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 156)Ζ. Β. - Κ. του Ι., κατοίκου ..., 157)Α.

Γ. του Σ., κατοίκου ..., 158)Κ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 159)Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 160)Κ. Π. του Λ., κατοίκου ..., 161)Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 162)Θ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 163)Π. Ν. του Η., κατοίκου ..., 164)Σ. Γ. του Α., κατοίκου ... και 165)Μ. Α. του Κ., κατοίκου .... Οι Κ. Ι. του Δ. (134ος), Π. Γ. του Χ. (135ος) και Β. Α. του Β. (141ος) δεν παραστάθηκαν και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαρίση, ο οποίος δήλωσε ότι οι ως άνω (134ος, 135ος και 141ος) απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν από τους:

α) Δ. Κ. του Ι., β)Χ. Π. του Γ. και Α. Π. του Γ., και γ)Μ. Β. συζ. Α., το γένος Α. Φ., Β. Β. του Α. και Α. Β. του Α., αντίστοιχα, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2736/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1064/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 27-7-2020 αίτησή της, τους από 21-8-2023 (α' πρόσθετους λόγους) και τους από 19-8-2024 (β' προσθέτους λόγους) και οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων της αναιρεσείουσας εταιρείας, την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης των φυσικών προσώπων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ των αρχικώς αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων των από 20.7.2020 και από 17.7.2020 αιτήσεων αναίρεσης με α/α 134, Ι. Κ. του Δ., απεβίωσε την .../2022, καταλείποντας μόνον κληρονόμο, δυνάμει της ...-2020 Δημοσίας Διαθήκης της Συμβολαιογράφου Ηράκλειας, Μ. Π., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 1769/2022 Πρακτικό του Ειρηνοδικείου Σιντικής, τον υιό του, Δ.

Κ. Ομοίως ο με α/α 135 αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος, Γ. Π. του Χ., απεβίωσε την .../2022, καταλείποντας μόνους εξ αδιαιρέτου κληρονόμους κάθε κινητής περιουσίας του, δυνάμει της από 20/10/2018 Ιδιόγραφης Διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 4705/2022 Πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την 528/2022 Πράξη του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, τα τέκνα του, Χ.

Π. και Α. Π. Τέλος ο με α/α αριθμό 141 αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος, Α. Β. του Β., απεβίωσε την .../2022, καταλείποντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της κινητής περιουσίας του τη σύζυγο του, Μ. Β., το γένος Φ., και τα τέκνα του, Β. Β. και Α. Β., δυνάμει της από .../2020 ιδιόγραφης διαθήκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 2054/2022 Πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Δεδομένου ότι οι επισυμβάντες θάνατοι των ανωτέρω τριών αρχικώς αναιρεσειόντων - αναιρεσβιλήτων, που γνωστοποιήθηκαν με δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση των υποθέσεων, έλαβαν χώρα μετά την άσκηση των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, ότι η επελθούσα κληρονομική διαδοχή αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η δε ενεργητική - παθητική τους νομιμοποίηση δεν αμφισβητείται, παραδεκτώς εκείνοι συνεχίζουν τη δίκη, υπεισερχόμενοι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δικαιοπάροχων τους (αρθ. 286, 287, 291, 292, 558 ΚπολΔ).

Φέρονται προς συζήτηση οι από 17.7.2020 με αριθμ. καταθ. 1784/196/20.7.2020 και από 20.7.2020 με αριθμ. καταθ. 1796/197/20.7.2020 αιτήσεις αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα της 1064/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εκάστοτε αντίδικη πλευρά. Είναι συνεπώς παραδεκτές, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ). Επίσης η αναιρεσείουσα της πρώτης ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως άσκησε τους από 21.8.2013 με αριθ. καταθ. 108/2023 και από 19.8.2024 με αριθμ. καταθ. 110/2024 προσθέτους λόγους, που κατατέθηκαν τη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου στις 23/8/2023 και 20/8/2024 αντιστοίχως και επιδόθησαν εντός της νομίμου προθεσμίας (βλ. αντιστοίχως τις ...-2023 και ...-2024 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών περιφερείας Εφετείου Θεσσαλονίκης Γ. Τ. και Α. Α.).

Συνεπώς έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (αρθ. 569 ΚΠολΔ) και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την από 17-7-2020 αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την 2736/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα αντιμωλία και κατά τη διαδικασία του άρθρου 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, έγινε μερικώς δεκτή η 17005/2016 αγωγή των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, για δικαιούμενες διαφορές επιδόματος γάμου της περιόδου 2009 -2016. Κατόπιν εφέσεως που ασκήθηκε από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη, εξεδόθη η 1064/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο, κατά (μερική) παραδοχή της εφέσεως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά, υπολογίζοντας το δικαιούμενο επίδομα γάμου σε ποσοστό 10% επί του καταβαλλομένου ατομικού μισθού εκάστου ενάγοντος, περικεκομμένου όμως (του ατομικού μισθού) από το έτος 2010 και εφεξής, κατά ποσοστά 7%, 3% και 15%, επιδικάζοντας έτσι μειωμένα, σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση, ποσά σε έκαστο των εναγόντων.

Ήδη με τις παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως (και τους προσθέτους λόγους) έκαστη διάδικη πλευρά αιτείται την αναίρεση της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως, για τους στα παραπάνω δικόγραφα αναφερομένους λόγους. Ι1] Από τις διατάξεις της ΔΑ 10/1976, της από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ και του Ν. 1849/1989 προκύπτει ότι όλοι οι έγγαμοι μισθωτοί, οι διαζευγμένοι, οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας, καθώς και οι άγαμοι γονείς δικαιούνται "επιδόματος γάμου" εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου τους που καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλες διατάξεις ...Αυτή την έννοια, του υπολογισμού δηλαδή του επιδόματος γάμου επί του βασικού μισθού κάθε εργαζομένου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις που χορηγούνται με βάση την προϋπηρεσία του μισθωτού είτε γενικά στο επάγγελμα είτε στη συγκεκριμένη επιχείρηση, έχει και η διάταξη της παραγράφου 2 στοιχείο β' της 10/1976 ΔΑ, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 435/1976 και έλαβε ως εκ τούτου ισχύ τυπικού νόμου (ΟλΑΠ 8/2015).

Τούτο καθίσταται περαιτέρω, σαφές και από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 της από 26.1.1988 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1766/ 1988, στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι το καταβαλλόμενο πλέον και στις έγγαμες εργαζόμενες γυναίκες επίδομα γάμου προσδιορίζεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου, δεν νοείται δε διαφορετικός, ευμενέστερος, τρόπος υπολογισμού του επιδόματος σ' αυτούς που για πρώτη φορά χορηγείται από εκείνους που μέχρι τότε εχορηγείτο.

Εξάλλου, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, που καθιερώνει το άρθρο 680 ΑΚ και το άρθ.7 ν.1876/1990 και πριν από το τελευταίο αυτό άρθρο, το άρθρο 3 του ν. 3239/1955, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στην σχέση ΣΣΕ και ατομικής σύμβασης αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (ΟλΑΠ 5/2011, 26/2007).

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα, κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ειδική ρύθμιση, αφού δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (ΟλΑΠ 5/2011).

Τέτοια ειδική ρύθμιση (όμως) είναι και η ως άνω της παραγράφου 2 της 10/1976 ΔΑ, η οποία ορίζει ότι το επίδομα γάμου δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου, συνεπεία της οποίας για την εξεύρεση της ευνοϊκότερης για τον εργαζόμενο πηγής από την οποία χορηγείται το επίδομα γάμου δεν θα ανατρέξουμε στο σύνολο των καταβαλλομένων αποδοχών με κάθε πηγή, αλλά θα συγκρίνουμε το ύψος του επιδόματος γάμου (ή συζύγου) των περισσοτέρων πηγών.

Υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές δεν θεωρούνται μόνο αυτές που καταβάλλονται δυνάμει ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και αυτές που καταβάλλονται δυνάμει συλλογικών συμβάσεων εργασίας (σ.σ.ε.) ή διαιτητικών αποφάσεων (δ.α.), διότι η 10/1976 διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση ΕΓΣΣΕ και συνεπώς εξομοιώνεται με ΕΓΣΣΕ, σύμφωνα με το ισχύον τότε άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 3239/1955 και ως τέτοια θεσπίζει τα κατώτατα όρια αμοιβών των εργαζομένων, έναντι δε των αποδοχών αυτών οι θεσπιζόμενες με σ.σ.ε.

και δ.α. κατά κλάδους, επαγγέλματα ή επιχειρήσεις είναι κατά κανόνα ανώτερες. Η αντίθετη εκδοχή κατά την οποία ως υπέρτερες των κατωτάτων ορίων καταβαλλόμενες αποδοχές, στην ως άνω διάταξη, νοούνται μόνο οι καταβαλλόμενες δυνάμει ατομικών συμβάσεων εργασίας και συνακόλουθα το επίδομα γάμου συμψηφίζεται με τις καταβαλλόμενες δυνάμει σ.σ.ε.

και δ.α. υπέρτερες αποδοχές, δεδομένου ότι οι τελευταίες συλλογικές πράξεις ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής πολύ μεγάλου αριθμού εργαζομένων, η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 2 της 10/1976 δ.α. θα περιοριζόταν σε πολύ μικρό αριθμό εργαζομένων, κάτι που δεν απηχεί τη βούληση του νομοθέτη (ΟλΑΠ 8/2015)...

Όσον αφορά τη σχέση ΕΓΣΣΕ και απλών ΣΣΕ εργασίας, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.8 παρ.1 και 10 ν.1876/1990 προκύπτει, ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας για τους εργαζομένους όλης της χώρας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, και ότι οι κανονιστικοί όροι των ΕΓΣΣΕ, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι, επικρατούν των αντιστοίχων όρων των λοιπών ΣΣΕ.

Έτσι οι μισθωτοί δικαιούνται όλων των επιδομάτων και παροχών, που προβλέπονται από τις ΕΓΣΣΕ, έστω και αν οι παροχές και τα επιδόματα αυτά δεν προβλέπονται από τις αντίστοιχες ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μισθωτών αυτών, ή αν οι τελευταίες περιέχουν δυσμενέστερες ρυθμίσεις για τα σχετικά θέματα.

Η αρχή της εύνοιας των εργαζομένων δεν καταργήθηκε με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 435/1976, η οποία, ως προς την πρόβλεψή της ότι η κυρωθείσα με την παράγραφο 1 του ίδιου νόμου διάταξη της παρ. 2 της 10/1976 ΔΑ μπορεί να τροποποιείται και να συμπληρώνεται ή να καταργείται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας και υπουργικές αποφάσεις κατά την διαδικασία του προϊσχύσαντος ν. 3239/1955, εξακολουθεί να ισχύει μόνο για την περίπτωση που η τροποποίηση, συμπλήρωση και κατάργηση οδηγεί σε ευνοϊκότερο για τους εργαζόμενους αποτέλεσμα, όχι όμως και για την περίπτωση που μια τέτοια μεταβολή οδηγεί σε δυσμενέστερο αποτέλεσμα, διότι τότε καταστρατηγείται η καθιερουμένη με το ν. 1876/1990 αρχή της εύνοιας προς τους εργαζομένους και πρέπει να θεωρηθεί καταργηθείσα με το άρθρο 23 παρ. 3 του νεώτερου αυτού νόμου (1876/1990), που ορίζει ότι από της ισχύος του εν λόγω νόμου καταργείται κάθε αντίθετη προς αυτόν γενική ή ειδική διάταξη (ΟλΑΠ 8/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω δε λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, 4/2021).

Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της παραπάνω προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε, μεταξύ άλλων, κατά την ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του, τις εξής ενδιαφέρουσες τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές: (σελ. 40) "Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων και των δικαιοπάροχων ορισμένων από αυτούς αφενός και της εναγομένης "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ αφετέρου, οι πρώτοι προσελήφθησαν από την τελευταία προκειμένου να απασχοληθούν στην επιχείρηση παροχής προς το καταναλωτικό κοινό υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης που εκείνη διατηρεί στη Θεσσαλονίκη κατά τους αμέσως παρακάτω αναφερόμενους για τον καθέναν τους χρόνους. Σε εκτέλεση δε των συμβάσεων τους απασχολήθηκαν με τις παρακάτω αναφερόμενες ειδικότητες, εντασσόμενοι στις προβλεπόμενες από τις Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας της εναγομένης κατηγορίες και γνωστοποιώντας σ' αυτήν τα παρακάτω αναφερόμενα προσόντα και ιδιότητες τους και την οικογενειακή τους κατάσταση".

Περαιτέρω εδέχθη ότι (σελ. 130-132) "οι ενάγοντες καθ' όλο το χρόνο που εργάζονταν στην εναγόμενη, ειδικά δε κατά τα επίδικα έτη 2009-2016, ήταν μέλη του Πρωτοβαθμίου Επιχειρησιακού Σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ΕΥΑΘ", το οποίο είναι μέλος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, το οποίο με τη σειρά του είναι μέλος της ΓΣΣΕ. Στο Σωματείο αυτό οι ενάγοντες κατέβαλαν και τις εισφορές τους με παρακράτηση ποσοστού εκ των αποδοχών τους από την εναγόμενη, που στη συνέχεια το απέδιδε στο Σωματείο.

Περαιτέρω, οι όροι αμοιβής κι εργασίας των εναγόντων κατά τα ένδικα έτη 2009-2016 καθορίζονταν από την εκάστοτε ισχύουσα Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνομολογείτο μεταξύ της εναγομένης και του προαναφερθέντος "Σωματείου Εργαζομένων ΕΥΑΘ", στο οποίο οι ενάγοντες ήταν μέλη. Πιο συγκεκριμένα, οι αποδοχές των εναγόντων καθορίζονταν από την από 09/02/2009 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, που κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Κεντρικού Τομέα Θεσσαλονίκης με αριθμό πρωτοκόλλου 1/10-02-2009 και στην οποία αναφέρονταν οι επόμενες Επιχειρησιακές ΣΣΕ, δηλαδή η από 14/05/2013 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, που κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Κεντρικού Τομέα Θεσσαλονίκης με αριθμό πρωτοκόλλου 04/20-05-2013, η από 15/07/2014 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, που καταχωρήθηκε στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ και υποβλήθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας λαμβάνοντας α/α 194/ΕΣ227, και η από 27/10/2015 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, που καταχωρήθηκε στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ και υποβλήθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας λαμβάνοντας α/α 227/ΕΣ293.

Η εναγόμενη, επικαλούμενη τους όρους των παραπάνω Επιχειρησιακών ΣΣΕ κατέβαλλε μεν στους δικαιούχους εργαζομένους της και ενπροκειμένω στους ενάγοντες το προβλεπόμενο από τις ΣΣΕ αυτές επίδομα γάμου, πλην όμως μειωμένο και συγκεκριμένα κατά τα έτη 2009-2010 τους κατέβαλλε το σταθερό ποσό των 50 ευρώ μηνιαίως και κατά τα έτη 2011-2016 το σταθερό ποσό των 32,50 ευρώ μηνιαίως, αντί να τους καταβάλλει ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας εκάστου.

Ειδικότερα, οι βασικοί μισθοί των εργαζομένων στην ΕΥΑΘ καθορίζονταν από την προαναφερθείσα από 9-2-2009 Επιχειρησιακή ΣΣΕ (και τις επόμενες που την εμπεριείχαν), με βάση τις κατηγορίες και τα μισθολογικά κλιμάκια στα οποία υπάγονταν ο καθένας τους". Επίσης η αναιρεσιβαλλομένη εδέχθη τα εξής, κατά την εξέταση της νομικής βασιμότητας σχετικών λόγων εφέσεως από την νυν αναιρεσείουσα (σελ. 37-39) "η εναγομένη υποστηρίζει, κατ' εκτίμηση και συνοπτικά ότι η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 2 του ν. 435/1976, που επιτρέπει την, ελεύθερη συλλογική επαναδιαπραγμάτευση του επιδόματος γάμου που προβλέπεται από νόμους ή ΕΓΣΣΕ, πράγμα που έγινε στην προκειμένη περίπτωση με τις αναφερόμενες Επιχειρησιακές ΣΣΕ της ίδιας και μάλιστα με την ισχύουσα για το ένδικο χρονικό διάστημα από 09-02-2009 Επιχειρησιακή ΣΣΕ.

Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας δεν έχει νόμιμο έρεισμα, ακριβώς επειδή κατά τηνεπικαλούμενη από αυτήν διάταξη (της παρ. 2 του άρθρου 16 Ν.435/1976) και σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των Ι εργαζομένων. ... Η επικαλούμενη από την εναγομένη Επιχειρησιακή ΣΣΕ θα μπορούσε επιτρεπτώς και νομίμως Ι να διαμορφώσει το ύψος του επιδόματος γάμου των εναγόντων, μόνον αν οδηγούσε σε ευνοϊκότερο γι' αυτούς αποτέλεσμα, Κάτι που βέβαια δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, αφού με τη εφαρμογή της Επιχειρησιακής ΣΣΕ προκύπτουν διαφορές σε βάρος τους...

η εναγομένη υποστηρίζει, επίσης κατ' εκτίμηση και συνοπτικά, ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, λόγω των ευνοϊκότερων ρυθμίσεων της προαναφερθείσας Επιχειρησιακής ΣΣΕ σε σχέση με την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι οι καταβαλλόμενες βάσει της πρώτης ΣΣΕ (της Επιχειρησιακής) αποδοχές των εναγόντων είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες από τη δεύτερη (την ΕΓΣΣΕ) συνολικές αποδοχές τους.

Και ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν έχει νόμιμο έρεισμα, αφού... η αξίωση για το επίδομα γάμου στηρίζεται σε διατάξεις νόμων που περιέχουν ευνοϊκότερη για τους μισθωτούς ρύθμιση ως προς την επίδικη μισθολογική παροχή και απαγορεύουν ευθέως τον συμψηφισμό ειδικά του επιδόματος γάμου προς καταβαλλόμενες άλλες, τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων, αποδοχές, επιτρέποντας μόνο τον συμψηφισμό (αφαίρεση) του καταβαλλομένου με βάση την οικεία ΣΣΕ επιδόματος γάμου" Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της από 17.7.2020 αναιρέσεως (ερειδόμενος στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔ), μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία των αμέσως παραπάνω (αναφερομένων στις παραδοχές της προσβαλλομένης) διατάξεων, με αποτέλεσμα να γίνει (εν μέρει) δεκτή η αγωγή, ενώ αυτή έπρεπε στο σύνολό της να απορριφθεί.

Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, εν προκειμένω τυγχάνουν εφαρμογής, όχι η ως άνω ΔΑ και οι ΕΓΣΣΕ ετών 1988 -1989 (όπου προεβλέπετο επίδομα γάμου σε ποσοστό 10% επί του μισθού), αλλά η (συνολικά) ευνοϊκότερη Επιχειρησιακή ΣΣΕ του 2009, που προέβλεπε κατ' αποκοπήν επίδομα 50 € (και εν συνεχεία 32,5 €) σε όλους τους εργαζομένους, το οποίο και κατέβαλε η εναγομένη.

Σύμφωνα ωστόσο με την προπαρατεθείσα [αρ. 1] νομική σκέψη, το επίδομα γάμου δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων καταβαλλόμενες αποδοχές.

Συνεπώς το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και ακολούθως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, τυγχάνει αβάσιμος. Αβάσιμος τυγχάνει και ο τρίτος λόγος (ερειδόμενος ομοίως στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔ), με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται εσφαλμένη ερμηνεία των ίδιων ως άνω διατάξεων για το λόγο ότι τα επιδικασθέντα ποσά - επιδόματα γάμου υπολογίσθηκαν όχι με τον κατώτατο βασικό μισθό που προβλέπεται με την επιχειρησιακή ΣΣΕ του 2009, αλλά με τον ατομικό μισθό κάθε εργαζομένου, όπως αυτός προέκυπτε με τις μισθολογικές ωριμάνσεις, που συνέτρεχαν σε έκαστο εξ αυτών. Σύμφωνα όμως με την ίδια ως άνω (αρ. 1) νομική σκέψη για τον υπολογισμό του επιδόματος γάμου επί του βασικού μισθού περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις που χορηγούνται με βάση την προϋπηρεσία εκάστου μισθωτού.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που υπολόγισε το αιτούμενο επίδομα σε ποσοστό 10% επί του καταβαλλομένου ατομικού μισθού εκάστου ενάγοντος δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις. Αποτελεί πάντως διάφορο ζήτημα, αν ορθώς για το διάστημα από 14-2-2012 και εφεξής οι ενάγοντες διώκουν την καταβολή του επιδόματος γάμου με βάση τις κατ' αυτούς δικαιούμενες ωριμάνσεις, ως κατωτέρω θα αναλυθεί. 2α] Mε το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης κλπ..." ορίσθηκε ότι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, καθώς και ότι με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων.

Σύμφωνα δε με την παρ. 29 του κεφαλαίου Ε' του ως άνω νόμου, τα διαρθρωτικά μέτρα για το επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων περιλαμβάνουν: "Διάρκεια των συλλογικών συμβάσεων και αναθεώρηση της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων. Οι αλλαγές θα ορίζουν ότι: (i) όλες οι συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να έχουν μια μέγιστη διάρκεια 3 ετών, (ii) οι συλλογικές συμβάσεις που υπάρχουν ήδη για 24 μήνες ή περισσότερο θα λήξουν όχι αργότερα από 1 έτος από την ψήφιση του νόμου, (iii) η περίοδος χάριτος μετά τη λήξη της σύμβασης μειώνεται από τους 6 στους 3 μήνες και (iv) σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η επίτευξη μιας νέας συλλογικής σύμβασης μετά από προσπάθειες τριών μηνών, η αμοιβή θα επανέλθει στον βασικό μισθό συν τα παρακάτω γενικά επιδόματα (αρχαιότητας σε υπηρεσία, τέκνου, εκπαίδευσης και επικινδυνότητας).

Αυτό θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι να αντικατασταθεί από όρους που καθορίζονται σε μια νέα συλλογική συμφωνία ή σε νέα ή ατομική σύμβαση. Ακολούθως, με το άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν".

Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-2-2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2-2013".

Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 1876/1990". Και στην παρ. 4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν: α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-2-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίστηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) Ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Και μάλιστα η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του Ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου.

Εξάλλου, με την, από 15-7-2010, ΕΓΣΣΕ, το άρθρο 10 της οποίας ορίζει ότι η ισχύς της αρχίζει την 1-1-2010 και λήγει την 31-12-2012, ειδικότερα δε, με το άρθρο 3 αυτής αναπροσαρμόστηκαν τα κατώτατα όρια αποδοχών, ενώ με το άρθρο 4 ορίστηκε ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από ΕΓΣΣΕ ή όμοιας έκτασης διαιτητικές αποφάσεις υπολογίζονται επί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων, που διαμορφώθηκαν μετά την αύξηση του προηγούμενου άρθρου.

Βάσει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 2 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η εν λόγω (από 15-7-2010) ΕΓΣΣΕ, η οποία στις 14-2-2012 βρισκόταν σε ισχύ περισσότερο από 24 μήνες, έληξε στις 14-2-2013, η δε μετενέργεια αυτής εκτεινόταν έως 14-5-2013, ήτοι επί ένα τρίμηνο από τη λήξη της, μετά την πάροδο του οποίου εξακολούθησαν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους αυτής αποκλειστικώς και μόνον εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, ενώ έπαυσε αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σ' αυτήν επίδομα, μεταξύ των οποίων και το επίδομα γάμου.

Ακολούθως, με την υπό στοιχ. 2.α διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ.11 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 κλπ" αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 ως εξής: "Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας.

Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου." Επακολούθησε η από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ, με συμβαλλόμενα μέρη από πλευράς εργοδοτών α) τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., β) την Ε.Σ.Ε.Ε.

και γ) τον Σ.Ε.Τ.Ε. και από πλευράς εργαζομένων τη Γ.Σ.Ε.Ε., με έναρξη ισχύος 1-1-2013 και λήξη 31-12-2013 (άρθρο 3), με το άρθρο 1 της οποίας ορίστηκε ότι "1. Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι το επίδομα γάμου έχει θεσμικό και καθολικό χαρακτήρα για τους εργαζόμενους όλης της χώρας, εναρμονίζοντας τις ισχύουσες στη χώρα μας διατάξεις δικαίου με τις διεθνώς εφαρμοστέες αρχές της προστασίας της οικογένειας, της διευκόλυνσης συμμετοχής στην αγορά εργασίας, της ισότητας των φύλων, της συμφιλίωσης εργασιακής και επαγγελματικής ζωής, της αξιοπρεπούς εργασίας. 2.

Επαναλαμβάνεται και διατηρείται σε ισχύ κωδικοποιημένη η διάταξη σειράς προηγούμενων Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., Διαιτητικών Αποφάσεων και κυρωτικών τους νόμων, ότι το επίδομα γάμου χορηγείται σε όλους τους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του ν. 1766/1988, με το οποίο κυρώθηκε το άρθρο 4 της από 26-1-1988 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.".

Με την ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 της, από 14-5-2013, ΕΓΣΣΕ ορίστηκε ότι το επίδομα γάμου έχει θεσμικό (μη μισθολογικό) και καθολικό χαρακτήρα, προκειμένου τούτο να μην εμπίπτει στις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990, που ορίζουν αφενός ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας και αφετέρου ότι βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, που καθορίζονται από ΕΓΣΣΕ, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων.

Δεδομένου όμως ότι το επίδομα γάμου περιλαμβάνεται αναμφιβόλως στους μισθολογικούς όρους εργασίας, καθόσον προσδιορίζεται σε ποσοστό επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη, όπως προελέχθη, και ειδικότερα αποτελεί "μισθό" κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, επιπλέον δε είχε ήδη καταργηθεί από 14-5-2013 με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η επαναφορά του με την ως άνω από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ, και μάλιστα υπό τη μορφή θεσμικού όρου, ισχύει μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν καταλαμβάνει τους λοιπούς εργαζόμενους.

Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι από 14-5-2013 και εφεξής το επίδομα γάμου δικαιούνται μόνον οι εργαζόμενοι που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων στην, από 14-5-2013, ΕΓΣΣΕ εργοδοτικών οργανώσεων (ΑΠ 812/2023). Οι σχετικές ρυθμίσεις αφενός του άρθρου 2 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης, και αφετέρου του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, όπως αντ/κε με την υπό στοιχ. 2.α διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ.11 της παρ.

ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους", ούτε του άρθρου 16 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, αρχικού και αναθεωρημένου, που κυρώθηκαν με τους νόμους 1426/1984 και 4359/2016 αντιστοίχως και έχουν αυξημένη τυπική ισχύ...

Και τούτο, διότι οι εν λόγω ρυθμίσεις θεσπίστηκαν στο πλαίσιο των απαιτούμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών μέτρων προς αντιμετώπιση των εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών συνθηκών που αντιμετώπιζε η Χώρα από τις αρχές του έτους 2010 και οι οποίες είχαν ως συνέπεια την προσφυγή αυτής στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΑΠ 812/2023).

Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς της και κατ' εκτίμηση αυτού, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, διότι παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες (στην με αρ. 2 νομική σκέψη) διατάξεις, ιδίως δε του άρθρου πρώτου υποπαρ. ΙΑ παρ. 2 του Ν. 4093/12 (ΦΕΚ Α' 222/12-11-2012, μη απορρίπτοντας την αγωγή για το διάστημα μετά τις 12-11-2012.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το συναπτόμενο με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως περιεχόμενο της δέχθηκε τα ακόλουθα: (σελ. 39) "η εναγομένη υποστηρίζει, επίσης κατ' εκτίμηση και συνοπτικά, ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη άλλως αόριστη για το χρονικό διάστημα μετά τις 12-11-2012, οπότε ίσχυσε το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ παρ 2 του ν. 4093/2012, με το οποίο αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990, ώστε να μην ισχύουν πλέον οι ΕΓΣΣΕ παρά μόνον για τους εργαζομένους που απασχολούνται σε εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων, αναφέροντας ότι η ίδια δεν είναι μέλος του ΣΕΒ που υπέγραψε τις ισχύουσες μετά την παραπάνω ημερομηνία (12-11-2012) ΕΓΣΣΕ.

Ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν έχει νόμιμο έρεισμα, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν (υπό τον αριθμό 1), οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για το επίδομα γάμου δεν στηρίζονται στις νεώτερες ΕΓΣΣΕ που επικαλείται η ενάγουσα, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής αυτών, αλλά στις προγενέστερες διατάξεις νόμων που προαναφέρθηκαν, δηλαδή τις διατάξεις της παραγράφου 2 της 10/1976 ΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 Ν.435/1976, και του άρθρου 2 του ν. 1766/ 1988, με τον οποίο κυρώθηκε η από 26.1.1988 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, διατάξεις που δεν καταργήθηκαν με την επικαλούμενη από την εναγομένη διάταξη του ν. 4093/2012, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί και ότι η χορήγηση του επιδόματος γάμου προβλέπεται στις νεώτερες από 14-5-2013 και από 26-3-2014 Ε.Γ.ΣΣΕ, έστω και ως (μη μισθολογικός, αλλά) θεσμικός όρος με καθολικό χαρακτήρα, δεδομένο που επιβεβαιώνει την εφαρμογή των προγενεστέρων διατάξεων που προαναφέρθηκαν και το προέβλεπαν χωρίς την προϋπόθεση της συμμετοχής των εργοδοτών στις συμβαλλόμενες (κατά τη σύναψη των ΕΓΣΣΕ) εργοδοτικές οργανώσεις.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί από τώρα ως (νόμω) αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος της έφεσης". Επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εργοδότρια (σελ. 135-136) "παρέμεινε δημόσια επιχείρηση του Κεφ. Β του Ν. 3429/2005, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν απώλεσε την πλειοψηφία του μετοχικού της κεφαλαίου, αφού η προαναφερθείσα μεταβίβαση των μετοχών της ήταν αντισυνταγματική και για το λόγο ακριβώς αυτό ανακλήθηκε μεταγενέστερα με την 262/21.2.2018 Απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων.

Υπό τα παραπάνω δεδομένα, οι βασικοί μισθοί των εργαζομένων στην εναγομένη ΕΥΑΘ διαμορφώθηκαν, ανά κατηγορία και χρονική περίοδο, στα προβλεπόμενα από την από 9-2-2009 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, μειωμένα όμως για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και το Μάιο του 2010 κατά ποσοστό 7%, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2010 έως και τον Οκτώβριο του 2011 κατά περαιτέρω ποσοστό 3% και για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2011 έως και τον Δεκέμβριο του 2016 έτι περαιτέρω ποσοστό 15%".

Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν αποτελεί μέλος της εργοδοτικής οργανώσεως, που συνεβλήθη στις ΕΓΣΣΕ ετών 2013 και 2014, παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, διότι σύμφωνα με την προπαρατεθείσα αρ. 2 νομική σκέψη από 14-5-2013 (και όχι από 12-11-2012, ως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) το επίδομα γάμου δικαιούνται μόνον οι εργαζόμενοι που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων (στην από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ) εργοδοτικών οργανώσεων, το δε επίδομα γάμου περιλαμβάνεται αναμφιβόλως στους μισθολογικούς (και όχι στους θεσμικούς) όρους εργασίας. Εξάλλου σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, που δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης, η ΕΥΑΘ ΑΕ τυγχάνει δημόσια επιχείρηση, με αποτέλεσμα το προσωπικό της από 1-1-2013 να υπάγεται στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του στενού δημόσιου τομέα του Ν.4024/2011. Σύμφωνα δε με την περ.12 υποπ. Γ1 παρ. Γ του άρθρου πρώτου Ν.4093/2012 από 1-1-2013 και εφεξής επέρχεται κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών (ΟλΑΠ 1/2021) και επομένως και εκ του λόγου αυτού δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι ΕΓΣΣΕ ετών 2013 και 2014.

Συνεπώς βασίμως μέμφεται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για τις ως άνω πλημμέλειες και ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος. 3α] Ο ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α` 226/27-10-2011), ορίζει στο άρθρο 31 αυτού υπό τον υπέρτιτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" ότι : 1.

α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησης τους ... ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314) όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212), με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ.

του ν. 3864/2010 (Α` 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α` 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους... β) Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β` του ν. 3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: "αα) Η πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου έχει διοριστεί ή εκλεχθεί από το Δημόσιο ή το "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε." (ΤΑΙΠΕΔ) ή άλλα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α` 314), που ενεργούν ως μέτοχοι, μόνοι ή από κοινού.

ββ) το Δημόσιο ή το ΤΑΙΠΕΔ ή άλλα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/ 2005, μόνοι ή από κοινού, έχουν την πλειοψηφία των μετοχών." 3. Για τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τις εταιρείες της υποπαραγράφου 1β, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 65% του μέσου κατά κεφαλήν αντίστοιχου κόστους της επιχείρησης, του οργανισμού ή της εταιρείας, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009.

Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, μικρότερο των 1.900 ευρώ κατά μήνα, ισχύει ως όριο το όριο των 1.900 ευρώ κατά μήνα. 4. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους".

Με τις ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 επήλθαν περικοπές των αποδοχών των εργαζομένων στις παραπάνω επιχειρήσεις ... Με τις ανωτέρω διατάξεις των ν.3899/2010 και 4024/2011 καταργήθηκαν οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος τους ρυθμίσεις που ήταν αντίθετες στα οριζόμενα από αυτές και η επαναφορά στο μισθολογικό καθεστώς στο προ της έναρξης της ισχύος των διατάξεων αυτών προϋποθέτει νέα κανονιστική διάταξη για την επαναφορά [ΑΠ 1243/2022]. 3β) Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/2012, ΑΠ 104/2012).

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την εφετειακή απόφαση, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 31 Ν. 4024/2011. Σύμφωνα με τις ενδιαφέρουσες στο σημείο αυτό παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (σελ. 133): "η εναγομένη υποστηρίζει, κατ' εκτίμηση και συνοπτικά, ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί για το χρονικό διάστημα από 27-10-2011 και μετά, επικαλούμενη το άρθρο 31 παρ. 5 του ν. 4024/2011 και ισχυριζόμενη ότι η μισθολογική της δαπάνη περιορίσθηκε υποχρεωτικά εκ του νόμου στο 65% του μέσου κατά κεφαλήν αντίστοιχου κόστους της επιχείρησης, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009.

Ως προς τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης πρέπει να λεχθούν τα εξής : Όπως συνάγεται από την αντιπαράθεση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, ενώ οι ενάγοντες ζητούν το επίδικο επίδομα γάμου από το έτος 2009 και μετά, η εναγόμενη επικαλείται ως βάση υπολογισμού (για τον περιορισμό της μισθοδοτικής δαπάνης στο 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους της επιχείρησης, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά τις 31-12-2009) κατά τα έτη 2011 και μετά, το ετήσιο μισθοδοτικό κόστος της την 31-12-2009.

Κατά το παραπάνω όμως χρονικό σημείο η εναγομένη δεν είχε συνυπολογίσει (καθώς δεν είχε καταβάλλει) το νόμιμο επίδομα γάμου, με αποτέλεσμα να λάβει χώρα εσφαλμένος υπολογισμός της ετήσιας μισθοδοτικής δαπάνης και για τα υπόλοιπα έτη. Επομένως, το οφειλόμενο στους ενάγοντες επίδομα δεν μπορεί να υπολογισθεί με τον επικαλούμενο από την εναγομένη τρόπο και γι' αυτό ο παραπάνω λόγος της έφεσης (πέμπτος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ομοίως ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους ακριβώς λόγους και ο εκτός, επίσης όλως επικουρικά προβαλλόμενος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη υποστηρίζει κατ' εκτίμηση και συνοπτικά ότι το επίδομα γάμου έπρεπε να υπολογιστεί από 27-10-2011 σε ποσοστό 8,51%, ισχυριζόμενη ότι από τη μισθολογική δαπάνη των εναγόντων αφαιρέθηκε εκ του νόμου (αρθ. 31 παρ. 5 Ν. 4024/2011 ένα ποσοστό 14,84% και ότι το του αντίστοιχο ποσοστό (που κατά τους υπολογισμούς της ανέρχεται σε 8,51%) πρέπει να αφαιρεθεί και από το επίδομα γάμου".

Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, ερειδόμενους στην αντίστοιχη πρωτοδίκη ένσταση της. Με τις παραπάνω παραδοχές ωστόσο η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 31 ν. 4024/2011. Τούτο δε διότι, κατά την εξέταση του παραπάνω αμφισβητούμενου ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν διαλαμβάνει καθόλου παραδοχές για το αν τελικά με τα επιδικαζόμενα ποσά υπάρχει ή όχι υπέρβαση του κόστους αυτού ή, αν η όποια τυχόν υπέρβαση εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προβλέπει ο Νόμος (κόστος μη υπερβαίνον τα 1.900 ευρώ/άτομο κλπ), ενώ εξάλλου δεν αναφέρεται ποιο θα έπρεπε να ήταν το πραγματικό κατά κεφαλήν μισθολογικό κόστος της αναιρεσείουσας εργοδότριας το 2009, ώστε να συγκριθεί με εκείνο του 2011 (δοθέντος ότι οι περικοπές που μνημονεύει η αναιρεσείουσα [3% + 10% + 14,85%] δεν υπερβαίνουν από μόνες τους το προβλεπόμενο όριο μισθολογικών περικοπών).

Συνεπώς, εφόσον καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αμέσως ανωτέρω διατάξεων ως προς το εξαχθέν αποδεικτικό πόρισμα (δικαιούμενες διαφορές αποδοχών για το διάστημα μετά την ισχύ του άνω Νόμου), η αναιρεσιβαλλομένη, μη διαλαμβάνοντας στο σημείο αυτό καθόλου αιτιολογίες, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει και κατά το σημείο αυτό να αναιρεθεί.

4 α) Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α 40/15-3-2010) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα µε οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή µε ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δηµόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), µειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).

Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας µειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. .... Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας." Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 και 8 Ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α 65/6-5-2010) "6.

Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:

α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε 500 ευρώ. Β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε 250 ευρώ. Γ) Το επίδομα αδείας, σε 250 ευρώ". Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ.

α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου -βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο καταρχήν απρόσφορα και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΑΠ 8/2022).

Περαιτέρω, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ανωτέρω ν. 4093/2012 επήλθε κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, ορισθέντος ειδικότερα ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α. ...

καταργούνται από 01.01.2013". Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου -χωρίς, πάντως, μνεία των προηγουμένως επιβληθεισών μειώσεων- αναφέρεται ότι: "Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 καταργούνται από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, και των ΟΤΑ.

Με τις ίδιες διατάξεις καταργούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας και για όλους τους υπαλλήλους και τους μισθωτούς των ΝΠΙΔ" (ΑΠ 7/2023). β) Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε "ισχυρισμούς" και όχι σε εφαρμοστέους νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στην περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 518/2022).

Περαιτέρω σύμφωνα με τις ενδιαφέρουσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (σελ. 164-165), που αφορούν τις αποδιδόμενες με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο πλημμέλειες, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, "η εναγόμενη όφειλε να καταβάλλει στους εργαζομένους της : α) ... β) την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του οφειλόμενου και του καταβαλλόμενου επιδόματος εορτών Πάσχα (ΔΠ), υπολογιζόμενη στο ήμισυ της μηνιαίας διαφοράς (του μήνα Απριλίου του αντίστοιχου έτους), προσαυξημένη κατά το συντελεστή 0,041666 για την αναλογία επιδόματος αδείας, που αποτελεί τακτική αποδοχή, γ) την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του οφειλόμενου και του καταβαλλόμενου επιδόματος αδείας (ΕΑ), υπολογιζόμενη στο ήμισυ της μηνιαίας διαφοράς (του μήνα Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους) και δ) την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του οφειλόμενου και του καταβαλλόμενου επιδόματος εορτών Χριστουγέννων (ΔΧ), υπολογιζόμενη στο ήμισυ της διαφοράς (του μήνα Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους), προσαυξημένη κατά το συντελεστή 0,041666 για την αναλογία επιδόματος αδείας, που αποτελεί τακτική αποδοχή.

Αναλυτικότερα, τα επιδόματα γάμου που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη στους εργαζομένους της, ανά κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο, καθώς και οι προκύπτουσες από τη μειωμένη καταβολή τους διαφορές, ανέρχονται στα ποσά που αναγράφονται στις οικείες στήλες των πινάκων που ακολουθούν: 1. ΠΕ Μηχανικών και ΠΕ Ιατρού Εργασίας:

α/α Έτη Προϋπηρεσίας 0, ΜΚ 19, Διαφορά 12 μηνιαίων μισθών, 868,56, διαφορά επιδόματος Πάσχα, 37,7, Διαφορά επιδόματος αδείας 36,19, διαφορά επιδ. Χριστουγέννων 75,40, ετήσια διαφορά 1.017,86 €, α/α2 : Έτη Προϋπηρεσίας 1, ΜΚ 18, Διαφορά 12 μηνιαίων μισθών, 882,0, διαφορά επιδόματος Πάσχα, 38,28, Διαφορά επιδόματος αδείας 36,75, διαφορά επιδ.

Χριστουγέννων 76,56, ετήσια διαφορά 1.033,59 €" κ.ο.κ.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές ωστόσο, η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις (που αναφέρονται στην υπ' αρ. 4 νομική σκέψη). Ευθέως διότι, αν και εδέχθη ότι η αναιρεσείουσα τυγχάνει δημόσια επιχείρηση (σύμφωνα και με όσα προεξετέθησαν κατά την εξέταση του 2ου "κυρίου" λόγου), παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου πρώτου Ν. 4093/2012 (περ. 12 υποπ.

Γ1 παρ. Γ), με το οποίο καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας, όχι μόνο στο Δημόσιο, αλλά και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα (ΑΠ 7/2023). Εκ πλαγίου δε, διότι δεν παρατίθενται τι ποσά έλαβαν οι εργαζόμενοι από την αναιρεσείουσα εργοδότρια για τις παραπάνω αιτίες (δώρα εορτών και επίδομα αδείας), αν, κατά την επιδίκασή τους, υπολογίσθηκε η περικοπή ποσοστού 30% για το διάστημα από 1-1-2010 έως 31-5-2010 (άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3833/2010), ούτε αν τα καταβληθέντα ποσά υπολείπονται των ορίων που προαναφέρθηκαν με βάση τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3845/2010 (ΔΧ 500 €, ΔΠ 250 €, ΕΑ 250 €) για το διάστημα από 1-6-2010 και έως 31-12-2012, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης κατά την επιδίκαση των επιπρόσθετων ποσών (της αναλογίας του επιδόματος γάμου) για δώρα εορτών και επίδομα αδείας και ακολούθως να μην δύναται να ελεγχθεί αν υπήρξε παραβίαση των αμέσως παραπάνω διατάξεων, αν δηλαδή συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε).

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στέρησε κατά το σημείο αυτό την απόφασή του νόμιμης βάσης, ο δε παραπάνω τέταρτος πρόσθετος λόγος, παραδεκτώς προβαλλόμενος εφόσον με αυτόν πλήττονται κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά της κυρίας αιτήσεως αναιρέσεως (διότι πηγάζουν από ενιαίο βιοτικό συμβάν), με τον οποίο (πρόσθετο λόγο) η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για ευθεία αλλά και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το οικείο κεφάλαιο.

Επισημαίνεται ότι οι παραπάνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις αφορούν τη νομική βασιμότητα της κρινομένης αγωγής και συνεπώς ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο βάσει της αρχής Jura novit Curia, ανεξαρτήτως δηλαδή της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών από την αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μη τίθεται, σε κάθε περίπτωση, ζήτημα απαραδέκτου του λόγου αναίρεσης (ως διατείνονται οι αναιρεσίβλητοι), κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που, όπως αναφέρθηκε στην προεκτεθείσα (4) νομική σκέψη, αναφέρεται σε ισχυρισμούς και όχι σε νομικούς κανόνες, όπως εν προκειμένω. 5] Σύμφωνα με το άρθρο 4 της Πράξεως Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ 6/2012) "Από 14-2-2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, Συλλογικών Συμβάσεων ή Διαιτητικών Αποφάσεων, οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας".

Οι δε διατάξεις της ως άνω ΠΥΣ με την οποία αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμου, όρων συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων οι οποίες προβλέπουν αύξηση μισθών και ημερομισθίων με προϋπόθεση την πάροδο ορισμένου χρόνου εργασίας (υπηρεσιακές ωριμάνσεις), δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 22, 23, και 25 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 937/2022, ΑΠ 594/2021).

Σύμφωνα με τις σχετιζόμενες με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αιτιάσεις (εκ του αριθμού 1 άρθρου 559 του ΚπολΔ) παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης: (σελ. 186) "οι ενάγοντες (ή οι δικαιοπάροχοι τους) υπάγονταν κατά τα έτη 2009- 2016 στις κατηγορίες και τα κλιμάκια που αναγράφονται στις οικίες στήλες του πίνακα που ακολουθεί" και εν συνεχεία (σελ. 190) "με βάση όλα τα παραπάνω ο κάθε ενάγων εδικαιούτο τις προκύπτουσες γι' αυτόν διαφορές, με βάση την κατηγορία και το μισθολογικό του κλιμάκιο, διαφορές και συγκεκριμένα εδικαιούτο τα ποσά που αναγράφονται στον πίνακα που ακολουθεί", τοποθετώντας ακολούθως (η προσβαλλομένη) τους ενάγοντες σε επόμενα (ανώτερα) μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ) και για τα έτη 2012 -2016, σύμφωνα με τις προβλέψεις της από 9-2-2009 επιχειρησιακής ΣΣΕ (ενδεικτικώς, εκ του επισυναπτομένου στη σελ. 186 πίνακα της προσβαλλομένης, ο με α.α. 1 ενάγων Π.

Σ., το έτος 2012 ήταν τοποθετημένος στο ΜΚ 8, το 2013 στο ΜΚ 7 και το 2015 στο ΜΚ 6, η με α.α. 2 ενάγουσα Ο. Τ., το έτος 2012 ήταν τοποθετημένη στο ΜΚ 10, το 2013 στο ΜΚ 9, το 2015 στο ΜΚ 8, κοκ). Έτσι που έκρινε όμως το Εφετείο παραβίασε ευθέως (αρθ. 559 παρ. 1 ΚΠολΔ) τις προαναφερθείσες διατάξεις της ΠΥΣ και συνεπώς ο παραπάνω πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, παραδεκτώς προβαλλόμενος, εφόσον με αυτόν πλήττονται κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά της (κυρίας) αιτήσεως αναιρέσεως (διότι πηγάζουν από ενιαίο βιοτικό συμβάν), κατά τον οποίο εσφαλμένα υπολογίσθηκαν τα επιδικασθέντα ποσά για το διάστημα από τον μήνα Φεβρουάριο 2012 και εφ'εξής, παραδεκτώς προβληθείς το πρώτον ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση και κατά το μέρος αυτό.

Μετά δε την παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως παρέλκει η εξέταση, ως άνευ αντικειμένου, των 2ου, 3ου και 6ου προσθέτων λόγων (με τον οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται, αντιστοίχως: α) ότι σε κάθε περίπτωση τα επιδικασθέντα επιδόματα έδει να υπολογισθούν περικεκομμένα κατά 14,84%, από 1-11-2011 και εφεξής και β) ότι, επικουρικώς, το επίδομα γάμου καταργήθηκε με το άρθρο 103 Ν. 4172 από 12-11-12, άλλως από 23-7-13 και γ) ότι, όλως επικουρικώς, μετά την ισχύ του Ν. 4093/12 το επίδομα γάμου δεν υπερβαίνει το 5% επί του βασικού μισθού), διότι οι λόγοι αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί.

ΙΙ] Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της από 20.7.2020 αιτήσεως οι αναιρεσείοντες εργαζόμενοι μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5, 8 Ν 3833/2010 και 2 παρ. 4 Ν 3845/2010 (που μείωσαν τους βασικούς μισθούς κατά 7% + 3% αντιστοίχως), υπολογίζοντας το επίδομα γάμου επί τη βάσει των περικομμένων με τους παραπάνω νόμους μισθών, διότι με αυτούς ρητά εξαιρέθηκαν από τις περικοπές τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση.

Επομένως, κατά τους αναιρεσείοντες, έπρεπε να υπολογισθούν επί του βασικού μισθού κάθε εργαζομένου, όπως αυτός (θα) προέκυπτε από την Επιχειρησιακή ΣΣΕ του 2009. Ο λόγος όμως αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι ναι μεν το επίδομα γάμου (αρχικώς) διατηρήθηκε δυνάμει των ως άνω διατάξεων, ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε στην υπ' αρ. 1 νομική σκέψη (κατά την εξέταση του τρίτου λόγου της πρώτης αναιρέσεως), αυτό υπολογίζεται επί του καταβαλλομένου ατομικού μισθού, όπως αυτός κάθε φορά προκύπτει από τη συσχέτιση των πηγών του εργατικού δικαίου (Νόμος, ΣΣΕ, Δ.Α., ατομική σύμβαση εργασίας κλπ).

Τέλος με τον δεύτερο λόγο της από 20.7.2020 αιτήσεως, κατά το διαφοροποιημένο από τον παραπάνω πρώτο λόγο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες εργαζόμενοι αιτιώνται ότι η προσβαλλομένη απόφαση μη διαλαμβάνοντας καμία αιτιολογία ως προς το κατά κεφαλή μηναίο μισθολογικό κόστος της αναιρεσίβλητης ΕΥΑΘ ΑΕ, κατά τα έτη 2009 και 2011, παραβίασε εκ πλαγίου (αρθ. 559 παρ. 19 ΚπολΔ) τις διατάξεις των άρθρων 4,13, 31 και 43 Ν. 4024/2011, διότι κατά τον υπολογισμό του επιδόματος γάμου μετά το έτος 2011 αφαίρεσε από τον βασικό μισθό εκάστου εργαζομένου ένα πρόσθετο ποσοστό 15%, επικαλουμένη την εφαρμογή των άρθρων 13 (εννοεί 31) και 43 του Ν. 4024/2011.

Εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι (σελ. 134) "ο υπολογισμός του επίδικου επιδόματος γάμου πρέπει πράγματι να γίνει, για κάθε ενάγοντα ξεχωριστά, με βάση τον προβλεπόμενο γι' αυτόν με την από 9-2-2009 Επιχειρησιακή ΣΣΕ βασικό μισθό, μετά όμως τις μειώσεις που επήλθαν κατ' εφαρμογή των παραπάνω νόμων.

Ειδικότερα, με τους παραπάνω νόμους επήλθε μείωση και στους προβλεπόμενους από την από 9-2-2009 Επιχειρησιακή ΣΣΕ βασικούς μισθούς των εργαζομένων στην εναγομένη δημόσια επιχείρηση του Κεφ. Β του Ν. 3429/2005, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο είχε την πλειοψηφία του μετοχικού της κεφαλαίου. Και πιο συγκεκριμένα, από 1-1-2010 επήλθε μείωση 7% κατ' εφαρμογή των άρθρων 1 και 20 ν. 3833/2010, από 1-6-2010 επήλθε περαιτέρω μείωση σε ποσοστό 3% κατ' εφαρμογή των άρθρων τρίτου και έβδομου του Ν. 3845/2010 και από 27-10-2011 επήλθε και περαιτέρω μείωση σε ποσοστό 15%".

Σύμφωνα όμως και με τα όσα προεξετέθησαν κατά την εξέταση του πρώτου προσθέτου λόγου της από 17.7.2020 αναιρέσεως της αναιρεσείουσας, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά την εξέταση των σχετικών μισθολογικών περικοπών στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητη εργοδότρια κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του Ν. 4024/2011, δεν διέλαβε στο σημείο αυτό καθόλου αιτιολογίες, στερώντας έτσι την απόφαση από τη νόμιμη βάση της (άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι το παραπάνω ποσοστό περικοπής εκ 15%, που δέχθηκε, δεν προβλέπεται ευθέως στην ως άνω διάταξη, διότι αυτή (σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη με αρ. 3) προβλέπει την, υπό πλείονες προϋποθέσεις, περικοπή του μέσου μισθολογικού κόστους έως το 65% αυτού του 2009.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω δεύτερος λόγος της από 20.7.2020 αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει οι παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως να γίνουν (μερικώς) δεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαια και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, από δικαστή άλλον εκείνου που δίκασε. Τέλος η δικαστική δαπάνη των διαδίκων θα συμψηφισθεί στο σύνολό της, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αμφοτέρων των μερών (αφού και οι δυο αιτήσεις έγιναν δεκτές), αλλά και λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των εφαρμοστέων νομικών κανόνων (άρθρα 178, 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 17.7.2020 με αριθ. καταθ. 1784/196/2020 και από 20.7.2020 με αριθμ. καταθ. 1796/197/2020 αιτήσεις αναιρέσεως, μετά των από 21-8-2023 με αριθ. καταθ. 108/2023 και από 19-8-2024 αριθ. κατάθ. 110/2024 προσθέτων λόγων της πρώτης ως άνω αναιρέσεως.

Αναιρεί την 1064/2020 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή, άλλον από εκείνον που δίκασε.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ