Supreme Court partially allows appeal on joint account funds, remands for further trial on ownership and withdrawal authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding the management of a deceased brother's funds. The appellants argued that the defendants improperly withdrew money from a joint account without proper authority, while the respondents claimed the withdrawals were valid under a power of attorney. The Court found the appeal admissible regarding the specific amount deposited in the joint account but deemed the broader claim of illegal misappropriation unsupported by the existing facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case for further trial when the lower court's decision is flawed regarding specific factual determinations, such as the ownership of funds in a joint account or the scope of authority for withdrawals, without necessitating a full re-evaluation of unrelated claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1755 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1755/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Π. συζύγου Δ. Κ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... και 2) Α. συζύγου Β. Α., το γένος Γ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζύγου Λ. Σ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου Αττικής και 2) Θ. Τ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Δημοσθένους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 23-7-2013 αγωγές της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-2-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης: Εκάστη των αναιρεσειουσών άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 23/7/2013 αγωγή της, στην οποία αναφέρει ότι ο Φ. Μ., αδελφός των αναιρεσειουσών και της πρώτης αναιρεσίβλητης, με σύμβαση εντολής, που κατάρτισε με τους αναιρεσιβλήτους, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας, που αντιμετώπιζε, εξαιτίας των οποίων, νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο στα Ιωάννινα και επειδή για τη νοσηλεία και την αποθεραπεία του υπήρχε η πρόβλεψη ότι θα διαρκούσαν αρκετά, με μεγάλη πιθανότητα να χρειαστεί να μεταβεί και στο εξωτερικό, σε εξειδικευμένα νευροχειρουργικά κέντρα και ειδικά κέντρα αποκατάστασης, τους ανέθεσε, μεταξύ άλλων, χορηγώντας τους και σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, τη διαχείριση των χρημάτων του, ποσού 230.000 ευρώ, τα οποία διατηρούσε στην τότε "..." σε τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση με αριθμό ταμιευτηρίου ...
και ημερομηνία λήξης την 19-1-2011, ώστε να μπορέσουν να καλύψουν το κόστος νοσηλείας του, το οποίο, σε περίπτωση μετάβασής του στο εξωτερικό, θα ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Ότι ακολούθως η πρώτη αναιρεσίβλητη, στις 22-12-2010, προσήλθε στο υποκατάστημα Ιωαννίνων της ... Τράπεζας και ζήτησε, δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου, την πρόωρη λήξη της άνω προθεσμιακής κατάθεσης και την ανάληψη όλου του ποσού αυτής μαζί με τους τόκους.
Ότι το συνολικό ποσό, των 232.033,96 ευρώ, που ανέλαβε, το κατέθεσε αυθημερόν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, σε κοινό, διαζευκτικό λογαριασμό, με συνδικαιούχους το Φ. Μ. και τους αναιρεσιβλήτους, υπό τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς.
Ότι στις 25-12-2012, και ύστερα από μακρά νοσηλεία απεβίωσε ο Φ. Μ., ο οποίος με δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, όρισε ότι κληρονόμοι κατ' ισομοιρίαν όλων των χρημάτων του, που θα βρεθούν κατά το χρόνο του θανάτου του, θα είναι οι αναιρεσείουσες και η πρώτη αναιρεσίβλητη. Ότι οι αναιρεσίβλητοι, αν και δεν χρησιμοποίησαν για τις ανάγκες της εντολής το ανωτέρω ποσό και οχλήθηκαν προς τούτο, αρνούνται να επιστρέψουν σε κάθε αναιρεσείουσα το ποσό των 77.344,65 ευρώ, που της αναλογεί σύμφωνα με την διαθήκη, το οποίο ιδιοποιήθηκαν παράνομα.
Επιπροσθέτως η πρώτη αναιρεσείουσα στην δική της αγωγή εκθέτει, πέραν των ανωτέρω, που αφορούν στο ποσό των 232.033,96 ευρώ, ότι με άτυπη σύμβαση εντολής, που κατάρτισε η ίδια με τους αναιρεσίβλητους στις 27/10/2011, παρέδωσε δια του υιού της Ν. Κ., που ενεργούσε για λογαριασμό της, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, που ενεργούσε και για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ποσό των 92.000 ευρώ, που της ανήκε κατά κυριότητα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν αυτοί για τις ανάγκες νοσηλείας του αδελφού της Φ.
Μ., και ότι οι αναιρεσίβλητοι, παρότι δεν χρησιμοποίησαν το ποσό αυτό για τον σκοπό που δόθηκε και η σύμβαση της εντολής έληξε και τους όχλησε, αρνούνται να της το αποδώσουν αλλά το ιδιοποιήθηκαν και αυτό παράνομα. Ενόψει των ανωτέρω, οι αναιρεσείουσες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι προσέβαλαν την προσωπικότητα του Φ.
Μ. και να υποχρεωθούν αυτοί, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος και με απειλή προσωπικής κράτησης, λόγω της αδικοπραξίας, που τέλεσαν, να καταβάλουν νομιμοτόκως ως αποζημίωση το ποσό των (77.344, 65 +92.000=) 169.344,65 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 77.344,65 στην δεύτερη τούτων και ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ σε εκάστη τούτων.
Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 25/2016 απόφαση του έκανε εν μέρει δεκτές τις αγωγές και υποχρέωσε τους αναιρεσιβλήτους, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστο να καταβάλλουν νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 174.344,65 ευρώ στην πρώτη αναιρεσείουσα και το ποσό των 82.344,65 ευρώ στην δεύτερη αναιρεσείουσα.
Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση κατά της απόφασης αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 183/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως απέρριψε τις από 23/7/2013 αγωγές των αναιρεσειουσών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.
Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ.Πολ.Δ.).
Α)Κοινοί λόγοι αναίρεσης αμφοτέρων των αναιρεσειουσών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 713, 719, 726 και 1710 ΑΚ συνάγεται ότι εντολή είναι η σύμβαση, η οποία μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς, κατά το άρθρο 158 ΑΚ (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 2212/2014), με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή (άρθρο 713), ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής (και δεν το χρησιμοποίησε κατά την εκτέλεσή της) καθώς και καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής (άρθρο 719), ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης και την φύση του αντικειμένου, επομένως και χρήματα (ΑΠ 1132/2019), ότι ο χρόνος απόδοσης από τον εντολοδόχο των ανωτέρω ληφθέντων ή κτηθέντων, αν δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος από το περιεχόμενο της σύμβασης εντολής, είναι ο χρόνος λύσης της σύμβασης αυτής, οπότε ο εντολέας, αν ο εντολοδόχος αρνείται να του αποδώσει τα ληφθέντα για την εκτέλεση της εντολής και μη αναλωθέντα ή τα κτηθέντα από την εκτέλεση της, έχει ενοχική αξίωση κατά του εντολοδόχου για την απόδοσή τους (ΑΠ 404/2020, ΑΠ 1569/2012, ΑΠ 1025/2009) και ότι, αν η λύση της σύμβαση εντολής επέλθει, κατά το άρθρο 726 ΑΚ, με τον θάνατο του εντολέα, την ενοχική αυτή αξίωση κατά του εντολοδόχου την έχουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος εντολέως (άρθρο 1710 ΑΚ), αφού η λύση της εντολής επέρχεται μόνον για το μέλλον και, ως εκ τούτου, διατηρούνται τα μέχρι τότε αποκτηθέντα δικαιώματα ή οι γεννηθείσες υποχρεώσεις.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη, που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά( ΑΠ 1046/2019). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 375 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και το αδίκημα της υπεξαίρεσης, δηλαδή η με πρόθεση παράνομη ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του ιδιοποιούμενου με οποιονδήποτε τρόπο, τέτοια δε παράνομή ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα αυτό σαν να είναι κύριος, με δόλο που ενέχει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), καθώς και την θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (ΑΠ 487/2017), αποτελεί δε επιβαρυντική περίπτωση, αν η ιδιοποίηση αυτή γίνεται από εντολοδόχο ή διαχειριστή ξένης περιουσίας.
Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, δηλαδή, πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής, ενώ ως διαχειριστής νοείται αυτός, που ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέα, με εξουσία αντιπροσώπευσης αυτού, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχείρισης "εν τοις πράγμασι", δηλαδή, να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής κατάστασης (ΑΠ 871/2020, ΑΠ 26/2017 ποιν., ΑΠ 1203/ 2017).
Υπό την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1203/ 2017ποιν). Έτσι, είναι ξένο το χρηματικό ποσό που δίδεται δυνάμει συμβάσεως εντολής στον εντολοδόχο για τη δαπάνη εκτελέσεως της εντολής, σύμφωνα με το άρθρο 721 ΑΚ, και το οποίο υποχρεούται να αποδώσει αυτός σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεσή της (άρθ. 719 ΑΚ), οπότε αρνούμενος να αποδώσει τούτο στον εντολέα του διαπράττει υπεξαίρεση (ΑΠ 487/2017, ΑΠ 657/2011, ΑΠ 952/2011 ποιν., ΑΠ 1208/2008), αφού δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων σ' αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 250/2021, ΑΠ 589/2017, ΑΠ 1642/2013, ΑΠ 655/2011).
Ενόψει των προεκτεθέντων, η άρνηση του εντολοδόχου να αποδώσει, μετά την λύση της εντολής, στον εντολέα και σε περίπτωση θανάτου του στους κληρονόμους του, τα δοθέντα από τον εντολέα στον ίδιο για την εκτέλεση της εντολής και μη χρησιμοποιηθέντα πράγματα ή τα ληφθέντα από αυτόν από την εκτέλεση της εντολής αποτελεί υπεξαίρεση και συνεπώς αδικοπραξία, οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων του εντολέως ή των κληρονόμων του τόσον από την σύμβαση εντολής, όσον και από την αδικοπραξία του εντολοδόχου (ΑΠ 657/2011).
Εξάλλου από το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν.5368/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, καθώς και από τα άρθρα 2 παρ.1 του Ν.Δ από 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 117 Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε ανοικτό λογαριασμό επ` ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού είναι, κατά την έννοια του ως άνω νόμου, η περιέχουσα τον όρο ότι το λογαριασμό αυτό μπορεί να χρησιμοποιεί εν όλω ή εν μέρει, είτε ένας είτε μερικοί ή και όλοι κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, ενώ είναι αδιάφορο αν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν σε όλους εκείνους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, ή σε έναν, ή σε ορισμένους από αυτούς, η όλη δε χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση.
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 στοιχ.α' του ΝΔ της 17.7/13-8-1923 και 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ` ονόματι δύο καταθετών σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του σε ποιόν από τους δύο ανήκαν τα χρήματα, παράγεται μεταξύ των καταθετών και της τράπεζας ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως, όλων ή μέρους αυτών, από τον έναν των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, αν αναληφθεί δε ολόκληρο το ποσό, να επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαιτήσεως καθενός από τους δύο καταθέτες έναντι της τράπεζας, ενώ ο καταθέτης που δεν έκανε την ανάληψη, έχει δικαίωμα αναγωγής κατ` εκείνου, που ανέλαβε όλα τα χρήματα, βάσει της τυχόν υφιστάμενης μεταξύ των δύο εσωτερικής σχέσεως, που μπορεί να είναι συμβατική ή μη, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιας σχέσεως, του μισού αυτών των χρημάτων.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".
Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ` αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ` αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες συνδικαιούχους, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 863/2020, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017).
Ο επικαλούμενος την εξαίρεση της υπάρξεως του προσθέτου όρου του άρθρου 2 του ν.5638/1932, που συνιστά ένσταση, φέρει και το βάρος αποδείξεως αυτής (ΑΠ 863/2020). Εξάλλου η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό.
Η σχέση αυτή μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Ειδικότερα, η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, κατ' αντιδιαστολή δε, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου.
Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 539/1992). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1001/2012). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η σχέση που συνδέει τους δικαιούχους μπορεί να είναι σύμβαση εντολής, με βάση την οποία ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας του, απλώς προς διευκόλυνση του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ' αυτόν.
Σ' αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. του ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του και σε κάθε περίπτωση ότι αυτές θα γίνονται αποκλειστικά προς διεξαγωγή της υπόθεσης, που αφορά η εντολή, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση εντολοδόχο, συνδικαιούχο του λογαριασμού, ολόκληρο το ποσό που δεν χρησιμοποιήθηκε μέχρι τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 2032/2017, ΑΠ 1128/2017), την ίδια δε αξίωση έχουν, σε περίπτωση θανάτου του, οι κληρονόμοι του εντολέα, με βάση την προαναφερόμενη εσωτερική σχέση των καταθετών.
Αντιθέτως, οι κληρονόμοι του εντολέα δεν αποκτούν δικαίωμα επί του καταλοίπου του κοινού αυτού λογαριασμού, που δεν χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της εντολής, εφόσον τέθηκε σ' αυτόν ο ανωτέρω όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, είτε από τον εντολέα, στην περίπτωση που άνοιξε ο ίδιος τον κοινό λογαριασμό, είτε από τον εντολοδόχο, δυνάμει όμως, στην περίπτωση αυτή, ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας του εντολέα, καθόσον με την θέση του ανωτέρω όρου εκδηλώθηκε η θέληση του εντολέα, μετά τον θάνατό του, τα χρήματα που κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό για την εκτέλεση της εντολής και δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό από τον εντολοδόχο, να περιέρχονται στον συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού εντολοδόχο και όχι στους κληρονόμους του, οι οποίοι συνεπώς από την εσωτερική σχέση, που συνέδεε τον εντολέα με τον εντολοδόχο δεν αποκτούν δικαίωμα να απαιτήσουν το ποσό αυτό, ούτε κατά τις διατάξεις της εντολής, ούτε από τις διατάξεις των αδικοπραξιών, αφού ο εντολοδόχος αποκτά νόμιμα με τον θάνατο του εντολέως το απομένον στον κοινό λογαριασμό ποσό και συνεπώς δεν διαπράττει υπεξαίρεση, αν δεν το αποδώσει στους κληρονόμους του εντολέως.
Επομένως, για την κατάθεση από τον εντολοδόχο του χρηματικού ποσού που έλαβε από τον εντολέα, αποκλειστικά, προς εκτέλεση της εντολής, σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, με συνδικαιούχο τον ίδιο και με τον ανωτέρω όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, απαιτείται η χορήγηση σ' αυτόν από τον εντολέα ειδικής πληρεξουσιότητας, ενόψει του ότι ο ανωτέρω όρος υπερβαίνει το περιεχόμενο της δοθείσας στον εντολοδόχο εντολής αλλά και λόγω των διαφορετικών συνεπειών, όσον αφορά το κατάλοιπο του κοινού λογαριασμού, οι οποίες επέρχονται με τη λύση της εντολής λόγω θανάτου του εντολέως.
Αν ελλείπει η ανωτέρω προϋπόθεση και η σύμβαση εντολής λυθεί με το θάνατο του εντολέα, ο όρος αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής και ο εντολοδόχος υποχρεούται να αποδώσει στους κληρονόμους του εντολέα, το ποσό που έλαβε και δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση της εντολής. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Φ. Μ. του Γ., ήταν αδελφός των εναγουσών (ήδη αναιρεσειουσών) και της πρώτης των εναγομένων (ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων), από τα τέλη δε Οκτωβρίου του 2010 άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιτίας των οποίων, νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο στα Ιωάννινα.
Δεν είχε σύζυγο, ούτε απόκτησε παιδιά, μοναδικοί δε συγγενείς του ήταν οι ως άνω τρεις αδερφές του, καθώς και τα υπόλοιπα άρρενα αδέρφια του δηλαδή ο(ι) Κ., Α., Θ. και Λ. Μ.. Ο Φ. Μ. διατηρούσε στην τότε "..." τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση με αριθμό ... και με αριθμό ταμιευτηρίου ... με ημερομηνία έναρξης 19-10-2010 και λήξης 19-1-2011, ποσού 230.000 ευρώ.
Για το λόγο ότι η νοσηλεία του και η αποθεραπεία του θα διαρκούσαν αρκετά και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να χρειαστεί να μεταβεί και στο εξωτερικό, σε εξειδικευμένα νευροχειρουργικά κέντρα και ειδικά κέντρα αποκατάστασης στις ΗΠΑ ή στην Ελβετία ή στη Γερμανία (όπου είχε ζήσει για περισσότερο από 30 χρόνια) ανέθεσε τη διαχείριση των χρημάτων του αυτών, αλλά και της μηνιαίας σύνταξής του, στους εναγομένους αδελφή του (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) και μακρινό ανιψιό του (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), ώστε να μπορέσουν να καλύψουν το κόστος νοσηλείας του, το οποίο, σε περίπτωση μετάβασής του στο εξωτερικό, θα ήταν ιδιαίτερα υψηλό.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο Φ. Μ. προέβη σε δωρεά υπό τρόπο των χρημάτων αυτών σε αυτούς, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, είναι παντελώς αντίθετο στην κοινή λογική ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, λίγους μήνες από την έναρξη της νοσηλείας του να δωρίζει ένα τόσο μεγάλο ποσό χρημάτων σε τρίτους, αποστερώντας στην ουσία τον εαυτό του από τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσει για την αποκατάσταση της υγείας του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 6-12-2010 προσήλθε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου εξακολουθούσε να νοσηλεύεται ο Φ. Μ., ένεκα της αδυναμίας μετακίνησης αυτού και της σοβαρότητας της κατάστασής του, ο συμβολαιογράφος Ιωαννίνων Π. Κίτνης και συνέταξε το με αριθμό ... πληρεξούσιο, με το οποίο ο ανωτέρω διόριζε ως αντιπροσώπους και διαχειριστές των χρημάτων του, τους εναγομένους, στους οποίους έδωσε τις εξής εντολές και πληρεξουσιότητες, ενεργώντας και οι δύο μαζί ή ο καθένας χωριστά: "Α) Να εισπράττει από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) ή άλλο ασφαλιστικό ταμείο, ακόμη και ασφαλιστικό ταμείο, εξωτερικού με ένταλμα, να πληρώνεται από οποιοδήποτε ταμείο, τράπεζα ή Οργανισμό τη μηνιαία σύνταξη του εντολέα, τις κάθε φορά χορηγούμενες αυξήσεις, τις καθυστερούμενες συντάξεις, τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, βοηθήματα, επιδόματα, νοσήλια, απόδοση από αμοιβές γιατρών για επισκέψεις, αγορές φαρμάκων και εκτέλεση παρακλινικών εξετάσεων, αμοιβές αποκλειστικών νοσοκόμων, και γενικά όλες τις τακτικές και έκτακτες παροχές που είναι σχετικές με τη σύνταξη του εντολέα, ακόμα να παραλαμβάνει, οπισθογραφεί, εξοφλεί και μεταβιβάζει επιταγές που εκδίδονται για πληρωμή συντάξεων από οιαδήποτε τράπεζα, ταμείο ή οργανισμό σε οποιαδήποτε ποσά κι αν ανέρχονται οι παραπάνω παροχές και χωρίς χρονικό περιορισμό και κάθε φορά να υπογράφει τις αποδείξεις και τις σχετικές εξοφλήσεις, να παραλαμβάνει συνταξιοδοτικά έγγραφα και βιβλιάρια, να υπογράφει αιτήσεις, δηλώσεις του αρ. 8 του ν. 1599/86 κι άλλα έγγραφα που χρειάζονται την υπογραφή του εντολέα και γενικά να κάνει κάθε τι άλλο χρειαστεί μέσα στα πλαίσια των εντολών αυτών.
Β) Να παρίσταται και να εκπροσωπεί τον εντολέα ενώπιον κάθε δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας και οργανισμού, και ακόμη ενώπιον της Δημόσιας Εταιρίας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως, της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Ο.Τ.Ε.), των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛ.ΤΑ.), του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) και λοιπών Ταμείων- και - Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, να υποβάλλει οποιαδήποτε αίτηση στο όνομα του εντολέα και να υπογράφει τις σχετικές συμβάσεις με οποιουσδήποτε όρους και εγγυήσεις και να ενεργεί ότι χρειάζεται για την εκπροσώπηση του εντολέα ενώπιον των άνω Οργανισμών και Αρχών.
Σε κάθε δε περίπτωση να υπογράφει και υποβάλει δηλώσεις για κάθε αιτία, να υπογράφει και υποβάλλει αιτήσεις, να παραλαμβάνει πιστοποιητικά, βεβαιώσεις, συστημένες επιστολές και δέματα. Ακόμη να υπογράφει και υποβάλει δηλώσεις του αρ. 8 του ν. 1599/86 με οποιοδήποτε νόμιμο περιεχόμενο. Γ) Να παρίσταται για λογαριασμό του σε οποιαδήποτε αρμόδια Δ.Ο.Υ., για οποιαδήποτε υπόθεση του.
Να υπογράφει και υποβάλει δηλώσεις φόρου εισοδήματος, οποιεσδήποτε άλλες δηλώσεις για κάθε αιτία, να υπογράφει και υποβάλει αιτήσεις, να παραλαμβάνει πιστοποιητικά, να συμβιβάζεται σε οποιαδήποτε υπόθεση του, υπογράφοντας κάθε πράξη συμβιβασμού. Να υπογράφει και υποβάλει δηλώσεις του αρ. 8 του ν. 1599/86 με οποιοδήποτε νόμιμο περιεχόμενο.
Να εισπράττει για λογαριασμό του οποιουσδήποτε αχρεώστητους φόρους. Να εκπροσωπεί αυτόν, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., και σε κάθε Διοικητικό Δικαστήριο, να κοινοποιεί έγγραφα, δικόγραφα, προσφυγές, εφέσεις, να τα παραλαμβάνει σαν αντίκλητος για εξώδικη ή δικαστική επίλυση κάθε φορολογικής διαφοράς. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις να υποβάλει και υπογράφει αιτήσεις, δηλώσεις και να παραλαμβάνει πιστοποιητικά και βεβαιώσεις.
Δ) Να προβαίνει στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού σε οποιοδήποτε ύψος κι αν ανέρχεται, από τους με αριθμούς: α) ..., ... ατομικούς λογαριασμούς της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και γ) ... μισθοδοτικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, υπογράφοντας για το σκοπό αυτό κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη.
Να κινεί και να κλείνει τους παραπάνω λογαριασμούς, ακόμη να "ανοίγει" και νέους λογαριασμούς στο όνομα του εντολέα, καταθέσεων, όψεως, τρεχούμενους σε ευρώ ή σε ξένο νόμισμα σε οποιαδήποτε Τράπεζα της Ελλάδος ή του Εξωτερικού, ατομικούς ή κοινούς (joint account) με οποιαδήποτε πρόσωπα φυσικά ή νομικά, και να υπογράφει κάθε σχετική αίτηση ή δήλωση, όπως επίσης και να αναλαμβάνει βεβαιώσεις κινήσεως των ανωτέρω λογαριασμών.
Ακόμη να προβαίνει στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος κι αν ανέρχεται, (όλου ή μέρους του κεφαλαίου και των τόκων) από τον με αριθμό ... προθεσμιακό λογαριασμό της ... Τράπεζας, να μεταφέρουν το κεφάλαιο και τόκους (όλο ή μέρος) του παραπάνω λογαριασμού σε άλλους λογαριασμούς, να προβαίνουν στην ανανέωση της παραπάνω προθεσμιακής καταθέσεως, ή και στην παύση της, και ακόμη να κλείνουν την παραπάνω προθεσμιακή κατάθεση, υπογράφοντας για τους παραπάνω σκοπούς, κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη".
Στα πλαίσια της παραπάνω εντολής, η πρώτη των εναγομένων στις 22-12-2010 προσήλθε στο υποκατάστημα Ιωαννίνων της ... Τράπεζας, όπου και ζήτησε, δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου, την πρόωρη λήξη της άνω προθεσμιακής κατάθεσης του Φ. Μ. και την ανάληψη όλου του ποσού μαζί με τους τόκους. Πράγματι ανέλαβε από την πιο πάνω Τράπεζα το ποσό των 230.000 ευρώ πλέον τόκων 2.033,96 ευρώ και συνολικά 232.033,96 ευρώ.
Το ποσό αυτό κατατέθηκε αυθημερόν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, όπου τηρούντο και οι λοιποί λογαριασμοί του Φ. Μ. (συνταξιοδοτικοί κλπ) στο 261 υποκατάστημα Ιωαννίνων, στον ... κοινό διαζευκτικό λογαριασμό με συνδικαιούχους το Φ. Μ. και τους εναγομένους, υπό τον προδιατυπωμένο, τόσο στη σύμβαση όσο και στην αίτηση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού, όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 1-11-2011 και ενώ συνεχιζόταν η νοσηλεία του Φ. Μ., η πρώτη ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), Π. Κ., επέστρεψε σε αυτόν, κατ' απαίτησή του, προκειμένου μαζί με το υπόλοιπα χρήματά του να τα χρησιμοποιήσει προς αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων υγείας του, το ποσόν των 92.000 ευρώ, που αυτός λίγο χρόνο πριν τη νοσηλεία του της είχε δώσει με σκοπό να αγοράσει ένα σπίτι για να μένει και αυτός μαζί της, πράγμα όμως που ουδέποτε συνέβη εξαιτίας της επακολουθήσασας ασθένειας και νοσηλείας του.
Ειδικότερα ο Ν. Κ., γιός της Π. Κ., για λογαριασμό της μητέρας του, παρέδωσε στις 1-11-2011 στον δεύτερο εναγόμενο Θεόφιλο Τουμανίδη, για λογαριασμό του Φ. Μ. το ποσό των 92.000 ευρώ, συντάχθηκαν δε και υπογράφηκαν οι με την ίδια χρονολογία υπεύθυνες δηλώσεις με το εξής περιεχόμενο: "Παρέδωσα στον κ. Θ. Τ. του Σ. το ποσό των 92.000 ευρώ (ενενήντα δύο χιλιάδες ευρώ) διά τον Φ.
Μ." και "Παρέλαβα από τον Κ. Ν. το ποσό των 92.000 ευρώ (ενενήντα δύο χιλιάδες ευρώ) διά Φ. Μ.". Από το ποσόν αυτό κατατέθηκε από τους εναγομένους στον προαναφερθέντα κοινό λογαριασμό το ποσόν των 90.000 ευρώ και συγκεκριμένα ποσόν 80.000 ευρώ στις 1-1-2011 και ποσόν 10.000 ευρώ στις 2-12-2011. Επομένως το ποσόν αυτό ανήκε στο Φ.
Μ. και ουδέποτε είχε περιέλθει με δωρεά ή κάποιο άλλο τρόπο στην πρώτη ενάγουσα, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται. Στις 25-12-2012, και ύστερα από μακρά νοσηλεία απεβίωσε ο Φ. Μ., ο οποίος κατέλειπε τη με αριθμό ... δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αικ. Τσικνιά, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα αριθμ. ...
πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Με αυτήν όρισε ότι κληρονόμοι (κατ' ισομοιρίαν) όλων των χρημάτων του, που θα βρεθούν κατά το χρόνο του θανάτου του, θα είναι οι τρεις αδερφές του. Σημειωτέον ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του Φ. Μ. μέχρι το θάνατό του ουδέν ποσόν από το αρχικώς κατατεθέν στον προαναφερθέντα κοινό λογαριασμό των 232.033,96 ευρώ δαπανήθηκε για τα έξοδα νοσηλείας του, καθόσον αυτά αντιμετωπίστηκαν από τους εναγομένους - εντολοδόχους και διαχειριστές των χρημάτων του, με τα χρήματα της σύνταξής του και τους τόκους των καταθέσεών του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι μετά το θάνατο του Φ. Μ. και δη στις 28-12-2012 ανέλαβαν το παραπάνω ποσόν ως επιζώντες συνδικαιούχοι του ως άνω κοινού λογαριασμού, στους οποίους και περιήλθε αυτοδικαίως σύμφωνα με τον προοαναφερθέντα όρο, καθόλα έγκυρο και ισχυρό. Ειδικότερα, με βάση τον όρο αυτό του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, από το θάνατο του Φ.
Μ., το ποσόν της κατάθεσης και ο λογαριασμός περιήλθε αυτοδικαίως "ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου" στους εναγομένους, ως επιζώντες συνδικαιούχους του λογαριασμού και ως εκ τούτου έναντι αυτών οι ενάγουσες ως κληρονόμοι του Φ. Μ., δεν έχουν δικαίωμα να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές τους σχέσεις τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε στον αποβιώσαντα.
Εξάλλου, με τα ανωτέρω δεδομένα δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων του Φ. Μ. από τους εναγομένους>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι αγωγές των αναιρεσειουσών, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε τις αγωγές των αναιρεσειουσών.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την αιτούμενη απόδοση του ποσού, που αναλογεί σε κάθε αναιρεσείουσα, από το συνολικό ποσό των 232.033,96 ευρώ, που κατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της χορήγησης ή μη από τον εντολέα Φ.
Μ. ειδικής πληρεξουσιότητας προς τους εντολοδόχους του αναιρεσιβλήτους να τοποθετήσουν αυτοί τα χρήματά ιδιοκτησίας του από τον ... ατομικό προθεσμιακό του λογαριασμό, σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους και τους ιδίους, στον οποίο λογαριασμό θα περιλαμβανόταν και ο ανωτέρω όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 713, 719, 726, 914 και 1710 Α.Κ., 375 Π.Κ.
και 1, 2 Ν. 5638/1932, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται α) ότι ο Φ. Μ., λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, ανέθεσε στους αναιρεσιβλήτους τη διαχείριση των χρημάτων του και συγκεκριμένα του ποσού των 230.000 ευρώ, που διατηρούσε σε τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση στην "...", προκειμένου να καλύψουν με αυτό το κόστος νοσηλείας του σε περίπτωση ανάγκης νοσηλείας του στο εξωτερικό, β) ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω εντολής χορήγησε σ' αυτούς το προαναφερόμενο πληρεξούσιο, με το οποίο τους όρισε αντιπρόσωπούς του και διαχειριστές, μεταξύ άλλων, και των χρημάτων του πιο πάνω προθεσμιακού λογαριασμού, ώστε να προβαίνουν σε ανάληψη όλου ή μέρους του χρηματικού ποσού, σε ανανέωση ή κλείσιμο της προθεσμιακής κατάθεσης και να μεταφέρουν αυτό σε άλλους λογαριασμούς, γ) ότι δυνάμει του πιο πάνω πληρεξουσίου η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη στην ανάληψη όλου του ποσού του προθεσμιακού αυτού λογαριασμού (232.033,96 ευρώ), το οποίο ακολούθως κατέθεσε στον επίμαχο κοινό διαζευκτικό λογαριασμό με συνδικαιούχους την ίδια, το δεύτερο αναιρεσίβλητο και το Φ.
Μ., υπό τον προδιατυπωμένο, τόσο στη σύμβαση όσο και στην αίτηση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, και δ) ότι τελικά από την κατάθεση αυτή των 233.033,96 ευρώ στον παραπάνω κοινό λογαριασμό ουδέν ποσό δαπανήθηκε για έξοδα νοσηλείας του Φ.
Μ., μετά δε το θάνατο αυτού στις 28-12-2012 οι αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν ολόκληρο το ποσό του κοινού λογαριασμού, στη συνέχεια δέχεται, ότι το ποσό αυτό περιήλθε αυτοδικαίως "ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου" στους εναγομένους, ως επιζώντες συνδικαιούχους του λογαριασμού, με βάση τον τεθέντα σ' αυτόν όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 και ότι, συνεπώς, οι ενάγουσες - αναιρεσείουσες ως κληρονόμοι του Φ.
Μ., δεν έχουν δικαίωμα να στραφούν και να αξιώσουν, με βάση την εσωτερική σχέση, τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε στον αποβιώσαντα, απορρίπτοντας έτσι, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, την αγωγή των αναιρεσειουσών, τόσο κατά την βάση της σύμβασης εντολής, όσον και κατά την βάση της αδικοπραξίας, χωρίς ωστόσο να διαλάβει παραδοχή, αν στο πλαίσιο της εντολής διαχείρισης, με το συγκεκριμένο σκοπό, των ανωτέρω χρημάτων του εντολέα, που ευρίσκοντο στον ατομικό προθεσμιακό λογαριασμό του, είχε δοθεί στους αναιρεσιβλήτους, με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, και η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να μπορούν να τοποθετηθούν τα χρήματα αυτά σε κοινό λογαριασμό του ιδίου και των εντολοδόχων, ώστε να καταστούν και οι ίδιοι οι εντολοδόχοι - αναιρεσίβλητοι συνδικαιούχοι, μαζί με τον εντολέα, του νέου αυτού κοινού λογαριασμού, και ιδιαίτερα, αν με την σύμβαση της εντολής τους χορηγείτο ή όχι και το δικαίωμα να περιλάβουν στην αίτηση ανοίγματος του νέου κοινού λογαριασμού και τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, ο οποίος, κατά τη μείζονα σκέψη, αποκλείει τους νόμιμους κληρονόμους του εντολέως από τη διεκδίκηση των χρημάτων του λογαριασμού με τον θάνατο του εντολέως και τη λύση της εντολής.
Επίσης το Εφετείο, ενώ απέρριψε την ένσταση των αναιρεσιβλήτων ότι τα χρήματα τους δόθηκαν από τον εντολέα λόγω δωρεάς υπό τρόπο, δέχθηκε ταυτόχρονα, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι οι αναιρεσίβλητοι περιέλαβαν στην αίτησή τους για άνοιγμα του νέου λογαριασμού και αίτημα η κατάθεση να ανοιχθεί υπό τον όρο του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, ο οποίος ουσιαστικά οδηγεί σε δωρεά των χρημάτων στους αναιρεσίβλητους μετά τον θάνατο του εντολέως.
Λόγω των ανεπαρκών και αντιφατικών αυτών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν με την απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι τοποθέτησαν τα χρήματα στον κοινό λογαριασμό με τον όρο του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, έχοντας την ειδική προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητα του εντολέως, ή άνευ αυτής, οπότε στην τελευταία περίπτωση, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ανωτέρω όρος και οι εντολοδόχοι οφείλουν, μετά τη λύση της εντολής λόγω θανάτου του εντολέα, να αποδώσουν στους κληρονόμους του τα ληφθέντα για την εκτέλεση της εντολής και μη αναλωθέντα χρήματα.
Επομένως, οι κοινοί αμφοτέρων των αναιρεσειουσών πρώτος, δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, κατά την νοηματική τους εκτίμηση ως σύνολο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Β)Λόγοι αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ` αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 1175/2020). Με την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο αυτής, κατά το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, ολοκληρώνεται η σύνθετη διαδικαστική πράξη της άσκησης της αγωγής και οριοθετείται κατά τρόπο επίσημο και οριστικό το αντικείμενο της δίκης, μεταβολή του οποίου στην συνέχεια από τον ενάγοντα, τόσο ως προς το αίτημα της αγωγής όσο και ως προς την βάση αυτής, είναι απαράδεκτη, κατά τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ, από δε τον προσδιορισμό του αντικειμένου της δίκης από τον ενάγοντα, σύμφωνα με την θεμελιώδη δικονομική αρχή της διαθέσεως, που ορίζεται στο άρθρο 106 ΚΠολΔ, δεσμεύεται το δικαστήριο, που θα δικάσει, το οποίο συνεπώς δεν μπορεί να προβεί σε διάγνωση έννομης σχέσης, που δεν εκτέθηκε στην αγωγή ή που είναι διαφορετική αυτής, που εκτέθηκε στην αγωγή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη αναιρεσείουσα στην αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων εξέθεσε, πέραν των ανωτέρω που αφορούν στο ποσό των 232.033,96 ευρώ, ότι με άτυπη σύμβαση εντολής, που κατάρτισε η ίδια με τους αναιρεσίβλητους, τους παρέδωσε το ποσό των 92.000 ευρώ, που της ανήκε κατά κυριότητα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν αυτοί για τις ανωτέρω ανάγκες νοσηλείας τους αδελφού της Φ.
Μ., και ότι οι αναιρεσίβλητοι, παρότι δεν χρησιμοποίησαν το ποσό αυτό για τον σκοπό που δόθηκε και η σύμβαση της εντολής έληξε και η ίδια τους όχλησε, αρνούνται να της το αποδώσουν. Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγους της αίτησης αναίρεσης, η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή της για το ποσό των 92.000 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 Ν. 5638/1932 και εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 719, 726, 1710, 914 ΑΚ και 375 Π.Κ., που ήταν εφαρμοστέες, καθόσον η ίδια ήταν κυρία του ποσού των 92.000 ευρώ, το οποίο παρέδωσε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον αποθανόντα Φ.
Μ. στις 1/11/2011 δια των αναιρεσιβλήτων, που ενεργούσαν ως άμεσοι αντιπρόσωποι και εντολοδόχοι αυτού, ο οποίος έτσι έγινε κύριος του ποσού αυτού, οι δε αναιρεσίβλητοι απλοί κάτοχοί του χωρίς δικαίωμα κατάθεσης του ποσού αυτού σε κοινό λογαριασμό και ότι οι αναιρεσίβλητοι, στα πλαίσια της σύμβασης εντολής, που είχαν συνάψει με τον Φ.
Μ., να δαπανήσουν το ποσό αυτό για τις ανάγκες της νοσηλείας του, αν και λύθηκε η σύμβαση εντολής με τον θάνατο του Φ. Μ. και δεν χρησιμοποίησαν το ποσό αυτό για τις ανάγκες της εντολής, αρνούνται να επιστρέψουν το ποσό αυτό στις αναιρεσείουσες κληρονόμους του αποβιώσαντος και ιδιοποιήθηκαν αυτό παράνομα διαπράττοντας υπεξαίρεση.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, γιατί στηρίζονται σε διαφορετική πραγματική και νομική αιτία από αυτήν στην οποία στηρίζει την αγωγή της η πρώτη αναιρεσείουσα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, την αγωγή της, ως προς το ποσό των 92.000 ευρώ, η πρώτη αναιρεσείουσα την στηρίζει σε σύμβαση εντολής, που κατάρτισε η ίδια ως εντολέας με εντολοδόχους τους αναιρεσίβλητους, στο πλαίσιο της οποίας τους έδωσε το ποσό των 92.000 ευρώ που ανήκε στην ίδια και το οποίο ζητεί με την αγωγή της, με βάση τις διατάξεις της εντολής και της αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης), που κατά την αγωγή τέλεσαν εις βάρος της οι αναιρεσίβλητοι, ενώ με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με αιτιάσεις που στηρίζονται σε σύμβαση εντολής με εντολέα τον ίδιο τον Φ.
Μ., που έδωσε στους εντολοδόχους - αναιρεσίβλητους το ποσό των 92.000 ευρώ, που ανήκε στον ίδιο, το οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα ζητεί να της καταβληθεί όχι ως εντολέας και κυρία των χρημάτων αλλά ως κληρονόμος του Φ. Μ., επιχειρώντας έτσι με την επίκληση των ανωτέρω προβαλλομένων για πρώτη φορά με την αναίρεση περιστατικών, ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής και νομικής της θεμελίωσης (πρβλ.
ΑΠ 2048/2013). Ανεξαρτήτως αυτών, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και γιατί στηρίζονται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πρώτη αναιρεσείουσα δεν ήταν ποτέ κυρία του χρηματικού ποσού των 92.000 ευρώ, αλλά κύριος ήταν ο ίδιος ο Φ. Μ.. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, ως προς το αιτούμενο με την αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας ποσό των 92.000 ευρώ, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων 713, 719, 726, 914 ΑΚ και 375 ΠΚ τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές α) ότι το ποσό των 92.000 ευρώ ανήκε στον Φ.
Μ. και όχι στην πρώτη αναιρεσείουσα και β) ότι το ποσό αυτό δυνάμει σύμβασης εντολής, που κατήρτισε ο Φ. Μ. ως εντολέας με τους αναιρεσιβλήτους εντολοδόχους, δόθηκε δια του υιού της πρώτης αναιρεσείουσας στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίες παραδοχές αρκούν για την απόρριψη της αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αυτή ζήτησε την απόδοση του ποσού των 92.000 ευρώ επικαλούμενη ότι η ίδια είναι η κυρία του ποσού αυτού και ότι η ίδια συνήψε την σύμβαση εντολής με τους αναιρεσίβλητους.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή της ως προς το ποσό των 92.000 ευρώ, χωρίς να αναφέρει 1) πως έγιναν κύριοι οι αναιρεσίβλητοι του ποσού των 2.000 ευρώ από το συνολικό ποσό των 92.000 ευρώ, το οποίο δεν κατέθεσαν σε τραπεζικό λογαριασμό, 2) ποιος ήταν ο κύριος των υπόλοιπων 90.000 ευρώ, που κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό, 3) από πού άντλησαν την εξουσία κατάθεσης στον κοινό λογαριασμό του ποσού αυτού, 4) ποιος ήταν κύριος του ποσού αυτού κατά τον χρόνο θανάτου του Φ.
Μ. και 5) αν ο προδιατυπωμένος όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932 είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Φ. Μ. και των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ (και όχι και από το άρθρο 559 αρ, 8 Κ ΠολΔ, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου) με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτησή της για καταβολή στην ίδια του ποσού των 92.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της υπεξαίρεσής του από τους αναιρεσίβλητους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού παρέθεσε τις ουσιαστικές παραδοχές του, που προαναφέρθηκαν, αποφαίνεται "ότι με τα ανωτέρω δεδομένα δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων... από τους εναγόμενους" και ακολούθως απέρριψε καθ' ολοκληρίαν την αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας, και κατά τη βάση της αδικοπραξίας, και συνεπώς δεν άφησε αδίκαστη την ανωτέρω αίτησή της.
Επομένως, χωρίς να ερευνηθεί ο κοινός αμφοτέρων των αναιρεσειουσών δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το κατατεθειμένο στον κοινό λογαριασμό ποσό των 232.033,96 ευρώ, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των κοινών λόγων αναίρεσης των αναιρεσειουσών, που κρίθηκαν, βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς το κατατεθειμένο στον κοινό λογαριασμό ποσό των 232.033,96 ευρώ,να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στις αναιρεσείουσες (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, που παραστάθηκαν αλλά δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 183/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στις αναιρεσείουσες. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ