Legislator Case Law & Legislation
1755/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence distortion and expert examination grounds under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1755/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the First Instance Court of Athens' decision. The appellants argued for evidence distortion regarding documentary content and the refusal of an expert examination of a digital disk. The court rejected these claims, noting that the appellate court properly evaluated witness testimonies and documentary evidence without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure. Evidence distortion requires a diagnostic error in interpreting a document's content, excluding procedural documents; refusal of expert examination does not constitute grounds for appeal unless the claim was properly raised and affected the outcome.

Keywords

AI generated
evidence distortion expert examination appeal grounds documentary evidence witness testimony digital disk civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure
Article 270 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1755 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1755/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Τ. του Σ., 2) Φ. συζ. Σ. Τ., κατοίκων ... και 3) αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... PLC", που εδρεύει στο … Ηνωμένου Βασιλείου και για λογαριασμό της οποίας ενεργεί νόμιμα στην Ελλάδα η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" (Μεσίτες Ασφαλίσεων και Αντασφαλίσεων), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου και η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. - Φ. Χ., 2) Γ. Α. συζ. Θ. - Φ. Χ., κατοίκων ..., 3) Α. Χ. του Θ. - Φ., κατοίκου ... και 4) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι 2η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. - Φ. Χ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1733/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3537/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-10-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 12-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 22-10-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. 943/2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 3537/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο 1ος των αναιρεσιβλήτων και πληρεξούσιος των λοιπών την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δικ. έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Έτσι, δεν θεωρούνται έγγραφα αποδεικτικά, με την παραπάνω έννοια, τα διαδικαστικά, όπως είναι, εκτός άλλων, το δικόγραφο της εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Δεν περιλαμβάνει επίσης και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου ώστε από την σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτήν το περιεχόμενο των από 13.6.2014 και 11.9.2014 δικογράφων εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την δεύτερη εκ των οποίων έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης, κρίνοντας εσφαλμένως ότι αμφότερες οι ως άνω εφέσεις είναι πανομοιότυπες κατά περιεχόμενο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ως προς μεν το από 11.9.2014 δικόγραφο της εφέσεως ως απαράδεκτος, αφού το εν λόγω έγγραφο αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, ως προς δε το από 13.6.2014 δικόγραφο της εφέσεως ως αόριστος, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραμόρφωσή του, ποιο είναι, δηλαδή, το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό -την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 92/2013, Α.Π. 322/2012, Α.Π. 1241/2010).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/ 2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 29.11.2012 και περί ώρα 17:40 η Ν.

Χ., θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφή της τρίτης και μνηστή του τετάρτου εξ αυτών, βάδιζε επί του πεζοδρομίου της λεωφόρου Φυλής στα Άνω Λιόσια Αττικής, πλησίον του ρεύματος αυτής, που οδηγεί από Καματερό προς Φυλή, κατευθυνόμενη στην οικία του τετάρτου των εναγόντων, η οποία βρίσκεται στην οδό … αριθμ.

…, οδός, η οποία είναι κάθετη στη Λ. Φυλής. Συγκεκριμένα, αυτή βάδιζε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού … της παραπάνω λεωφόρου και η πρόθεσή της ήταν να διασχίσει κάθετα την λεωφόρο Φυλής και να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, δηλαδή σ' αυτό πλησίον του ρεύματος που οδηγεί από Φυλή προς Καματερό, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία της προς τον προορισμό της.

Η Λεωφόρος Φυλής, στο ύψος, όπου ευρισκόταν η προαναφερόμενη, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το δε συνολικό πλάτος της οδού είναι 10,60 μ. και της λωρίδας κάθε ρεύματος 5,30 μ., μεταξύ των λωρίδων υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή και ο δρόμος εκτείνεται σε ευθεία, ενώ παρουσιάζει μικρής κλίσεως ανωφέρεια.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την από 29-11-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των επιληφθέντων αστυνομικών οργάνων του Τ.Τ. Νέας Ιωνίας, από την οποία επίσης αποδεικνύεται ότι κατά τον παραπάνω χρόνο το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω ισχυρής βροχόπτωσης, ήταν νύκτα αλλά στο σημείο υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η κυκλοφορία των πεζών ήταν κανονική, των οχημάτων όμως ήταν πυκνή και η ορατότητα περιοριζόταν λόγω της ισχυρής βροχόπτωσης.

Επίσης, στο εν λόγω σημείο δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες, ούτε διάβαση πεζών και το όριο ταχύτητας στο ρεύμα της Λεωφόρου Φυλής προς Καματερό ρυθμίζεται με πινακίδα Ρ - 32, όπου αναγράφει μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα 50 χιλ./ώρα, ενώ στο αντίθετο ρεύμα δίχως να υπάρχει σχετική πινακίδα όριο είναι το ίδιο, διότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, κατ' άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999.

Η προαναφερόμενη πεζή, προτιθέμενη, όπως αναφέρθηκε, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Λ. Φυλής, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, κρατώντας στο χέρι της μία ομπρέλα, λόγω της έντονης βροχόπτωσης και αφού διέσχισε το ρεύμα της λεωφόρου από Καματερό προς Φυλή, σταμάτησε επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων, που ήταν πυκνή, στο ρεύμα της λεωφόρου από Φυλή προς Καματερό και στη συνέχεια να διασχίσει και το υπόλοιπο οδόστρωμα και να ανέλθει στο πεζοδρόμιο, με κατεύθυνση την τέμνουσα τη Λ.

Φυλής οδό …. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, επί της Λ. Φυλής στο ρεύμα πορείας των οχημάτων από Καματερό προς Φυλή, δηλαδή επί της λωρίδας, που ήδη είχε διέλθει η πεζή.

Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε με το όχημά του δίπλα από την πεζή, η οποία εάν και είχαν περάσει 15 δευτερόλεπτα, παρέμενε επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, από έλλειψη προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν την αντιλήφθηκε εγκαίρως και με τον αριστερό καθρέφτη του οχήματος του χτύπησε αυτή.

Από τη σύγκρουση ο καθρέπτης του αυτοκινήτου του έσπασε και η πεζή επέπεσε στο οδόστρωμα του ρεύματος της λεωφόρου, που ήδη είχε διασχίσει. Την ίδια ώρα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης και ασφαλισμένο, κατά το χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων ευθύνη στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί του ίδιου ρεύματος της Λεωφόρου Φυλής, όπου εκινείτο και το προαναφερόμενο φορτηγό και επέπεσε και η πεζή.

Ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου λόγω έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την οδήγηση και μη έχοντας τεταμένη την προσοχή του δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή, που βρισκόταν επί του οδοστρώματος και έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα για τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι νύκτα, έντονη βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα και ενώ είχε περιθώρια να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό, δεδομένου ότι το συνολικό πλάτος του ρεύματος, που εκινείτο ήταν 5,30 μ., παρέσυρε αυτή με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του οχήματος του, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό της.

Ο τρίτος εναγόμενος, μετά από την καταπάτηση της πεζής έκανε οπισθοπορεία του οχήματος του, προκειμένου να απεγκλωβιστεί το σώμα αυτής και παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος, αναμένοντας τα όργανα της Τροχαίας, που ειδοποιήθηκαν ευθύς αμέσως από τους περίοικους. Αντίθετα, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, και γι' αυτό δεν σημειώθηκε η παρουσία του στην έκθεση αυτοψίας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και η εμπλοκή του στο ατύχημα, ενώ η ταυτότητα αυτού ανευρέθη μετά από έρευνες των επιληφθέντων αστυνομικών οργάνων.

Αμέσως, μετά από το ατύχημα η πεζή διακομίστηκε στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ", όπου και εξέπνευσε λίγη ώρα αργότερα, περί ώρα 19:00. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../30-11-2012 έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, αιτία θανάτου ήταν η βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη, η οποία ήταν συμβατή με το τροχαίο συμβάν. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται μετά βεβαιότητας από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που αποτελούν αποτύπωση του ένδικου ατυχήματος από τον ψηφιακό δίσκο του συστήματος καταγραφής εξωτερικής κάμερας, που υπάρχει επί της κείμενης στον οικοδομικό αριθμό … της Λεωφόρου Φυλής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και έχουν ληφθεί από το επιληφθέν του ατυχήματος Τ.Τ.

Ν. Ιωνίας, μετά από εισαγγελική παραγγελία - επεξεργασία από το 8° Τμήμα Μεθοδικοτήτων - Φωτογραφικού της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών. Συγκεκριμένα, αν και οι εν λόγω φωτογραφίες δεν είναι ευκρινείς λόγω των επικρατουσών συνθηκών στο τόπο του ατυχήματος, καθόσον ήταν νύκτα με έντονη βροχόπτωση και ο φωτισμός ήταν τεχνητός, ωστόσο αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν και εκτιμηθούν σε συνάρτηση με την κατάθεση του μάρτυρα Φ.

Τ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος, κατά παρότρυνση των εναγόντων, παρακολούθησε το ένδικο περιστατικό, όπως αυτό κατεγράφη στον ψηφιακό δίσκο στο Αστυνομικό Τμήμα της Ν. Ιωνίας, δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση λόγω της οδύνης και του πένθους που βίωναν να παρακολουθήσουν αυτό.

Ο συγκεκριμένος μάρτυρας καταθέτει ότι είδε την θανούσα "να διασχίζει κάθετα τη Λ. Φυλής, να στέκεται στη διαχωριστική γραμμή, να περιμένει εκεί 15 δευτερόλεπτα, να εμφανίζεται ένα φορτηγάκι κινούμενο προς Φυλή, να την ακουμπάει ο καθρέπτης του, να τη ρίχνει κάτω και στη συνέχεια να έρχεται άλλο αμάξι, μετά από 5-6 δευτερόλεπτα και να την "παίρνει" από κάτω".

Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας προσθέτει ότι "ο οδηγός του φορτηγού δεν σταμάτησε, ώστε ο άλλος οδηγός να καταλάβαινε ότι κάτι είχε συμβεί". Από τις παραπάνω φωτογραφίες, στις οποίες έχει αποτυπωθεί και ο χρόνος λήψης από το σύστημα καταγραφής στον ψηφιακό δίσκο αποδεικνύεται ότι η θανούσα ώρα 17:40:30 διασχίζει το οδόστρωμα της Λεωφόρου Φυλής του ρεύματος προς Φυλή, ώρα 17:40:40 βρίσκεται στο μέσο του οδοστρώματος, προφανώς επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ώρα 17:40:45 εξακολουθεί και βρίσκεται στο μέσο του οδοστρώματος, ενώ έμπροσθεν αυτής, ήτοι στο ρεύμα προς Καματερό, διέρχεται ένα όχημα, το οποίο από τα χαρακτηριστικά του και το χρώμα του εμφαίνεται ότι είναι ταξί και όπισθεν αυτής κινείται το φορτηγάκι, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, το οποίο και την κτύπησε με τον αριστερό του καθρέπτη, δίχως καμία αμφιβολία περί αυτού και δίχως καμία εμπλοκή στο ατύχημα του διερχόμενου ταξί, αφού ο καθρέπτης του οχήματος του πρώτου εναγομένου ευρέθη "σπασμένος", και εξ αυτού του λόγου ώρα 17:40:46, ήτοι ένα δευτερόλεπτο μετά, η πεζή δεν διακρίνεται στη φωτογραφία, διότι είχε επιπέσει στο οδόστρωμα, ενώ ώρα 17:40:48 εμφανίζεται το όχημα που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται τόσο από την από 30-11-2012 έκθεση εξέτασης ως μάρτυρα του πρώτου εναγομένου Ε. Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΦΙΧ αυτοκινήτου όσο και από την από 30-11-2012 έκθεση εξέτασης ως κατηγορούμενου ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων του τρίτου εναγομένου.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος στην από 30-11-2012 έκθεση εξέτασής του ως μάρτυρα κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "Την 29-11-2012 έβαινα στην οδό Φυλής με κατεύθυνση από Καματερό προς Χασιά... Στον οικοδομικό αριθμό … της ανωτέρω οδού άκουσα ξαφνικά ένα δυνατό χτύπημα στον αριστερό καθρέπτη, ο οποίος και έσπασε.

Αμέσως ακινητοποίησα το όχημά μου δεξιά της οδού και κατέβηκα να δω τι είχε συμβεί. Είδα μια πεζή πεσμένη στη μέση του ρεύματος προς Χασιά της οδού Φυλής και ένα όχημα που είχε ίδια κατεύθυνση με εμένα και βρισκόταν από πίσω να βρίσκεται πάνω στην πεζή καθώς και εν συνεχεία να κάνει οπισθοπορεία και να το ακινητοποιεί δεξιά...

μαζί με περαστικούς σκεπάσαμε την πεζή, τοποθετήσαμε κώνους και έκανα ρύθμιση της κυκλοφορίας. Παρέμεινα στο σημείο για περίπου 20-25 λεπτά και εν συνεχεία έπαθα κρίση πανικού με αποτέλεσμα να μην μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου, αποχώρησα για το εργοτάξιο Άνω Λιοσίων. . ". Από την κατάθεση αυτού αποδεικνύεται δίχως αμφιβολία ότι το όχημα του ανωτέρω οδηγού ήταν αυτό που αρχικά χτύπησε την πεζή με τον αριστερό καθρέπτη του και επιπλέον αποδεικνύεται η αμέλεια που επέδειξε κατά την οδήγηση του οχήματός του, καθόσον αναφέρει ότι άκουσε δυνατό χτύπημα στον αριστερό του καθρέπτη, ενώ δεν αναφέρει ότι αντιλήφθηκε την πεζή, την οποία μπορούσε και όφειλε να αντιληφθεί, δεδομένου ότι αυτή λόγω της έντονης βροχόπτωσης κρατούσε στο χέρι της πολύχρωμη ομπρέλα, που την καθιστούσε ευδιάκριτη, παρά τη μειωμένη ορατότητα του πρώτου εναγομένου λόγω της έντονης βροχόπτωσης και του τεχνητού φωτισμού.

Ο ισχυρισμός δε του πρώτου εναγομένου ότι εκινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας της Λ. Φυλής από Καματερό προς Φυλή, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τα ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες στο αγωγικό δικόγραφο, δηλαδή ότι αυτός εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κρίνεται αληθής, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Επίσης, και ο τρίτος εναγόμενος, μετά την προανακριτική του κατάθεση, στην οποία αναφέρει ότι δεν "μπόρεσε να αντιληφθεί και να καταλάβει με ποιόν τρόπο βρέθηκε η γυναίκα μπροστά στο όχημά του", στην συνέχεια, αφού και αυτός παρακολούθησε τις καταγεγραμμένες στον ψηφιακό δίσκο συνθήκες του ατυχήματος αναφέρει στην από 12-9-2014 αίτηση που απευθύνει προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ότι αυτός εκινείτο όπισθεν του φορτηγού και ότι συνεπώς τα δύο εμπλακέντα στο ατύχημα οχήματα εκινούνταν ομόρροπα.

Το μέρος όμως της κατάθεσης του πρώτου εναγομένου, που αναφέρει ότι ο ίδιος ακινητοποίησε το όχημά του είναι αναληθές, δεδομένου ότι αποδεικνύεται ότι αυτός αμέσως μετά το ατύχημα εγκατέλειψε τον τόπο αυτού. Οι καταθέσεις δε των μαρτύρων Γ. Φ. και Γ. Τ. κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, κατά τις οποίες αυτοί είδαν τον πρώτο εναγόμενο στον τόπο του ατυχήματος δεν κρίνονται πειστικές κατά το μέρος τους αυτό (ύπαρξη ή όχι του πρώτου εναγομένου στον τόπο του ατυχήματος).

Σύμφωνα με την από 29-11-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των επιληφθέντων αστυνομικών οργάνων του Τ.Τ. Νέας Ιωνίας μοναδική αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος είναι η Β. Σ.. Η συγκεκριμένη στην από 29-11- 2012 προανακριτική κατάθεσή της, ληφθείσα από τα ως άνω αστυνομικά όργανα αμέσως μετά το ατύχημα, ήτοι ώρα 18:20, η οποία διατηρεί κατάστημα επί της Λεωφόρου Φυλής στον αριθμό …, δηλαδή ακριβώς στον τόπο του ατυχήματος αναφέρει επί λέξει "ήμουν εντός του καταστήματός μου, στη Λεωφόρο Φυλής …, όταν άκουσα δυνατό θόρυβο.

Μόλις γύρισα για να δω τι συνέβη, είδα επί της Φυλής μια γυναίκα εντός του οδοστρώματος αλλά στον αέρα και εν συνεχεία να πέφτει στο οδόστρωμα και συγκεκριμένα μπροστά σε διερχόμενο ΙΧΕ. Βγήκα έξω να βοηθήσω και κάλεσα η ίδια το ΕΚΑΒ, όπου προσήλθε εν συνεχεία και την παρέλαβε. Πιστεύω ότι το διερχόμενο ΙΧΕ δεν ευθύνεται για τον τραυματισμό της πεζής".

Επομένως, με βάση το παραπάνω περιεχόμενο της κατάθεσής της, η ως άνω μάρτυρας ουδέν αναφέρει για την πτώση του φορτηγού επί της πεζής και τούτο διότι βρισκόταν εντός του καταστήματός της, παρά μόνο κάνει αναφορά στο δυνατό θόρυβο που ακούστηκε και ήταν η αιτία να εξέλθει του καταστήματός της. Από την χρονική δε αυτή στιγμή και περαιτέρω, η περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος συμπίπτει με την περιγραφή που κάνει ο τρίτος εναγόμενος στην από 30-11-2012 έκθεση εξέτασης αυτού ως κατηγορούμενου ενώπιον των ίδιων ως άνω αστυνομικών οργάνων, ο οποίος επίσης επί λέξει αναφέρει "Περίπου στο ύψος του οικοδομικού αριθμού … επί της Λ.

Φυλής και ενώ έβρεχε αρκετά και υπήρχε περιορισμένη ορατότητα, αντιλήφθηκα εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του αυτοκινήτου μου μία γυναίκα ξαπλωμένη επί του οδοστρώματος. Η ταχύτητά μου εκείνη την ώρα ήταν μικρή, περίπου στα 40 χιλ/ώρα, ωστόσο ήταν τόσο ξαφνικό, που δεν πρόλαβα να αντιδράσω".

Ωστόσο, η μαρτυρία της ως άνω αυτόπτη μάρτυρα, η οποία, ανεξάρτητα ότι εξεταζόμενη ως μάρτυρας και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποδείχθηκε ότι γνώριζε τον τρίτο εναγόμενο και μάλιστα είναι κουμπάρος της, δεν κρίνεται πειστική, διότι έρχεται σε αντίθεση με τα καταγεγραμμένα γεγονότα στον προαναφερόμενο ψηφιακό δίσκο.

Ειδικότερα, από την αποτύπωση αυτού στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι όταν η πεζή δεν είναι πλέον ορατή σ' αυτές, διότι έχει επιπέσει στο οδόστρωμα από το πρώτο χτύπημα του φορτηγού, δεν καταφθάνει αμέσως το όχημα του τρίτου εναγομένου αλλά μεσολαβούν κάποια δευτερόλεπτα, οπότε και καταφθάνει το αυτοκίνητο αυτού και την καταπλακώνει.

Περαιτέρω, σημαντική κρίνεται η από 31-12-2012 προανακριτική κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα Γ. Τ., ο οποίος διατηρεί και αυτός κατάστημα στον τόπο του ατυχήματος και δη στον αριθμό … της Λεωφόρου Φυλής, κατά το μέρος της που καταθέτει "άκουσα ένα θόρυβο έξω και αμέσως μετά φωνές και βγήκα για να δω τι συνέβη.

Μόλις βγαίνω διαπιστώνω μια κοπέλα ξαπλωμένη και χτυπημένη στην άσφαλτο στο ρεύμα προς Φυλή. Έμπροσθεν της υπήρχε ένα ΙΧΕ, το οποίο έκανε λίγο όπισθεν και εν συνεχεία σταμάτησε. Επίσης, κάποιος φώναζε "Δεν την είδα, δεν την είδα", αλλά δεν κατάλαβα ποιος". Από την τελευταία αυτή κατάθεση αλλά και απ' αυτήν της Β.

Σ. αποδεικνύεται η σφοδρότητα με την οποία το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα χτύπησε αρχικά τη μετέπειτα θανούσα, δεδομένου ότι και οι δύο μάρτυρες, ενώ ευρίσκονταν εντός των καταστημάτων τους βγήκαν έξω εξαιτίας του δυνατού θορύβου. Το άτομο δε που αναφέρει ο ως άνω μάρτυρας ότι φώναξε "δεν την είδα", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι ήταν ο τρίτος εναγόμενος, δεδομένου ότι ήταν ο μοναδικός εμπλακείς στο ατύχημα οδηγός, που παρέμεινε στον τόπο αυτού.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου και τρίτου των εναγομένων, αλλά ότι στην πρόκληση αυτού συνετέλεσε και η πεζή με την αμελή συμπεριφορά της. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 Ν. 2696/1999) αλλά αντίθετα οδηγούσε αμελώς, καταλαμβάνοντας το αριστερό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, αντί του δεξιού, όπως όφειλε και μπορούσε (άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2696/1999), δεδομένου ότι δεν τον εμπόδιζαν τα παρκαρισμένα στο δεξιό άκρο του δρόμου οχήματα, διότι αυτά βρίσκονταν έμπροσθεν του τόπου του ατυχήματος και ενώ εδύνατο να αντιληφθεί την πεζή, που στεκόταν ακίνητη επί της διπλής διαγράμμισης, κρατώντας μάλιστα και πολύχρωμη ομπρέλα, δεν επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό, εάν και δεν εμποδιζόταν από άλλο όχημα και υπήρχε χώρος προς εκτέλεση τέτοιου (πλάτος λωρίδας 5,30 μ.) αλλά επέπεσε με τον αριστερό καθρέπτη του οχήματός του επ' αυτής με τις προπεριγραφόμενες συνέπειες, επίσης αυτός δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες αλλά ήταν αυξημένη, αποδεικνυόμενη από τον δυνατό θόρυβο που ακούστηκε από την πτώση του οχήματός του επί της πεζής.

Ο τρίτος εναγόμενος είναι υπαίτιος της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος, διότι και αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 Ν. 2696/1999) και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση αυτός από έλλειψη προσοχής κατά την οδήγηση δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή, που βρισκόταν επί του οδοστρώματος και έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα για τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι νύκτα, έντονη βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα και ενώ μπορούσε να προβεί είτε σε πέδηση είτε σε εκτέλεση αποφευκτικού ελιγμού, δεδομένου ότι το συνολικό πλάτος του ρεύματος, που εκινείτο ήταν 5,30 μ.

και είχε και τα χρονικά περιθώρια παρέσυρε αυτή με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του οχήματός του, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό της. Τέλος, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά της πεζής, καθότι αυτή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 38 Ν. 2696/1999 (κανόνες κυκλοφορίας πεζών) και συγκεκριμένα ενώ αυτή προτίθετο να διασχίσει κάθετα έναν πολυσύχναστο δρόμο, ο οποίος δεν διέθετε διαβάσεις πεζών, δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει.

Ειδικότερα, αυτή δεν ήλεγξε επιμελώς, εάν μπορούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Λ. Φυλής δίχως να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων αλλά αντίθετα κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, διέσχισε τη μία λωρίδα κυκλοφορίας και στη συνέχεια εγκλωβίστηκε επί 15 δευτερόλεπτα επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής αναμένοντας να ελευθερωθεί το οδόστρωμα της άλλης λωρίδας από οχήματα για να ολοκληρώσει την κίνησή της, ενώ αυτή όφειλε λαμβάνοντας υπόψη και τις αντίξοες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν να αναμένει επί του πεζοδρομίου, εωσότου διαπιστώσει ότι το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο από οχήματα, πράγμα το οποίο ήταν εφικτό, αφού η Λεωφόρος Φυλής στο επίδικο ύψος εκτείνεται σε ευθεία και να διασχίσει κάθετα αυτό δίχως βραδυπορία.

Αλλά και στη συνέχεια αφού κατέβηκε στο οδόστρωμα δεν ήλεγξε επιμελώς ότι δεν θα παρεμποδίσει την κίνηση των οχημάτων τόσο αυτών που διέρχονταν έμπροσθεν αυτής όσων και αυτών που εκινούνταν όπισθεν αυτής, εάν δε είχε προβεί σε τέτοιο έλεγχο θα είχε αντιληφθεί ότι το φορτηγό αυτοκίνητο εκινείτο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής και θα το είχε αποφύγει με βηματισμό προς τα εμπρός και μάλιστα μικρό βηματισμό, δεδομένου ότι το φορτηγό χτύπησε αυτή με τον καθρέπτη και όχι με τον κύριο όγκο του και δίχως η ίδια να εκτεθεί στον κίνδυνο των οχημάτων που εκινούνταν στο αντίθετο ρεύμα.

Το ποσοστό δε της συνυπαιτιότητας πρέπει να καθορισθεί σε 50% για τους οδηγούς των ζημιογόνων οχημάτων και σε 50% για την πεζή. Ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ισχυρίζονται ότι διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης του πρώτου εξ αυτών, δηλαδή της πτώσης επί της πεζής και του τελικού αποτελέσματος, δηλαδή του θανάτου αυτής, δεδομένου ότι κατά την πτώση της στο οδόστρωμα ήταν ακόμη ζωντανή και τον θάνατο αυτής επέφερε το κτύπημα από το όχημα του τρίτου εναγομένου, ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος και τούτο διότι στην επέλευση του αποτελέσματος, ήτοι του θανάσιμου τραυματισμού της πεζής συνέβαλαν οι διαδοχικές πράξεις των πρώτου και τρίτου των εναγομένων και συγκεκριμένα από τις προπεριγραφόμενες ενέργειες των παραπάνω οδηγών αποδεικνύεται ότι αυτές ήταν κρίσιμες αλλά και πρόσφορες στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος και ήταν ικανές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα να προκαλέσουν τη ζημία....".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθ' όσον αφορά στην υπαιτιότητα του τρίτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Κ. Τ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. αυτοκινήτου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεν παραβίασε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 του Α.Κ.

και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε αυτός στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του ΚΟΚ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι ότι αυτός οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως την πεζή που βρισκόταν επί του οδοστρώματος, έχοντας, παρά τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα, έντονη βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα) αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και ότι, ενώ μπορούσε να προβεί σε πέδηση, είτε σε εκτέλεση αποφευκτικού ελιγμού, δεν το έπραξε.

Οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους δεύτερο, κατά το ένα μέρος του και τρίτο λόγους της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες και συνακολούθως οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε την δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 του Κ.Πολ.Δικ.

για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (Α.Π. 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα.

Έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., ο δε αντίθετος δεύτερος, κατά το έτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, να είναι νόμιμος και ν' ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν δε "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολ.Δικ.

και δεν ιδρύουν τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως επουσιώδεις ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αιτημάτων διενέργειας πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, η προβαλλομένη με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το αίτημα των αναιρεσειόντων για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στο video του ψηφιακού δίσκου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.10.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 943/2015 αίτηση για αναίρεση της 3537/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ