Legislator Case Law & Legislation
1755/2016 AI generated

1755/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1755/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1755/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει, αποδείχτηκαν, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1755 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1755/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Μ., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.23082/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../15-9-2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 14-9-2016, με αριθμό πρωτ. .../15-9-2016, αίτηση του Π. Μ. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 23082/21-6-2016 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ.α’ του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ’ αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος.

Ακόμη απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει.

Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε.

Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από το καθένα ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει, αποδείχτηκαν, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Π.

Μ., που τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αναφέρεται ως πρώτος κατηγορούμενος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις ... Αττικής, στις 6-11-2008, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι όντες υπόχρεοι εκ του νόμου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, εξ αμελείας προξένησαν τη σωματική κάκωση άλλου. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος, ως εργολάβος, της εταιρείας "..." και ο δεύτερος ως εργοδότης και υπεργολάβος της εταιρείας "..." όντες υπεύθυνοι για τις εργασίες που λάμβαναν χώρα εντός εργοταξίου της β’ εταιρείας λειτουργούντος σε νεοαναγειρόμενη οικοδομή στον άνω τόπο επί της οδού ..., καίτοι ήταν υποχρεωμένοι να λαμβάνουν κάθε μέτρο προς αποφυγή των κινδύνων στον εργασιακό χώρο, κατά την εκτέλεση από τον εγκαλούντα εργασιών μεταφοράς ειδών υγιεινής από την παλέτα συσκευασίας, που ήταν τοποθετημένη στο ισόγειο δίπλα στο φρεάτιο ανελκυστήρα, προς τα W.C., δεν έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα προς αποτροπή των κινδύνων από τις εκτελούμενες εντός του εργοταξίου εργασίες, ήτοι δεν μερίμνησαν για την κάλυψη του ανοίγματος του φρέατος του ανελκυστήρα για προστασία έναντι πτώσης, για τη διαρκή επίβλεψη των εργασιών και για τη χορήγηση του απαιτούμενου εξοπλισμού (κράνη, υποδήματα ασφαλείας) κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να παραπατήσει και να πέσει στο ακάλυπτο άνοιγμα του φρέατος του ανελκυστήρα και να καταλήξει εντός αυτού από ύψος περίπου 5 μ., υφιστάμενος σοβαρό τραυματισμό.

Ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι υπήρχε κάλυψη του ανοίγματος του φρέατος του ανελκυστήρα με τοποθετημένη κάθετα ξύλινη παλέτα, δεν απεδείχθη ενόψει της κατάστασης και της θέσης της παλέτας όπως αυτή φαίνεται τοποθετημένη στην προσκομιζόμενη από την υπ/ση φωτογραφία, η οποία ελήφθη μετά το ατύχημα, η οποία παλέτα, αφενός ενόψει του ύψους της σε σχέση με το ύψος των ειδών υγιεινής που έπρεπε να φθάσει ο παθών δεν δικαιολογεί την ανάγκη να σκαρφαλώσει στην παλέτα αυτός για να φτάσει στο καζανάκι και μάλιστα τόσο ψηλά, ώστε να μπορεί να πέσει στο άνοιγμα του φρέατος που υποτίθεται ότι άφηνε ακάλυπτο η παλέτα, αφετέρου η παλέτα δεν φαίνεται να υπέστη την παραμικρή φθορά από την πτώση του βάρους του θύματος επάνω της.

Συνεπώς, δεν υπήρχε κάλυψη του φρέατος από παλέτα ή από άλλο υλικό. Δηλαδή στο θύμα δόθηκε η εντολή να εκτελέσει την εξής εργασία, ήτοι χωρίς προστατευτικό εξοπλισμό, να μεταφέρει ένα-ένα καζανάκια που βρίσκονταν σε στοίβα τοποθετημένα δίπλα σε ένα ανοικτό φρέαρ ανελκυστήρα. Ο ισχυρισμός περί αναγνώρισης ελαφρυντικού κρίνεται απορριπτέος".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (καθώς και τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενό του Ε. Τ.) του ότι: "Στις ... Αττικής, στις 06/11/2008, αμφότεροι οι κατηγ/νοι όντες υπόχρεοι εκ του νόμου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν τη σωματική κάκωση άλλου χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη τους.

Ειδικότερα, ο μεν πρώτος (Π. Μ.) ως εργολάβος της εταιρείας "...." και ο δεύτερος (Ε. Τ.) ως εργοδότης και υπεργολάβος της εταιρείας "...", όντες υπεύθυνοι για τις εργασίες που λάμβαναν χώρα εντός εργοταξίου της β’ εταιρείας λειτουργούντος σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή στον άνω τόπο και επί της οδού ..., καίτοι λόγω των ιδιοτήτων τους ήταν υποχρεωμένοι να λαμβάνουν κάθε μέτρο προς αποφυγή των κινδύνων στον εργασιακό χώρο, κατά την εκτέλεση από τον εγκαλούντα D.

F.εργασιών μεταφοράς ειδών υγιεινής (λεκάνες-καζανάκια) από την παλέτα συσκευασίας, που ήταν τοποθετημένη στο ισόγειο δίπλα στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, προς τα W.C., δεν έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα προς αποτροπή των κινδύνων από τις εκτελούμενες εντός του εργοταξίου εργασίες, ήτοι δεν μερίμνησαν για την κάλυψη του ανοίγματος του φρέατος του ανελκυστήρος για προστασία έναντι πτώσης, για τη διαρκή επίβλεψη των εργασιών καθώς και για τη χορήγηση του απαιτούμενου εξοπλισμού (κράνος, υποδήματα ασφαλείας) κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, με αποτέλεσμα ο ανωτέρω παθών να παραπατήσει και να πέσει στο ακάλυπτο άνοιγμα του φρέατος του ανελκυστήρα και να καταλήξει εντός αυτού από ύψος περίπου 5μ., υφιστάμενος σοβαρό τραυματισμό, τουτέστιν κεντρικό εξάρθρημα (δε) ισχίου και συντριπτικό κάταγμα κοτύλης.".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, αναφορικά με την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα κρίση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή στο πρόσωπο του ως άνω κατηγορουμένου των στοιχείων, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου, για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, αφού, δεν προσδιορίζεται και δεν αιτιολογείται η ιδιότητα υπό την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος.

Ειδικότερα, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης κηρύχθηκε ένοχος ως εργολάβος της ανώνυμης εταιρείας "..." και υπεύθυνος λόγω της ιδιότητάς του αυτής για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για το εργατικό προσωπικό, που απασχολούνταν στο αναφερόμενο στο σκεπτικό εργοτάξιο, δεν προσδιορίζεται και δεν εξειδικεύεται η ιδιότητα αυτού στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία "...", από την οποία να ανακύπτει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος.

Έτσι όμως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β’ , 370 εδ. β’ και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου, που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 6-11-2008, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, έκτοτε δε και μέχρι τη διάσκεψη επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (15-11-2016), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα Π. Μ. για την ανωτέρω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της ως προς τον ανωτέρω κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα και να παύσει οριστικά η κατ’ αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την προαναφερθείσα πράξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 23082/21-6-2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μόνο ως προς τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα Μ. Π. του Ι..

Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την κατά του ως άνω μόνο αναιρεσείοντα ποινική δίωξη για το ότι: "Στις ... Αττικής, στις 06/11/2008, αμφότεροι οι κατηγ/νοι όντες υπόχρεοι εκ του νόμου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν τη σωματική κάκωση άλλου χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη τους.

Ειδικότερα, ο μεν πρώτος (Π. Μ.) ως εργολάβος της εταιρείας "...." και ο δεύτερος (Ε. Τ.) ως εργοδότης και υπεργολάβος της εταιρείας "...", όντες υπεύθυνοι για τις εργασίες που λάμβαναν χώρα εντός εργοταξίου της β’ εταιρείας λειτουργούντος σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή στον άνω τόπο και επί της οδού ..., καίτοι λόγω των ιδιοτήτων τους ήταν υποχρεωμένοι να λαμβάνουν κάθε μέτρο προς αποφυγή των κινδύνων στον εργασιακό χώρο, κατά την εκτέλεση από τον εγκαλούντα D.

F. εργασιών μεταφοράς ειδών υγιεινής (λεκάνες-καζανάκια) από την παλέτα συσκευασίας, που ήταν τοποθετημένη στο ισόγειο δίπλα στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, προς τα W.C., δεν έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα προς αποτροπή των κινδύνων από τις εκτελούμενες εντός του εργοταξίου εργασίες, ήτοι δεν μερίμνησαν για την κάλυψη του ανοίγματος του φρέατος του ανελκυστήρος για προστασία έναντι πτώσης, για τη διαρκή επίβλεψη των εργασιών καθώς και για τη χορήγηση του απαιτούμενου εξοπλισμού (κράνος, υποδήματα ασφαλείας) κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, με αποτέλεσμα ο ανωτέρω παθών να παραπατήσει και να πέσει στο ακάλυπτο άνοιγμα του φρέατος του ανελκυστήρα και να καταλήξει εντός αυτού από ύψος περίπου 5μ., υφιστάμενος σοβαρό τραυματισμό, τουτέστιν κεντρικό εξάρθρημα (δε) ισχίου και συντριπτικό κάταγμα κοτύλης.".

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ