Legislator Case Law & Legislation
1755/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court decision on alleged forgery of parental support documents due to contradictory reasoning.

Case Number 1755/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had dismissed the plaintiff's claim regarding the cancellation of parental support documents. The appellants argued that the lower court failed to definitively establish whether the signatures on the documents were forged, despite acknowledging the plaintiff's inability to sign due to illness. The court found the lower court's reasoning contradictory and inconclusive on the forgery issue, necessitating a new trial to determine the validity of the signatures.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when a final judgment violates a specific provision of law, and a finding of fact is erroneous if the court's reasoning is contradictory or fails to definitively establish a crucial fact like forgery.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility contradictory reasoning forgery of signatures parental support documents retrial remand legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1708/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1755 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1755/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ό. Τ. του Ι. συζύγου Δ. Σ. κατοίκου ..., 2. Ν. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 3. Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Αντωνόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. το γένος Π. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Γαλούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πoλυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/1993 του ίδιου Δικαστηρίου που λόγω αρμοδιότητας παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 2055/1995 απόφασή του και 2247/1997 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την 7971/2008 απόφασή του και το Εφετείο Αθηνών 2342/2012 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 14-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την να γίνουν δεκτοί οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ ΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 27-6-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2342/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 7971/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 27-7-1992 αγωγή της ενάγουσας Μ. Τ., με την οποία αυτή ζητούσε την ακύρωση της γενομένης από τον πατέρα της Π. Ζ. προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αδελφή της γονικής παροχής, διότι κατά το χρόνο σύναψης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας ο πατέρας τους εστερείτο της χρήσης του λογικού, καθώς και την ακύρωση ως πλαστών των συναφών δηλώσεων αυτού. Η αίτηση, την οποία άσκησαν οι συνεχίζοντες τη δίκη της αρχικώς ενάγουσας εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, σύζυγος και τέκνα της, λόγω θανάτου αυτής την 25-7-2012, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Τα δε διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάζονται, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών, όχι δε και όταν χρησιμοποιούνται ή δεν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (ΑΠ 1142/1992).

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.

ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 1490/2006).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει της .../29-10-76 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Τολοφώνος Ερατεινής Φωκίδας, Αναστασίου Ζέτου, η οποία δημοσιεύτηκε στα υπ' αριθμ. 37/1991 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, ο Π. Ζ., πατέρας των διαδίκων, που απεβίωσε στην Αθήνα στις 24-1-1991, πέραν των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων, κατέλειπε στις άνω θυγατέρες του μια ισόγεια οικία, που βρίσκεται στη θέση Κάμπος, του χωριού Άγιοι Πάντες στην Άμφισσα, αποτελούμενη από δύο δωμάτια, και δη στη μεν ενάγουσα το δυτικό ήμισυ της οικίας αυτής εκ του ενός δωματίου μετά της ευρύτερης οικοπεδικής περιοχής του, όπως αυτή διαχωρίζεται από τα παραπάνω δωμάτια, και με το βάρος της δουλείας διόδου της ιδιοκτησίας της εναγομένης αδελφής της πλάτους δυο και ήμισυ μέτρων, στη δε εναγομένη το έτερο (ανατολικό) ήμισυ της ως άνω οικίας εκ δευτέρου δωματίου μετά της ευρύτερης δικής του αντίστοιχης οικοπεδικής περιοχής και με δικαίωμα της τελευταίας ανεγέρσεως ορόφου ή ορόφων επί του δώματος της οικίας αυτής.

Λίγους μήνες πριν το θάνατο του, ο διαθέτης και ενώ εφιλοξενείτο στην κατοικία της εναγομένης θυγατέρας του, στο Μενίδι Αττικής, δυνάμει του .../2-11-1990 συμβολαίου γονικής παροχής αγροτικού ακινήτου, της συμβολαιογράφου Αχαρνών Αττικής Ελένης Τσεμπετζή, παρουσία δύο μαρτύρων, μεταβίβασε στην εναγομένη θυγατέρα του, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, λόγω γονικής αυτού παροχής, από ιδιαίτερο καθήκον και από γονικό ενδιαφέρον, ολόκληρο το προαναφερθέν αγροτικό ακίνητο, συνολικής έκτασης 1.267 τ.μ.

μετά της επ' αυτού κείμενης ως άνω (επίδικης) ισόγειας οικίας εμβαδού 131 τ.μ. Ο ανωτέρω πατέρας των διαδίκων, ο οποίος απεβίωσε λίγο μετά τη σύνταξη του άνω συμβολαίου, σε ηλικία 86 ετών περίπου, (γεννηθείς το έτος 1905) από εγκεφαλικό επεισόδιο, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου γονικής παροχής, στις 2-11-1990, προς την εναγομένη, δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού, επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια και δη άνοια έτσι ώστε, να μη δύναται να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης από αυτόν, ούτε είχε νοσηρή αλλοίωση των πνευματικών του λειτουργιών, που να τον αποστερεί από την έλλογη κρίση και να μην του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς.

Ειδικότερα, αν και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο ανωτέρω πατέρας της είχε υποστεί εγκεφαλικά κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 1990, συνεπεία των οποίων αυτός υπέστη βλάβη του εγκεφάλου, μη αναστρέψιμη περιαχθείς σε πλήρη άνοια και στερούμενος κάθε ψυχικής και πνευματικής βούλησης, έτσι ώστε να μη δύναται να καταρτίσει το συμβόλαιο της γονικής παροχής, δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο νοσοκομείου ή βιβλιάριο υγείας του ή γνωματεύσεις ιατρών από τα οποία να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της αυτός, αντιθέτως ο μάρτυράς της Ι.

Ζ., καταθέτει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, που συνάντησε τον ανωτέρω θείο του ήταν καλά στην υγεία του, ενώ και ο μάρτυρας της εναγομένης Α. Α., ο οποίος κατάγεται από την ίδια περιοχή με τους διαδίκους καταθέτει ότι τον έβλεπε καθημερινά γιατί εργαζόταν στο εργοστάσιο του συζύγου της εναγομένης, πάνω από το οποίο βρίσκεται και η κατοικία της, όπου εφιλοξενείτο ο πατέρας της και ότι ο ανωτέρω Π.

Ζ. δεν υπέστη άλλο εγκεφαλικό, εκτός αυτού, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος του, καθώς και ότι είχε επικοινωνία με το περιβάλλον, μπορούσε να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του και συχνά μίλαγε μ' αυτόν και το υπόλοιπο προσωπικό της επιχείρησης, και επίσης ότι κατά την κατάρτιση του συμβολαίου καταλάβαινε πολύ καλά τι έλεγε και τι έκανε, τα πάντα.

Τα ανωτέρω δε, ενισχύονται και από την από 1-6-95 ανακριτική κατάθεση της Ε. Α., η οποία καταθέτει ότι τα τελευταία 8-10 χρόνια της ζωής του, ο θανών ζούσε μετά της συζύγου του και μετά το θάνατό της, μόνος του με την οικογένεια της εναγομένης, ήταν απόλυτα εντάξει στα μυαλά του στις 2-11-90 που έγινε το επίδικο συμβόλαιο, δεν είχε υποστεί μέχρι τότε εγκεφαλικό ήταν καλά και ήξερε τι έκανε, εγκεφαλικό δε έπαθε αργότερα εξαιτίας του οποίου και πέθανε, μόλις ήλθε το νοσοκομειακό και δεν αναιρούνται ιδίως α) την από 8-4-94 ανακριτική κατάθεση της ενάγουσας στην οποία όλως αορίστως καταθέτει ότι ο πατέρας της από τον Σεπτέμβριο 1990 και μετά ύστερα από πολλά εγκεφαλικά επεισόδια δεν καταλάβαινε τίποτε και είχε γίνει φυτό, χωρίς να αναφέρει όμως τον ακριβή χρόνο που έλαβαν χρόνο αυτά και τον αριθμό τους καθώς και αν ο πατέρας της νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο, με επιμέλεια δική της ή της εναγομένης και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κατάθεση του άνω μάρτυρα I.

Ζ., ο οποίος καταθέτει ότι τον Σεπτέμβριο 1990 που τον επισκέφθηκε, ο ανωτέρω ήταν καλά στην υγεία του, β) την από 19-4-94 ανακριτική κατάθεση του συζύγου της I. Τ., ο οποίος, όλως αορίστως, καταθέτει ότι ο πεθερός του μετά τον Αύγουστο 1990 έπαθε εγκεφαλικά επεισόδια και γύρω στα τέλη Οκτωβρίου και αρχές Νοεμβρίου είχε πάψει να έχει επικοινωνία με τον έξω κόσμο και είχε μεταβληθεί σε φυτό, χωρίς όμως να προσδιορίζει τον ακριβή χρόνο των εγκεφαλικών, τον αριθμό τους και το αν ο ανωτέρω νοσηλεύτηκε ή όχι σε νοσοκομείο και για πόσο χρονικό διάστημα, γ) την από 8-4-94 ανακριτική κατάθεση του I.

Ζ., ο οποίος καταθέτει ότι το άνω συμβόλαιο, σύμφωνα με όσα έχει ακούσει, έγινε σε χρόνο που ο Π. Ζ. δεν ήταν σε θέση να διαθέσει την περιουσία του, λόγω της πολύ κακής υγείας του, καθόσον μετά από αλλεπάλληλα εγκεφαλικά δεν είχε τη δυνατότητα να διαθέτει την περιουσία του αφού ήταν ανίκανος διανοητικά, καθόσον ο μάρτυρας αυτός δεν έχει ιδία γνώση για το αν υπέστη εγκεφαλικά ο ανωτέρω και πότε, ούτε δ) από την από 19-4-94 ανακριτική κατάθεση του Η.

Ζ., ο οποίος ενώ καταθέτει ότι ο ανωτέρω μέχρι τον Αύγουστο 1990 ήταν σχετικά καλά στην υγεία του, μετέπειτα όμως κατάπεσε πολύ έπαθε και άλλα εγκεφαλικά και όταν περί τα τέλη Οκτωβρίου 1990 τον επισκέφθηκε δύο φορές ήταν χάλια, δεν τον αναγνώρισε και γενικά ο άνθρωπος είχε πολύ κακή κατάσταση στην υγεία του και δεν ήταν δυνατόν ούτε αποφάσεις να μπορεί να πάρει γιατί ήταν σε κατάσταση φυτού, χωρίς να διευκρινίζει πόσα εγκεφαλικά έπαθε ο ανωτέρω, πότε και αν νοσηλεύτηκε ή όχι σε νοσοκομείο.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η σ/φος Ε. Τ. προσήλθε στην οικία της εναγομένης, στη θέση Ν. Μονομάτη Αχαρνών, όπου λειτουργεί και η επιχείρηση του συζύγου της, ως προελέγχθη, και επειδή ο Π. Ζ. δεν μπορούσε να υπογράψει, καθόσον συχνά έτρεμαν τα χέρια και τα πόδια όταν κουραζόταν, συνεπεία εγχείρησης, που είχε υποστεί στο παρελθόν, κατά τη σύνταξη του επίδικου συμβολαίου παρέστησαν οι μάρτυρες Μ.

Σ. και Χ. Ζ., ως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 9 ν. 670/77 και αφού αναγνώσθηκε καθαρά στους συμβαλλομένους και τους μάρτυρες το επίδικο συμβόλαιο γονικής παροχής, αυτοί το βεβαίωσαν, συμφώνησαν στο περιεχόμενο του και στη συνέχεια το υπόγραψαν όλοι οι παριστάμενοι και μετέχοντες στην κατάρτισή του, πλην του Π.

Ζ., ο οποίος όταν κλήθηκε από την συμ/φο να υπογράψει δήλωσε αδυναμία, λόγω ασθενείας. Τα παραπάνω αποδεικνύονται, ιδίως από την από 1-6-95 ανακριτική κατάθεση της μάρτυρος Ε. Α. σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα Α. Α., ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως από τις ανακριτικές καταθέσεις των Μ.

Τ., Ι. Τ., I. Ζ. και Η. Ζ., οι οποίοι δεν έχουν ιδία γνώση για το άνω γεγονός, αλλά εκφράζουν εικασίες. Εξάλλου, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι υπογραφές, που τέθηκαν στην από 30-12-1990 δήλωση γονικής παροχής προς τη Δ.Ο.Υ. Αχαρνών και στην από 24-10-1990 υπεύθυνη δήλωση δεν είναι του Π. Ζ., αλλά είναι πλαστές, αφού δεν προσκομίζονται από την ενάγουσα, έγγραφα με υπογραφές του (Π.

Ζ.) πλησιέστερες στο χρόνο που φέρεται ότι έλαβαν χώρα οι άνω υπογραφές, αλλά μόνον η .../1976 δημόσια διαθήκη ενώπιον του Σ/φου Τολοφώνος Α. Ζέτου, στην οποία υπάρχει η υπογραφή του, πλην όμως αυτή έχει τεθεί προ 14ετίας περίπου, έτσι ώστε, να μην αντικατοπτρίζει την κατά το χρόνο υπογραφής των άνω δηλώσεων (1990), διαμόρφωση της υπογραφής του, ενόψει της παρόδου ικανού χρόνου και της διαφοράς της ηλικίας του, ενώ οι μάρτυρες δεν είναι σε θέση να βεβαιώσουν αν οι υπογραφές αυτές τέθηκαν από τον Π.

Ζ. ή τρίτο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση όμως, από το γεγονός ότι άκουσε, βεβαίωσε και συμφώνησε το αναγνωσθέν περιεχόμενο του επίδικου συμβολαίου γονικής παροχής, απλώς δεν το υπέγραψε λόγω ασθενείας, συνάγεται σαφώς ότι αυτός αποδέχθηκε και ενέκρινε τις άνω δηλώσεις, οι οποίες, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, είναι απαραίτητα προαπαιτούμενα για την κατάρτιση του συμβολαίου γονικής παροχής.

Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από το 1219/96 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε μετά την από 13-7-92 μήνυση της ενάγουσας και με το οποίο παραπέμφθηκαν, λόγω αποχρωσών ενδείξεων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών : η Ε. Τ. για τα αδικήματα της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος (242 παρ, 1, 3 Π.Κ.), απλή συνεργεία σε πλαστογραφία με σκοπό το όφελος και βλάβη τρίτου (47 παρ. 1 και 216 παρ. 1, 3 Π.Κ.), η Γ.

Δ. για τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας στην ψευδή βεβαίωση της άνω (46 παρ 1α και 242 παρ 1, 3 Π,Κ.), της πλαστογραφίας με χρήση της οποίας ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο (216 παρ 1, 3 Π.Κ.), της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με σκοπό το όφελος και βλάβη τρίτου με χρήση του πλαστού εγγράφου (46 παρ. 1α, 216 παρ 1, 3 Π.Κ.), της ηθικής αυτουργίας στην απλή συνεργεία σε πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος (46 παρ 1α, 47 παρ 1, 216 παρ 1 και 3 Π.Κ.) προκειμένου για τις β, γ και δ πράξεις, να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στο επίδικο ακίνητο και οι Μ.

Σ. και Ζ. Χ. για την από κοινού παροχή άμεσης συνδρομής στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης της άνω σ/φου, αφού, ως ομολογεί η ενάγουσα, με βάση το ν. 2408/96, δυνάμει του 1788/96 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, οι άνω πράξεις θεωρήθησαν παραγεγραμμένες και έτσι δεν έγινε ποινική δίκη για να αποδειχθεί ότι πράγματι οι άνω κατηγορούμενοι είχαν τελέσει τις πράξεις για τις οποίες παραπέμπονται.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών ισχυρισμών της εναγομένης που επαναφέρονται με την ένδικη έφεση".

ΙV) Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή, κατά την κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου γονικής παροχής, δεν αποδείχθηκε ότι ο Π. Ζ. δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή ότι δεν είχε τη χρήση του λογικού, διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα, αν αυτός κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο έπασχε από πνευματική ασθένεια και δη από άνοια, που του στερούσε την έλλογη κρίση και δεν του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς.

Και αυτό διότι, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι το συμβόλαιο γονικής παροχής δεν φέρει την υπογραφή του Π. Ζ., διότι δήλωσε προς τη συμβ/φο ασθένεια, παραλείπει να διευκρινίσει ποια ασθένεια ήταν αυτή που τον εμπόδιζε να θέσει την υπογραφή του στο συμβόλαιο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ασθένεια αυτή επηρέαζε μόνο τη χρήση των άνω άκρων του ή και τη χρήση του λογικού του, γεγονός καθοριστικό για την έκβαση της δίκης.

Βέβαια στην απόφαση αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προέκυψε ότι ο Π. Ζ. όταν κουραζόταν δεν μπορούσε να υπογράψει, καθόσον συχνά έτρεμαν τα χέρια και τα πόδια του, συνεπεία εγχείρησης, που είχε υποστεί στο παρελθόν, όμως και πάλι δεν προσδιορίζεται το είδος της ασθένειας αυτής, ο προσδιορισμός της οποίας κρίνεται απαραίτητος για τον προαναφερόμενο λόγο.

Κατ' ακολουθίαν, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ως άνω νομική πλημμέλεια είναι βάσιμος.

Επίσης είναι βάσιμος και ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ (κατ' εκτίμησή του δικαστηρίου), αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την επικαλούμενη από την ενάγουσα Μ. Τ. (τη δίκη της οποίας συνεχίζουν οι αναιρεσείοντες ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της) πλαστογράφηση της υπογραφής του Π.

Ζ. στην από 30-12-1990 δήλωση γονικής παροχής προς τη Δ.Ο.Υ. Αχαρνών και στην από 24-10-1990 υπεύθυνη δήλωση. Και αυτό διότι το Εφετείο ενώ αρχικά δέχεται ότι δεν προέκυψε ότι οι υπογραφές στα παραπάνω έγγραφα δεν ανήκαν στον Π. Ζ., στη συνέχεια, με επάλληλη σκέψη, δέχεται ότι " εφόσον ο Π. Ζ. συμφώνησε με το αναγνωσθέν περιεχόμενο του επίδικου συμβολαίου γονικής παροχής συνάγεται ότι αυτός αποδέχθηκε και ενέκρινε τις άνω δηλώσεις".

Από τη φράση όμως αυτή, δοθέντος ότι η εκ των υστέρων έγκριση δεν αποκλείει την πλαστογραφία (ΑΠ 1708/1999), το αποδεικτικό πόρισμα προσδιορίζεται με ενδοιασμό και όχι με βεβαιότητα για το αν δηλαδή τελικά οι υπογραφές τέθηκαν ή όχι από τον Π. Ζ. στα προαναφερόμενα έγγραφα. Η απόδειξη δε ή μη του γεγονότος αυτού έχει έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι με την αγωγή εζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητάς των εγγράφων αυτών (όπως και του συμβολαίου γονικής παροχής) ως πλαστών.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2342/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ