Legislator Case Law & Legislation
1755/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against divorce property division, remanding case for new trial due to legal errors.

Case Number 1755/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision on marital property division, ordering a remand for a new trial. The appellant argued the lower court failed to properly assess her contribution to the husband's wealth increase, violating the statutory presumption of a one-third share. The court found the appellate court erred by using the wrong valuation date and ignoring the appellant's domestic contributions, which should have supported the statutory presumption. Consequently, the appeal was granted, the case was sent back to the original court with a different panel, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400, 559, 580 of the Civil Code and Articles 176, 183, 559 of the Code of Civil Procedure: In divorce property disputes, the court must apply the statutory presumption of a one-third contribution to the other spouse's wealth increase unless proven otherwise, and must use the correct valuation date and consider all relevant contributions including domestic services.

Keywords

AI generated
marital property division contribution presumption divorce asset split appellate review remand for retrial legal costs award valuation date error

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1755 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1755/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. Α. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κακαρούνα.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με το πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σοφούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-5-1999 και 20-7-1999 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6349/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4302/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 20-12-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4302/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο συνεκδίκασε έφεση της αναιρεσείουσας και αντέφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 6349/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις οποίες και απέρριψε, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με αυτήν είχαν γίνει δεκτές κατά ένα μέρος οι από 1-5-1999 και 20-7-1999 αντίθετες αγωγές για αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου και έκρινε ότι η συμμετοχή των διαδίκων στα κοινά αποκτήματα ανέρχεται σε ποσοστό 20% για την αναιρεσείουσα και 50% για τον αναιρεσίβλητο, αναγνώρισε δε ότι η μεν αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 17.608,21 ευρώ, αυτός δε να καταβάλει σ' εκείνην 9.214,96 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: " Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξιώσεως του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι (α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, (β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου, η οποία δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου, όταν και κατά το μέτρο που δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, μπορεί να προκύπτει και από την χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογενείας.

Περαιτέρω, η αξίωση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 ΑΚ.

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενες σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης αγωγής.

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία, δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο δικαιούχος σύζυγος θα πρέπει να αποδείξει την τελική περιουσία, από τι αποτελείται και ποια είναι η αξία της.

Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση (ΑΠ 1566/2012, 460/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου μεταξύ των διαδίκων το έτος 1982 ο αναιρεσίβλητος ήταν κύριος του αναφερόμενου διαμερίσματος, το τίμημα του οποίου είχε ήδη εξοφληθεί και το οποίο χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ως συζυγική οικία των διαδίκων. Κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, που λύθηκε αμετάκλητα την 15-1-1998 με συναινετικό διαζύγιο, απέκτησαν αυτοί κατά συγκυριότητα, και συγκεκριμένα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, τα αναφερόμενα δύο ακίνητα (αγροτεμάχια - κάθετες και οριζόντιες ιδιοκτησίες), στα οποία ανήγειραν διώροφη ημιτελή οικία, συνολικής αξίας των ακινήτων αυτών κατά τον ως άνω χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων 24.000.000 δρχ.

Επιπλέον ο αναιρεσίβλητος κατά το αυτό διάστημα απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα τα αναφερόμενα ακίνητα (τρία αγροτεμάχια) και ένα αυτοκίνητο, συνολικής αξίας όλων αυτών κατά τον ίδιο χρόνο της λύσεως του γάμου των διαδίκων 15.700.000 δρχ. Τα συνολικά εισοδήματα του καθενός από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανέρχονταν στα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, και συγκεκριμένα της μεν αναιρεσείουσας στο ποσόν των 6.147.663 δρχ., του δε αναιρεσίβλητου στο ποσόν των (12.502.732 + 8.203.990 + 53.102.487) 73.809.209 δρχ., τα οποία και κατέθεταν αυτοί σε κοινό λογαριασμό.

Η αναιρεσείουσα συνέβαλε στην κατά τα ανωτέρω αύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, εκτός από την παροχή κεφαλαίου και με: α) τον εξοπλισμό της συζυγικής οικίας των διαδίκων, που προϋπήρχε του γάμου, με χρήματα που η ίδια είχε αποταμιεύσει από την εργασία της και με οικονομική βοήθεια εκ μέρους του πατέρα της ενόψει του γάμου και β) τις προσωπικές της υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο και στην ανατροφή των δύο θυγατέρων τους, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να έχει την ευχέρεια να εργάζεται απερίσπαστος είτε στη Σαουδική Αραβία είτε στη Λιβύη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η συμμετοχή της μεν αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου ανέρχεται σε ποσοστό 20%, του δε αναιρεσίβλητου στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας σε ποσοστό 50%, που αντιστοιχούν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου τους στα ποσά των 9.214,96 ευρώ για την πρώτη και 17.608,21 ευρώ για το δεύτερο, τα οποία και τους επιδίκασε, αντίστοιχα, κατά μερική παραδοχή των αντίθετων αγωγών τους, επικυρώνοντας την 6349/2006 πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος κατέθετε τις αποδοχές του από την εργασία του στο εξωτερικό σε κοινό λογαριασμό που τηρούσε με την αναιρεσείουσα, χωρίς να αναφέρει, αν και πόσα χρήματα από τις αποδοχές αυτές διατέθηκαν για την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων, και με το να μη υπολογίσει περαιτέρω το Εφετείο το προϋπάρχον του γάμου ακίνητο του αναιρεσίβλητου, που χρησίμευσε ως συζυγική οικία, για την εξεύρεση της αύξησης της περιουσίας του τελευταίου, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού τα παραπάνω στοιχεία δεν ήσαν απαραίτητα για την εφαρμογή του άρθρου 1400 ΑΚ, η δε επίκληση προϋπάρχοντος περιουσιακού στοιχείου δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή, εκτός εάν ο ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με το στοιχείο αυτό διαφοροποιείται η αξία των αποκτημάτων, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πλην όμως τέτοιος ισχυρισμός για το εν λόγω ακίνητο δεν υποβλήθηκε με την αγωγή της αναιρεσείουσας, και γι' αυτό οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα τυγχάνουν αβάσιμοι.

Επίσης, ενόψει των εκατέρωθεν αγωγικών ισχυρισμών των διαδίκων ότι ο καθένας συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του άλλου κατά ποσοστό 50%, η παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, -ο οποίος είχε αρνηθεί κάθε συμβολή-, κατά ποσοστό 20% δεν εμπεριέχει την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν εκ μέρους του τελευταίου με την αγωγή ή τις προτάσεις του, και κατά συνέπεια ο έκτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα τυγχάνει αβάσιμος.

Αντιθέτως, με τις λοιπές παραδοχές, το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με κακή εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες που στερούν την απόφασή του από νόμιμη βάση, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ ως προς το στοιχείο της συμβολής της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, και ειδικότερα τόσο ως προς το χρόνο της χρηματικής αποτιμήσεως των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων, όσο και ως προς τον τρόπο της συμβολής της στην αύξηση αυτή, αφού αφενός μεν ως κρίσιμο χρόνο για την ανωτέρω αποτίμηση έλαβε εκείνον της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, και όχι τον κατά νόμο κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως των ένδικων αγωγών, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ο οποίος είναι αρκετά μεταγενέστερος, αφετέρου δε δεν προβαίνει σε αποτίμηση των παροχών της αναιρεσείουσας για τον εξοπλισμό της προϋπάρχουσας οικίας του αναιρεσίβλητου και μετέπειτα συζυγικής τους οικίας, καθώς και των υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο και στην ανατροφή των τέκνων τους, τα οποία υπολογίζει ως συμβολή αυτής στα αποκτήματα του αναιρεσίβλητου, μη δεχόμενο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, και πάντως μη αναφέροντας, ότι τα ανωτέρω επιβάλλονταν στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος από την υποχρέωση της αναιρεσείουσας για συμμετοχή της στις οικογενειακές δαπάνες, υποχρέωση η οποία ωστόσο θα δικαιολογούσε τη συμμετοχή της στα αποκτήματα του άλλου συζύγου τουλάχιστον κατά ποσοστό 1/3, που καθιερώνει ο νόμος ως τεκμήριο της συμβολής του ενός στα αποκτήματα του άλλου, δεχόμενο δε το Εφετείο συμβολή αυτή σε ποσοστό 20% ουδόλως αιτιολογεί, γιατί υπολογίζει τη συμβολή αυτή σε ποσοστό κατώτερο του τεκμηρίου του νόμου.

Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ ανωτέρω πλημμέλειες, τυγχάνουν βάσιμοι. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ

Αναιρεί την 4302/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ