Supreme Court allows appeal against appellate dismissal of appeal, remanding case for retrial due to inadmissible supplementary arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of the appeal, ruling that the appellate court erred in rejecting supplementary arguments. The appellant argued the first-instance judgment was flawed for accepting the plaintiff's claims without evidence and for failing to order witness testimony, while the appellate court had previously dismissed these specific complaints as inadmissible. Consequently, the Supreme Court found the appellate court's rejection of these supplementary arguments to be a procedural error under Article 559(14) of the Code of Civil Procedure, necessitating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 237, 559(14), and 580(3) of the Code of Civil Procedure: Supplementary arguments introduced after the appeal judgment are admissible if they concern the substantive resolution of the dispute, and a failure to consider them constitutes a procedural error warranting remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1755 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1755/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πέτρου Πέϊου του Ιωάννη, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Μπιλιάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομορρύθμου Εταιρίας με την επωνυμία "TEXNIKAI ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ... Ο.Ε." εκπροσωπουμένης από τον εκκαθαριστή αυτής ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15940/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1911/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2006 αίτησή του και με τους από 21-11-2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 26-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Κατά τη διάταξη του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 3 του ν. 2207/1994 και 6 παρ.7 του ν.2479/1997: 1) Ενώπιον του μονομελούς και του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις το αργότερο ως την έναρξη της συζητήσεως. Μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και:
α) αντίγραφο των προτάσεων ατελώς, επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου και β) όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους. 2). Η κατάθεση γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσης των προτάσεων.
Κάθε διάδικος δικαιούται να πάρει ατελώς με δική του δαπάνη αντίγραφα των προτάσεων των αντιδίκων του και των εγγράφων που έχουν προσκομίσει. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί και από το δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, την παρέμβαση ή τις προτάσεις ή από τρίτο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από το δικηγόρο αυτόν.
Αν ο αντίδικος είναι μόνο ένας μπορεί να του δοθεί το αντίγραφο των προτάσεων που έχει κατατεθεί. 3). Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις έως τις 12 το μεσημέρι της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Ο γραμματέας χρονολογεί την προσθήκη με επισημείωση. Με την προσθήκη νέοι ισχυρισμοί μπορεί να προταθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις.....
Ακολούθως η διάταξη του άρθρου 237 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2915/2001. Υπό τη νέα διατύπωσή της, η διάταξη αυτή ορίζει 1). Ενώπιον του μονομελούς και του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο τριάντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει τη χρονολογία κατάθεσης.
Το χρονικό διάστημα μεταξύ της επίδοσης της αγωγής και της κατάθεσης των προτάσεων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εξήντα ημέρες. Εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη. Μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και: α) αντίγραφο των προτάσεων ατελώς, επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου και β) με ποινή απαραδέκτου όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους. 2).
Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται το αργότερο δεκαπέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κατά τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, οπότε κλείνει ο φάκελος και ορίζεται ο εισηγητής της υπόθεσης ή ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου που θα δικάσει, στον οποίο διαβιβάζεται ο φάκελος.
Εκπρόθεσμη προσθήκη δεν λαμβάνεται υπόψη. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της παραγράφου 1. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται αναλόγως. 3)... Μετά δε την τελευταία νομοθετική μεταβολή με το άρθρο 7 του ν. 3043/2002 η διάταξη του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ.
ορίζει ότι ενώπιον του μονομελούς και του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει τη χρονολογία κατάθεσης. Το άρθρο 237 ΚΠολΔ, υπό τη νέα διατύπωσή του, τέθηκε σε ισχύ από 16.9.2001 (άρθρο 38 ν. 2915/2001), ενώ με το άρθρο 15 του επακολουθήσαντος νόμου 2943/2001 ο χρόνος αυτός μετατέθηκε για την 1.1.2002.
Περαιτέρω, η διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001 στην πρώτη μεν παράγραφό της ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου Α', ενώ με τη δεύτερη παράγραφο ορίζει ότι στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης του νόμου και έναρξης ισχύος του Α' κεφαλαίου αυτού, καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου κεφαλαίου δίκες, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα.
Εκ τούτων συνάγεται ότι οι διατάξεις του ν. 2915/2001 εφαρμόζονται μόνο στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιορισθεί να γίνει μετά την 1.1.2002. Αντίθετα, σε όλες τις άλλες υποθέσεις, ήτοι εκείνες των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης του νόμου και έναρξης ισχύος του Α' κεφαλαίου αυτού, δηλαδή από 29.5.2001 έως την 1.1.2002, καθώς και στις "λοιπές εκκρεμείς" υποθέσεις, τουτέστιν εκείνες που (σύμφωνα με τις αιτιολογικές εκθέσεις των ν. 2915 και 2943/2001) συζητήθηκαν πριν τη δημοσίευση του ν. 2915/2001 και δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση μέχρι την 1.1.2002, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα.
Συνεπώς, κρίσιμο γεγονός για την εφαρμογή του άρθρου 237 ΚΠολΔ με τη μορφή που του έδωσε ο ν. 2915/2001 δεν είναι η δικάσιμος κατά την οποία πράγματι συζητήθηκε η υπόθεση, αλλ` η αρχικώς προσδιορισθείσα. Ειδικότερα, ο λόγος για τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμος για την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως και όχι η μετά από αναβολή, πρέπει να αναζητηθεί στις σοβαρές αποκλίσεις της προδικασίας που εισήγαγε ο ν. 2915/2001 και οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να τηρηθούν στις υποθέσεις που η συζήτησή τους είχε προσδιορισθεί να γίνει πριν την 1.1.2002.
Γι' αυτό, αν η αναβολή των εν λόγω υποθέσεων σε χρόνο μετά την 1.1.2002 συνοδευόταν και από μεταβολή του δικονομικού καθεστώτος, τότε η συζήτησή τους θα εκηρύσσετο υποχρεωτικώς απαράδεκτη, αφού δεν θα είχε τηρηθεί η προδικασία που επέβαλε ο ν. 2915/2001, πράγμα το οποίο δεν θέλησε ο νομοθέτης. Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, συζητήθηκε μεν ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου στις 3.2.2004, η αρχική όμως δικάσιμος που είχε προσδιορισθεί για τη συζήτησή της ήταν η 10.2.1998 Συνεπώς, για τη συζήτηση αυτής, εφαρμογή είχε η διάταξη του άρθρου 237 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 2915/2001 και ως εκ τούτου οι συμπληρωματικές προτάσεις του αναιρεσείοντος που είχαν κατατεθεί την προηγουμένη ημέρα της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είχαν κατατεθεί νομίμως και εμπροθέσμως.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως απαράδεκτη την υποβολή των δια των ως άνω προτάσεων ισχυρισμών, διότι κατατέθηκαν με τις προτάσεις την προηγουμένη ημέρα της συζητήσεως, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ και έτσι ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.
II). Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη. Και ναι μεν κατ' άρθρ. 17 παρ. 2 του ν. 2915/29-5-2001, από την παραπάνω διάταξη διαγράφηκε η φράση "ή δεν διέταξε απόδειξη", πλην όμως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 2 του ίδιου νόμου, στις υποθέσεις που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2002) ως η παρούσα, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα και συνεπώς και η άνω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., ως είχε.
Εξ' άλλου η διάταξη αυτή ισχύει όσον αφορά την υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις, στην τακτική διαδικασία στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρ. 270 παρ. 1 σε συν. με 226 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δηλ. ο πρόεδρος του δικαστηρίου με πράξη του επί της αγωγής ορίζει ότι απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Περαιτέρω το δικαστήριο δεν τάσσει απόδειξη και για ουσιώδη ακόμη περιστατικά, αν αυτά αποδεικνύονται με τ` αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται προαποδεικτικώς, αν τα αποδεικτικά στοιχεία αυτά δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη, αλλά μόνο τεκμήριο, το Δικαστήριο οφείλει να διατάξει απόδειξη για να μη στερηθεί ο αντίδικος του προσκομίζοντος αυτά, του δικαιώματος της ανταπόδειξης, αλλιώς υποπίπτει στην παραπάνω πλημμέλεια (Α.Π. 336/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αυτή δέχτηκε την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, χωρίς να διατάξει απόδειξη, αφού η υπόθεση εκδικάστηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατά την τακτική διαδικασία και χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις για τα κρίσιμα θέματα προαποδεικτικώς προσαχθείσες, που να καθιστούν μη αναγκαία την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Με τα δεδομένα αυτά και το γεγονός ότι επί της ένδικης αγωγής υπάρχει πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, από 17.9.1996, στην οποία ορίζεται ότι απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης, το Εφετείο έπρεπε μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, που είχε δεχθεί την αγωγή, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη, κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου, και να διατάξει αποδείξεις για τα κρίσιμα θέματα, πράγμα που παρέλειψε.
Ακολούθως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος εμπίπτει κατ' ορθή υπαγωγή στον αριθ.10 του άρθρου 559 Κ.ΠΟΛ.Δ., είναι επίσης βάσιμος.
ΙΙΙ). Από το άρθρο 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως πρέπει να αναφέρονται στα κεφάλαια της αποφάσεως που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, διαφορετικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 532 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στους πρόσθετους λόγους εφέσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Αναγκαίως συνεχόμενα είναι τα κεφάλαια που αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαιτήσεως ή προέρχονται από την ίδια ιστορική αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη με την υπό κρίση αγωγή ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του με αριθμό ... συμβολαίου του σ/φου Θεσσαλονίκης Αποστόλου Μαργαριτοπούλου, δυνάμει του οποίου ο Ζ δικαιοπάροχος του εναγομένου μεταβίβασε στον τελευταίο τα 5/10 εξ' αδιαιρέτου των περιγραφόμενων στην αγωγή αυτοτελών ιδιοκτησιών, για το λόγο ότι ο ως άνω Ζ δεν ήταν κύριος των μεταβιβασθέντων ακινήτων, αφού το με αριθμό ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του σ/φου Θεσσαλονίκης Ιωάννου Νάσλα, με το οποίο φέρεται ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων από τους αληθείς κυρίους, με αυτοσύμβαση, ήταν άκυρο, λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητας του Ζ προς κατάρτιση της συμβάσεως αυτής, άλλως λόγω εικονικότητας. Κατά της με αριθμό 15940/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή της αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων - εναγόμενος άσκησε την από 15.10.2004 έφεση, με την οποία ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, εκτός των άλλων, γιατί απορρίφθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, οι δια των προτάσεών του υποβληθέντες ισχυρισμοί του, ως απαράδεκοι, όπως και γιατί με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχαν γίνει δεκτοί οι αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσιβλήτου, χωρίς να διαταχθεί απόδειξη.
Με τους από 19.4.2005 προσθέτους λόγους, που είχαν ασκηθεί παραδεκτώς, ο αναιρεσείων παραπονέθηκε ειδικά για την εξ' ολοκλήρου αποδοχή εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της αγωγής, και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένη αποφάσεως, εκτός των άλλων, 1) για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την αποδοχή της αγωγής και την απόρριψη του περί κτήσεως επί του επιδίκου κυριότητας ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου με τακτική χρησικτησία, 2) για την μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, άλλως λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας για τη διεξαγωγή της δίκης, και 3) γιατί το δικαστήριο προχώρησε, χωρίς την έκδοση προδικαστικής αποδείξεως, στην εξέταση μαρτύρων.
Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονέθηκε ειδικά για την αποδοχή της αγωγής, αναφέρονται σε κεφάλαιο της εκκαλουμένης, το οποίο είχε προσβληθεί με την έφεση. Συνακόλουθα το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τους ως άνω πρόσθετους λόγους της εφέσεως, με τους οποίους εισήγοντο ουσιώδη παράπονα για την επίλυση της διαφοράς, ως απαραδέκτους, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
και γι' αυτό οι τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και πρώτος και δεύτερος των προσθέτων αυτής λόγων, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή αναίρεση, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 1911/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ