Legislator Case Law & Legislation
1755/2007 AI generated

Supreme Court reverses lower court on vicarious liability, remanding case for further inquiry into abuse of position.

Case Number 1755/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding vicarious liability and remanded the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to properly establish the necessary causal link between the employee's actions and the damages, specifically regarding the abuse of position. The court found the appellate judgment legally flawed because it did not adequately examine whether the employee acted with abuse of position or exceeded their duties, thereby depriving the decision of a legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 922 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: The court must rigorously establish the causal link between the act and the damage and verify if the employee acted with abuse of position; failure to do so renders the judgment legally flawed and warrants annulment.

Keywords

AI generated
vicarious liability abuse of position causal link supreme court annulment remand for retrial employee duties civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 297, 298 of the Civil Code
Article 922 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1755 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1755/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Βαλέντη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως της "COMMERCIAL VALUE ασφαλειών ζωής AE" πρώην "COMMERCIAL UNION LIFE AEAEΖ" λόγω αλλαγής επωνυμίας και αυτής ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης της ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας "SCOPLIFE ΑΕΑΕΖ" απασών θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ, όλες εκπροσωπούνται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αποστολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4590/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5669/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 2-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσσεις της ευθύνης προς αποζημίωση, είναι να προήλθε μία ζημία από υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία.

Εξ άλλου, κατά την έννοια της ΑΚ 922, "προστηθείς", για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διατάξεως αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του εν λόγω προσώπου, ως "προστήσαντος", απασχολείται, διαρκώς ή παροδικώς, στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του προσώπου αυτού, υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.

Η υπόθεση στην οποία ο προστηθείς απασχολείται δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί εκπλήρωση ενοχικής υποχρεώσεως του προστήσαντος έναντι τρίτου και είναι αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος. Από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τη ζημία που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σε αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του.

Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη αυτού, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στο προστηθέντα λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσεώς του αυτής, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) έδωσε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλο σκοπό των στη διάθεσή του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος απετέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 1569/1985, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 2170/1993, ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμηθείας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβητών ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης, και επίσης παρέχει στον ασφαλισμένο κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ιδιαίτερα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.

Τους αντίστοιχους ορισμούς για τον παραγωγό ασφαλίσεων, μετονομασθέντα σε ασφαλιστικό σύμβουλο, περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του άνω νόμου (ως ισχύει τροποποιηθείσα με το άρθρο 36 παρ. 24 Ν. 2496/1997). Ειδικότερα, κατά την τελευταία αυτή διάταξη "Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων...

Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη...". Η νομική φύση της σχέσης του ασφαλιστικού πράκτορα ή συμβούλου με την ασφαλιστική εταιρεία και η δυνατότητα εκπροσωπήσεως ή όχι αυτής κατά την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, εντεύθεν δε η δέσμευση της ασφαλιστικής εταιρείας και η παράλληλη τυχόν ευθύνη αυτού έναντι τρίτων εκ των συμβάσεων αυτών δεν αποκλείουν, εξ ορισμού, τη σχέση προστήσεως με την ασφαλιστική εταιρεία, την ευθύνη αυτού εξ αδικοπραξίας για την επ' ευκαιρία της άνω δράσης του προξενηθείσα σε τρίτο ζημία, συνεπώς δε και την εις ολόκληρο ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας εάν in concreto αποδεικνύεται σχέση προστήσεως.

Με την έννοια ότι η ασφαλιστική εταιρεία με τη σχετική σύμβαση διεφύλαξε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον αντισυμβαλλόμενό της εντολών, και οδηγιών, έστω και στα πλαίσια μιας χαλαρής εξάρτησης, οπότε ο τελευταίος θεωρείται προστηθείς από την εν λόγω εταιρεία (ΑΠ 684/1999).

Τέλος, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ενώ κατά την έννοια της ΚΠολΔ 559 αριθ.19, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η εκκαλούσα - εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία είναι καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως και αλλαγής επωνυμίας της "COMMERCIAL UNION LIFE AEAZ", η τελευταία δε είναι καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως, της ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας "SCOPLIFE ΑΕΑΕΖ" και οι δύο δε εταιρείες ανήκουν στον Όμιλο "ΑΣΠΙΣ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής.

Η SCOPLIFE ΑΕΑΕΖ κατά το χρόνο λειτουργίας της ήταν ελληνική ασφαλιστική εταιρεία ζωής και πραγματοποιούσε ασφαλίσεις ζωής και παράλληλα ασφαλίσεις ζωής που συνδέονταν με επενδύσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13γ .του Ν.Δ 400/70 το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 16 του ΠΔ 252/1996. Στην κατηγορία αυτή των ασφαλίσεων ζωής, που συνδέονταν με επενδύσεις, είχε δύο "προϊόντα" με τους τίτλους "ACTIVE PLAN" και "BONUS PORTFOLIO" από τα οποία το πρώτο ήταν περιοδικών καταβολών και το δεύτερο εφ άπαξ.

Για την διάθεση των ασφαλιστικών προϊόντων της η ανωτέρω εταιρεία χρησιμοποιούσε διαμεσολαβούντα πρόσωπα, δηλαδή ασφαλιστικούς συμβούλους και συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων για τους οποίους ρητά στα άρθρα 16 παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ 24 του ν. 2496/1997, και 20 παρ. 1, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2170/93, του Ν. 1569/1985, αντίστοιχα, ορίζεται ότι η σχέση που συνδέει τα πρόσωπα αυτά με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου.

Ένας (αυτής) ασφαλιστικός σύμβουλος, κατά την επίδικη περίοδο, ήταν και οΖ. Ο τελευταίος, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του ασφαλιστικού συμβούλου της εναγομένης μέσω του υφισταμένου του ..., γνώρισε την ενάγουσα επιχειρηματία, η οποία διατηρεί την επιχείρηση με την επωνυμία "ΑΚΤΙΝΑ Α.Ε.", με υποκατάστημα στην Κηφισιά, και της πρότεινε να επενδύσει στην Εταιρεία Επενδύσεως Χαρτοφυλακίου "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ WORLDWIDE INVESTMENTS S.A.", που είχε έδρα στο Λουξεμβούργο και νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής ήταν η Ψ.

Η ενάγουσα στις 27-6-2001 προέβη στην κατάρτιση έγγραφης σύμβασης χειρισμού εντολών προσωπικού χαρτοφυλακίου με την εταιρεία ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ, για λογαριασμό της οποίας υπέγραψε η πιο πάνω νόμιμος εκπρόσωπός της Ψ, για ποσό 30.000.000 δρχ., με συμφωνηθείσα απόδοση για μεν την πρώτη χρονική περίοδο των 58 ημερών σε ποσοστό 3,2% μηνιαίως για δε τη δεύτερη των 45 ημερών σε ποσοστό 2,483% μηνιαίως.

Η σύμβαση αυτή κατά την πρώτη χρονική περίοδο λειτούργησε ομαλά. Ειδικότερα, η ενάγουσα, από 27-6-2001 μέχρι 27-8-2001, έλαβε, κατά τη λήξη, το εγγυημένο ποσό των 960.000 δρχ. και στη συνέχεια προέβη σε ανανέωση της επένδυσης του ίδιου αρχικού ποσού των 30.000.000 δρχ. για άλλες 45 ημέρες από 27-8-2001 μέχρι 10-10-2001, με την υπογραφή νέας συμβάσεως με την πιο πάνω εταιρεία, δια της προαναφερομένης νομίμου εκπροσώπου της, και στη λήξη της δευτέρας αυτής συμβάσεως έλαβε εκ νέου το εγγυηθέν ποσό των 744.900 δρχ.

Στις 11-10-2001 κατάρτισε νέα σύμβαση για την επένδυση του ίδιου αρχικού ποσού των 30.000.000 δρχ., για την περίοδο 11-10-2001 έως 8-12-2001 με συμφωνηθείσα απόδοση 20,14% σε ετήσια βάση, πλην, κατά τη λήξη της τελευταίας αυτής συμβάσεως, δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό απόδοσης, αλλά ούτε και το κεφάλαιο, παρότι επιμόνως το αναζήτησε, το οποίο και ακόμη οφείλεται.

Εν τω μεταξύ στις 13-3-2002 η ενάγουσα πληροφορήθηκε από δημοσίευμα στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΑ" ότι η εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ" λειτουργούσε παράνομα, καθόσον δεν είχε την απαιτούμενη από την αρμόδια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια για τη διενέργεια εντολών χαρτοφυλακίου και για το λόγο αυτό η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε στην ίδια και τη νόμιμο εκπρόσωπό της Ψ πρόστιμο € 293.200.

Στη συνέχεια, κατόπιν μηνύσεων της ενάγουσας και πολλών άλλων επενδυτών, στην Ψ αποδόθηκαν οι κατηγορίες της κακουργηματικής απάτης και υπεξαιρέσεως, για τις οποίες και διατάχθηκε, μετά την απολογία της στον 24° Ανακριτή Αθηνών, η προσωρική της κράτηση. Όμως η παραπάνω σύμβαση επένδυσης της ενάγουσας στην εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ", έγινε με την μεσολάβηση τουΖ.

Ο τελευταίος ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος της εναγομένης και η σχέση που τους συνέδεε ήταν σύμβαση έργου. Η εναγόμενη, όταν πληροφορήθηκε την εμπλοκή του στην εν λόγω υπόθεση της εταιρείας "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ", κατήγγειλε τη σύμβαση. Ανεξάρτητα από τις όποιες διαβεβαιώσεις, προτροπές και υποσχέσεις του πιο πάνω συμβούλου προς την ενάγουσα και τη χρησιμοποίηση προχείρων εντύπων της "SCOPLIFE" κατά τις διαπραγματεύσεις, προκειμένου αυτή να προβεί στην πιο πάνω επένδυση στην εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ", δεν αποδείχθηκε, από οποιοδήποτε στοιχείο του όλου αποδεικτικού υλικού, ότι η "SCOPLIFE ΑΕΑΕΖ" είχε οποιαδήποτε σχέση συνεργασίας με την εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ" και την νόμιμη εκπρόσωπο αυτής Ψ ή ότι στο έργο που είχε αναθέσει στον Ζ περιείχετο και αυτό των επενδύσεων στην εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ" και εν τέλει ότι η ίδια απεκόμιζε κέρδη από την πιο πάνω παράνομη δραστηριότητα του Ζ.

Εξ άλλου αποδείχθηκε, ότι στις 27-6-2001 η ενάγουσα, πλέον της επίδικης επένδυσης στην εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ", υπέβαλε αίτηση και προς την εναγόμενη (νο. 1025881) επενδυτικής ασφάλισης για το προϊόν (ασφαλιστήριο) BONUS PORTOFOLIO, στο οποίο είχε ήδη επενδύσει ποσό δρχ. 20.000.000 και στις 23-2-2001 και με την νέα αυτή αίτηση της συνδέθηκε με νέα αμοιβαία κεφάλαια για το ίδιο ποσό (20.000.000 δρχ.) για τα οποία εκδόθηκε το νο. 30007951 ασφαλιστήριο, ενώ παράλληλα με άλλη αίτησή της, την υπ αριθμ. 630-41395/27-6-2001 για επενδυτική ασφάλεια ζωής για το προϊόν "ACTIVE PLAN", αφού κατέβαλε για ετήσιο περιοδικό ασφάλιστρο 360.000 δρχ., εκδόθηκε το νο. 60021688 ασφαλιστήριο με ασφαλιζόμενη και συμβαλλόμενη τη θυγατέρα της ενάγουσας ...

Όμως και τα δύο παραπάνω ασφαλιστήρια λειτούργησαν ομαλά, η εναγόμενη εξεπλήρωσε τις αναληφθείσες με αυτά υποχρεώσεις της και αντίθετα με όσα η ενάγουσα με την αγωγή της ισχυρίζεται, δεν αποδείχθηκε ότι το δεύτερο εκ των ανωτέρω ασφαλιστηρίων αποτελούσε προμήθεια της εναγομένης για "αμοιβόμενη μεσολάβηση, διαβεβαίωση και εγγύηση" αυτής για την ανωτέρω επένδυση της ενάγουσας στην παρανόμως λειτουργούσα εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ".

Κατόπιν όλων των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη γνώριζε τη δραστηριότητα του ασφαλιστικού της συμβούλου Ζ σχετικά με την κατάρτιση της παραπάνω συμβάσεως χειρισμού εντολών προσωπικού χαρτοφυλακίου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με την εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ" και ότι αυτή απεκόμιζε κέρδος από την παράνομη δραστηριότητα του αυτή, η οποία, όπως αποδείχθηκε, ήταν πέραν των ορίων των καθηκόντων του για την εκτέλεση του έργου που αυτή του είχε αναθέσει με την σύμβαση έργου που τους συνέδεε και άσχετη με το έργο αυτό, στην εκτέλεση του οποίου ο ανωτέρω διέθετε σχετικά σημαντική ελευθερία, δεδομένου ότι κατά την επίδικη περίοδο η "SCOPLIFE" διατηρούσε 45-50 γραφεία ανά την Ελλάδα, στα οποία στεγάζονταν 1000 περίπου ασφαλιστικοί σύμβουλοι αυτής, ώστε εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε αυτή να ασκεί εποπτεία και να κατευθύνει το έργο τους, πολύ περισσότερο δε που στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπήρχε και οποιαδήποτε σχετική αφορμή (με αίτηση, προσωπική παράσταση, τηλεφωνική επικοινωνία κλπ προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της) εκ μέρους της ενάγουσας.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων ευθύνης από το άρθρο 922 του ΑΚ της εναγομένης για τη ζημία που προκλήθηκε στην ενάγουσα από την επένδυση αυτής, μέσω του ασφαλιστικού συμβούλου της εναγόμενης Ζ στην παρανόμως λειτουργούσα αλλοδαπή εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ" και κατόπιν αυτών η αγωγή, κατά το μέρος που ερευνάται, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη - που κρίνασα αντιθέτως δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των € 90.041,08 - και απέρριψε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης.- Η αναιρεσιβαλλομένη με τις παραδοχές της ότι: 1) "δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο του όλου αποδεικτικού υλικού ότι η SCOPLIFE AEAEZ είχε οποιαδήποτε σχέση συνεργασίας με την εταιρεία ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ και τη νόμιμη εκπρόσωπο αυτής Ψ ή ότι στο έργο που είχε αναθέσει στον Ζ περιείχετο και αυτό των επενδύσεων στην εταιρεία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ" και εν τέλει ότι η ίδια απεκόμιζε κέρδη από την πιο πάνω παράνομη δραστηριότητα του Ζ " 2) "δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη γνώριζε τη δραστηριότητα του ασφαλιστικού της συμβούλου Ζ" και 3) "η εναγομένη δεν μπορούσε να ασκεί εποπτεία και να κατευθύνει το έργο των 1000 περίπου ασφαλιστικών συμβούλων αυτής" παραβίασε ευθέως με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή την Α.Κ. 922, διότι έθεσε ως επί πλέον όρους - προϋποθέσεις συνδρομής της ευθύνης της αναιρεσίβλητης κατά τη διάταξη αυτή και τη σχέση συνεργασίας της με την εταιρεία ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ και τη νόμιμη εκπρόσωπο αυτής Ψ και την εκ μέρους της αποκομιδή κέρδους από την αναφερόμενη παράνομη δραστηριότητα του Ζ, καθώς και τη γνώση της ως προς την παράνομη δραστηριότητα του Ζ και την δυνατότητα να τον εποπτεύει σχετικώς, δηλαδή σε σχέση με την αναφερόμενη παράνομη δραστηριότητά του, ενώ για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν απαιτούνται τέτοιες προϋποθέσεις.

Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και εντεύθεν είναι βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και δέκατος τρίτος, (α΄ μέρος) λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 1 της ΚΠολΔ 559, όπως παραδεκτώς συμπληρώνονται από τον Εισηγητή (ΚΠολΔ 562 παρ. 4). Περαιτέρω, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της δίκης και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή εφαρμογή των ΑΚ 914 και 922, τις οποίες έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα καίτοι η αναιρεσιβαλλομένη χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του Ζ παράνομη σε βάρος της αναιρεσείουσας και ως έχουσα αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του αναφερόμενου σ'αυτή ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας της αναιρεσείουσας, αφενός μεν δεν εκτίθενται σ΄ αυτήν τα περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καθιστούν παράνομη τη συμπεριφορά του Ζ έναντι της ενάγουσας και εκείνα που εν προκειμένω επιφέρουν την απαιτούμενη αιτιώδη συνάφεια, αφ΄ετέρου δε ουδέν αναφέρει το Εφετείο σχετικά με το κρίσιμο στοιχείο της ύπαρξης ή όχι πταίσματος (δόλου ή αμέλειας) σχετικώς στο πρόσωπο του Ζ.

Ακόμη, από τις άνω παραδοχές του Εφετείου δεν προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο, αν δέχεται σχέση πρόστησης μεταξύ Ζ και αναιρεσίβλητης, αφού η ιδιότητα του πρώτου ως ασφαλιστικού συμβούλου της δεύτερης και ο χαρακτηρισμός της συνδέουσας αυτούς έννομης σχέσης εκ του νόμου ως σύμβασης έργου, δεν αποκλείουν, εξ ορισμού, τη σχέση προστήσεως με την ασφαλιστική εταιρεία, την ευθύνη αυτού εξ αδικοπραξίας για την επ' ευκαιρία της δράσης του ως ασφαλιστικού συμβούλου προξενηθείσα παρανόμως και υπαιτίως ζημία σε τρίτο, συνεπώς δε και την εις ολόκληρο ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας εάν in concreto αποδεικνύεται σχέση προστήσεως.

Αλλά μάλλον φαίνεται να υιοθετεί το Εφετείο την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ του Ζ και της αναιρεσίβλητης, μέσω ασαφών αιτιολογιών περί απασχολήσεως του Ζ διαρκώς στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, στα πλαίσια μιας χαλαρής σχέσης, κατά την οποία το Εφετείο αφήνει ασαφώς να εννοηθεί, ότι ο Ζ, σύμφωνα με την οικεία σύμβαση, ενεργούσε υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές της αναιρεσίβλητης ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.

Το ότι υπονοεί τα περιστατικά αυτά το Εφετείο συνάγεται νοηματικά και από τις παραδοχές του, πως ο Ζ"διέθετε σχετικά σημαντική ελευθερία" κατά την άσκηση των καθηκόντων του, πως την εναγομένη δεν βαρύνει υπαιτιότητα που δεν μπόρεσε, να εποπτεύσει και ελέγξει τον ανωτέρω σε σχέση με την αναφερόμενη παράνομη δραστηριότητά του, και πως όταν η εναγομένη πληροφορήθηκε την εμπλοκή του Ζ στην ένδικη υπόθεση, μεταξύ της εταιρίας "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ" και της αναιρεσείουσας, κατήγγειλε τη σύμβαση μεταξύ αυτής (αναιρεσίβλητης) και τούτου (Ζ).

Ακόμη, το Εφετείο παρότι αποκλείει να ζημίωσε εν προκειμένω ο Ζ την αναιρεσείουσα κατά την εκτέλεση ανατεθείσας από την αναιρεσίβλητη σε αυτόν υπηρεσίας προωθήσεως των προϊόντων της εταιρείας "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ", δεν ασχολείται με το ουσιώδες ζήτημα, μήπως, εν προκειμένω, ο εν λόγω ασφαλιστικός σύμβουλος ενήργησε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σε αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του.

Ούτε ερευνά το Εφετείο αν η αποδιδόμενη από το Δικαστήριο εκείνο παράνομη πράξη στο Ζ κατέστη δυνατή σ' αυτόν, ως προς την εκτέλεσή της, ως προστηθέντα, λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσεώς του αυτής, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) έδωσε σ'αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλο σκοπό των στη διάθεσή του τεθέντων μέσων και εν γένει αν η υπηρεσία του προστηθέντος απετέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.

Έτσι το Εφετείο στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και κατέστησε εαυτή αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και εντεύθεν οι λόγοι αναίρεσης, όπως εκτιμώνται, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος τρίτος (β΄ μέρος) και όπως αυτοί παραδεκτά συμπληρώνονται από τον Εισηγητή (ΚΠολΔ 562 § 4) είναι βάσιμοι.

Κατ΄ ακολουθίαν τούτων πρέπει ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρήζει περαιτέρω έρευνα, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5669/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς έρευνα στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλομένη. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ