Legislator Case Law & Legislation
1754/2025 AI generated

Supreme Court dismisses inadmissible appeal grounds regarding specific civil procedure articles for first-instance judgments.

Case Number 1754/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal grounds based on Articles 10 and 11 of Article 559 of the Code of Civil Procedure as inadmissible. The court held that these specific grounds are excluded from the list of permissible appeal reasons for judgments of the Peace Court or First Instance Court acting as Court of Appeal. Consequently, the appeal was allowed in part, and the case was remitted for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; Appeal grounds listed in Article 560 exclude those in Article 559 for judgments of lower courts acting as appellate courts.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure admissibility of appeal Peace Court judgment First Instance Court appellate jurisdiction remittal for retrial legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
Article 179 item b of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1754 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1754/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. τέως συζ. Μ. Γ., το γένος Σ. και Σ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Υφαντή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 588/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 343/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, η αναιρεσείουσα παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε υπέβαλε την κατ' άρθρ. 242 παρ.2, 573 παρ.1 ΚΠολΔ δήλωση. Από την προσκομιζόμενη από την παρούσα αναιρεσείουσα, υπ` αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Ε. Λ., προκύπτει ότι ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση αυτής. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

2.- Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αρ. 343/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που δίκασε ως Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αρ. 588/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του τελευταίου, αναγνωριστικής απόσβεσης δικαιώματος δουλείας διόδου, λόγω της επιγενόμενης αυτάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου, άλλως λόγω καταχρηστικής άσκησης της δουλείας από τον κύριο του ιδίου ακινήτου, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.

3.- Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ., αν το ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου προς την οδό, ο κύριος αυτού δικαιούται να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο έναντι ανάλογης αποζημιώσεως. Η κατεύθυνση της οδού και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, στις οποίες αναφέρονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον κύριο ακινήτου αποκλεισμένου από το δρόμο το δικαίωμα να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο προς το δρόμο, συνάγονται πλην άλλων τα εξής: 1) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, αλλά και εκείνο του οποίου μπορεί μεν να επιτευχθεί η επικοινωνία, αλλά απαιτούνται γι' αυτό μεγάλα τεχνικά έργα και υπερβολικές δαπάνες δυσανάλογες προς την αξία της ιδιοκτησίας, ή όταν το έδαφος του δρόμου δια μέσου του οποίου το ακίνητο επικοινωνεί με το δημόσιο δρόμο, παρουσιάζει τέτοια κλίση ώστε να είναι αδύνατη και επικίνδυνη η διάβαση ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό, ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. (ΑΠ 971/2024, ΑΠ 1149/2018 ΑΠ 314/2001, ΑΠ 443/1994).

Η άποψη αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι σκοπός του νόμου (άρθρα 1012, 1013 ΑΚ) είναι η απόκτηση της αναγκαίας διόδου υπό τη μορφή εμπράγματης δουλείας οδού, ώστε με τη λειτουργία της το περίκλειστο ακίνητο να έχει στο εξής ικανή πρόσβαση σε κοινόχρηστο δρόμο, και να γίνεται πλέον ανεμπόδιστα η κατά προορισμό οικονομική του εκμετάλλευση. (ΑΠ 1453/2010). 2) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού.

Ωφέλεια πέραν από τα όρια αυτά που αφορά απλώς και μόνον ιδιότροπη προσωπική επιθυμία του κυρίου του περίκλειστου ακινήτου ή επιθυμία του για μεγαλύτερη άνεση ή εξοικονόμηση όχι δυσανάλογης δαπάνης, δεν λαμβάνεται υπόψη. Η απαίτηση και η παροχή της διόδου δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο της ουσίας των γειτόνων, που αποτελεί γενικό κριτήριο για την οριοθέτηση της σχετικής υποχρεωσής τους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια ή κατ' άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο και το ίδιο ευχερώς από άλλη οδό, υπό την έννοια ότι απέκτησε πλέον πρόσοψη και άμεση πρόσβαση σε κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο και εξυπηρετείται πλέον από αυτόν παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια (ΑΠ 338/2019, 641/2018).

Η συνδρομή, όμως, περίστασης κατά την οποία το δεσπόζον έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό, σε συνδυασμό με συνδρομή και άλλων περιστατικών μπορεί να οδηγεί στο να υπερβαίνει προφανώς η άσκηση του δικαιώματος της δουλείας οδού τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή οι κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε να είναι η άσκηση του καταχρηστική, και άρα απαγορευμένη (ΑΠ 431/2017).

Προσέτι, η παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, γιατί υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.

Η περίπτωση, αυτή υφίσταται, αν η άσκηση της δουλείας κατέστη πλέον μάταιη και περιττή, άνευ ετέρου (ΑΠ 444/2021, ΑΠ 299/2020, ΑΠ 431/2017, ΑΠ 618/2014).

4.- Κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 348/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ένδικη αναγνωριστική αγωγή αποσβέσεως δουλείας: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../1977 συμβολαίου πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ.

Ε. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα........., η ενάγουσα κατέστη κύρια ενός οικοπέδου έκτασης, σύμφωνα με τον δικαιοκτητικό της τίτλο 50 τ.μ. και, σύμφωνα, με τα στοιχεία του κτηματολογικού φύλλου του ακινήτου 57 τ.μ., με την εντός αυτού οικία που βρίσκεται στη θέση "Λασπότοπος" του Δήμου Ιωαννιτών και συνορεύει, σύμφωνα με το συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο σκαρίφημα, στην πλευρά Α-Β με ιδιωτική οδό πλάτους τριών (3) μέτρων, στην οποία αποκτά το πωλούμενο ακίνητο δουλεία διέλευσης, η οποία απολήγει σε άλλη ιδιωτική οδό (πλέον οδός ...), στην πλευρά Γ-Δ με οικόπεδο ιδιοκτησίας Μ.

Μ., στην πλευρά Α-Ζ με οικόπεδο ιδιοκτησίας Λ. Κ. και στην πλευρά Ζ-Δ με ιδιοκτησία ιδιοκτησίας του εναγόμενου). Στον δικαιοπάροχό της πωλητή Π. Χ. ή Γ. του Δ. και της Α. είχε περιέλθει ως κληρονόμο του κατά το έτος 1944 αποβιώσαντος πατρός του Δ. Χ. ή Γ. καθώς και εκ δωρεάς δυνάμει του υπ' αριθ. .../1965 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ.

Ε. Τ. νομίμως μεταγεγραμμένου .......

Εξάλλου, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1994 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χ. Φ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα....., περιήλθε στον εναγόμενο κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο με την επ' αυτού ισόγεια οικία εμβαδού 55 τ.μ., που βρίσκεται στα Ιωάννινα, εντός του σχεδίου πόλεως, στο Ο. Τ. 289, στη θέση "Λασπότοπος", έκτασης 57,97 τ.μ.

με περιμετρικά όρια ιδιοκτησία Λ. Κ., νέα υπό διάνοιξη οδό, ιδιοκτησία Μ. Μ. και με ιδιοκτησία ενάγουσας. Στη δικαιοπάροχο του εναγομένου μητέρα του Β. Μ. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο με το υπ'αριθ. .../1972 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ. Τ., το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα...... Από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω όμορα ακίνητα των διαδίκων βρίσκονταν αρχικά στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ιωαννίνων, εκτός σχεδίου πόλεως και η ιδιοκτησία της Β.

Μ. ήταν περίκλειστη. Για τον λόγο αυτό στο προαναφερόμενο υπ' αριθ. .../1977 συμβόλαιο ορίστηκε ότι συστήνεται πραγματική δουλεία διόδου (διέλευσης) σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας υπέρ της όμορης ιδιοκτησίας τότε της Β. Μ. και ήδη, κατά τα ανωτέρω του εναγομένου, και ειδικότερα σε τμήμα του που αποτυπώνεται στο συνημμένο σκαρίφημα με τα στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε-Β.

Αντίστοιχα στον ως άνω δικαιοκτητικό τίτλο του εναγομένου ορίστηκε ότι σε βάρος του ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας υπάρχει υπέρ του ακινήτου του εναγομένου δικαίωμα διέλευσης σε εδαφική λωρίδα πλάτους 1,5 μ. Ειδικότερα, η λωρίδα αυτή είναι πλάτους 1,50 μ. και μήκους 7,50 μ. και χρησιμοποιούταν αδιάλειπτα για χρονικό διάστημα 40 περίπου ετών για την πρόσβαση της Β.

Μ. και στη συνέχεια του εναγομένου στην οικία τους, καθόσον η κύρια θύρα εισόδου βρίσκεται στην απόληξη της διόδου αυτής και συγκεκριμένα στην πλευρά Ε-Δ του ως άνω σκαριφήματος. Επιπλέον, εντός της ίδιας εδαφικής λωρίδας βρίσκεται ο μετρητής παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της οικίας του εναγομένου. Ακολούθησε η ένταξη της περιοχής του Λασπότοπου στο σχέδιο πόλης και η διάνοιξη κατά μήκος όλης της πρόσοψης της οικίας του εναγομένου δημοτικής οδού που ήδη έχει προσλάβει την ονομασία Γ.

Μ. Σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το ακίνητο του εναγομένου εξυπηρετείται πλήρως από τη νεοδιανοιγείσα αυτή δημοτική οδό και ως εκ τούτου υφίσταται πραγματικός λόγος κατάργησης της δουλείας αυτής.

Πλην όμως, η πρόσβαση στην κεντρική είσοδο της οικίας του εναγομένου είναι εφικτή μόνο μέσω της χρήσης της επίδικης διόδου, καθόσον το ακίνητο είχε διαμορφωθεί με δεδομένη την ύπαρξη της δουλείας, ενώ, όπως προκύπτει ιδίως από τη σαφή και στηριζόμενη σε προσωπική αντίληψη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, στην πλευρά του ακινήτου που έχει πρόσοψη στη δημοτική οδό υφίσταται μια δευτερεύουσα είσοδος που οδηγεί στο λουτρό της οικίας και κατασκευάστηκε επιβοηθητικά για την πρόσβαση στον υφιστάμενο στο σημείο αυτό βόθρο. Επιπλέον, όπως ήδη αναφέρθηκε, εντός του εδαφικού αυτού τμήματος βρίσκεται ο μετρητής του ρεύματος της οικίας του εναγομένου, η μεταφορά του οποίου επάγεται δαπάνη και τεχνικές επεμβάσεις.

Εξάλλου, η νεοδιανοιγείσα δημοτική οδός, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, είναι εν μέρει μόνο ασφαλτοστρωμένη, με το όριο της ασφαλτόστρωσης να εντοπίζεται λίγο πριν την οικία του εναγομένου, έμπροσθεν της οποίας η οδός είναι χωμάτινη. Παράλληλα, η επιβάρυνση του ακινήτου της ενάγουσας είναι προφανώς υποδεέστερη της ζημίας που θα προέκυπτε για το ακίνητο του εναγομένου σε περίπτωση κατάργησης της επίδικης δουλείας, καθόσον, σύμφωνα ομοίως με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, η οικία της ενάγουσας διαθέτει ανεξάρτητο περιφραγμένο χώρο εισόδου και εν γένει έχει διαμορφωθεί κατά τρόπο διακριτό σε σχέση με την εν λόγω εδαφική λωρίδα.

Εν κατακλείδι, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκε από το εισφερθέν αποδεικτικό υλικό η πρόθεση του εναγομένου να προβεί στη διαίρεση της οικίας του σε δύο αυτόνομες γκαρσονιέρες για την εξυπηρέτηση των οποίων, κατά τους ισχυρισμούς του, είναι αναγκαία η διατήρηση της υφιστάμενης δουλείας, αφού ληφθεί υπόψη η υπάρχουσα κατάσταση, με τη διάνοιξη της νέας δημοτικής οδού το δεσπόζον ακίνητο του εναγομένου δεν έχει καταστεί αυτάρκες αφού δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί πλήρως μέσω της εισόδου από την οδό Γ.

Μ. και μάλιστα κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο με την επίδικη δίοδο και ως εκ τούτου συνεχίζουν να υφίστανται οι ανάγκες για την ικανοποίηση των οποίων συστήθηκε το δικαίωμα της πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του.

Συνεπώς, εν όψει του ότι η προσέγγιση σε αυτό εξακολουθεί να γίνεται αποτελεσματικά και πλήρως μόνο μέσω του επίδικου εδαφικού τμήματος, η δουλεία υπέρ του ακινήτου του εναγομένου δεν αποσβέστηκε, αφού η άσκησή της δεν κατέστη αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς, ούτε όμως περιττή και μάταιη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δεδομένου ότι αφενός η διερχόμενη στην πρόσοψη του ακινήτου δημοτική οδός δεν παρέχει ίση και επαρκή ωφέλεια στο ακίνητο του εναγόμενου σε σχέση με τη νομίμως συνεστημένη δουλεία διόδου, αφετέρου επιβάρυνση του δουλεύοντος ακινήτου είναι η μικρότερη δυνατή και η ίδια ακριβώς με αυτήν που υπήρχε ήδη από τη μεταβίβαση του ακινήτου στην ενάγουσα, η οποία και απέκτησε το ακίνητο βεβαρημένο με τη δουλεία, εκ τρίτου δε ούτε και προσβάλλεται η κυριότητα της ενάγουσας επί του ακινήτου της με τη συνέχιση της χρήσης της επίδικης διόδου από τον εναγόμενο, αλλά περιορίζεται μόνο το δικαίωμά της αυτό, η άσκηση του δικαιώματος της δουλείας διόδου από πλευράς του εναγόμενου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα αξιολογικά όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου δεν είναι καταχρηστική.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, η οποία είχε δεχθεί, λόγω ερημοδικίας του τελευταίου, κατ' ουσίαν την αγωγή, εξαφάνισε στη συνέχεια την εκκληθείσα απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο ως Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα της αυτάρκειας, ή μη, εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, και της συναρτώμενης με αυτή καταχρηστικής συμπεριφοράς του, περί διατήρησης της δουλείας, ώστε να κριθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας για την κατάργησή της.

Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι: 1) το επίδικο δεσπόζον ακίνητο δεν είναι πλέον περίκλειστο, μετά την διάνοιξη κατά μήκος όλης της πρόσοψης της οικίας του εναγομένου της δημοτικής οδού Γ. Μ., 2) στην βόρεια πλευρά του δεσπόζοντος ακινήτου που έχει πρόσοψη στην ως άνω δημοτική οδό, υφίσταται μια δευτερεύουσα είσοδος που οδηγεί στο λουτρό της οικίας και κατασκευάστηκε επιβοηθητικά για την πρόσβαση στον υφιστάμενο στο σημείο αυτό βόθρο, 3) η πρόσβαση στην κεντρική είσοδο της οικίας του εναγομένου είναι εφικτή μόνο μέσω της επίδικης διόδου στην απόληξη της οποίας υπάρχει πόρτα και ότι 4) στην ίδια δίοδο βρίσκεται ο μετρητής του ρεύματος του δεσπόζοντος ακινήτου, η μεταφορά του οποίου επάγεται δαπάνη και τεχνικές επεμβάσεις.

Πλην όμως με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο: 1) δεν διευκρινίζει στην απόφασή του, μετά και την διάνοιξη της δημοτικής οδού ..., επί της οποίας το δεσπόζον ακίνητο έχει πρόσοψη και πόρτα, ποια η ανάγκη διατήρησης της επίδικης διόδου μέσα από το δουλεύον ακίνητο της αναιρεσείουσας, 2) δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο, ο εναγόμενος, για την είσοδο στο ακίνητο του, εξυπηρετείται πλήρως μόνο με την χρήση της επίμαχης διόδου και για ποιο λόγο η πρόσβαση σε αυτό από την νέα ήδη διανοιγείσα δημοτική οδό ..., η οποία διατρέχει όλη την βόρεια πλευρά αυτού, όπου έχει κατασκευάσει ο ίδιος ήδη είσοδο και πόρτα προς το λουτρό του, δεν περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο της επίδικης δουλείας και δεν τον εξυπηρετεί πλήρως, 3) καίτοι αναφέρεται σε δαπάνες, δεν διευκρινίζει το ύψος της δαπάνης που θα απαιτηθεί για την μεταφορά του μετρητή ρεύματος, που βρίσκεται επί της επίμαχης διόδου, την ύπαρξη του οποίου (μετρητή της ΔΕΗ) το δικαστήριο έλαβε ως στοιχείο για την διατήρηση της δουλείας αυτής, 4) ενώ δέχεται ως δεδομένο ότι, αφενός μεν η διερχόμενη στην πρόσοψη του δεσπόζοντος ακινήτου δημοτική οδός δεν παρέχει ίση και επαρκή ωφέλεια στο ακίνητο αυτό σε σχέση με την υφιστάμενη δίοδο, αφετέρου δε ότι η επιβάρυνση του δουλεύοντος ακινήτου είναι η μικρότερη δυνατή με την υφιστάμενη δίοδο, δεν διευκρινίζει, όπως προαναφέρθηκε, γιατί η είσοδος του εναγομένου στο ακίνητό του μέσω της οδού ...

επί της οποίας υπάρχει πόρτα δεν του παρέχει ίση και επαρκή ωφέλεια με την υφιστάμενη δίοδο μέσα από το δουλεύον ακίνητο της ενάγουσας και επιπλέον δεν διευκρινίζει γιατί η επιβάρυνση του δουλεύοντος ακινήτου της ενάγουσας, με την διατήρηση της διόδου είναι η μικρότερη δυνατή, καίτοι δέχεται ότι η επίδικη δίοδος έχει πλάτος 1,50 μ.

και μήκος 7,50 μ., ήτοι εμβαδό 11,27 τμ ,περιορίζοντας, κατά την επιφάνεια αυτή, το ακίνητο της ενάγουσας το οποίο έχει συνολικό εμβαδό μόλις 57 τ.μ. Οι παραπάνω διευκρινήσεις είναι απαραίτητες για να κριθεί αν με την είσοδο από την βόρεια πλευρά του δεσπόζοντος ακινήτου, επί της οδού ..., αυτό εξυπηρετείται ή όχι κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο με την υπάρχουσα επίδικη δίοδο, αν δηλαδή κατ' αυτόν τον τρόπο αποκτά ή όχι αυτάρκεια, ώστε να κριθεί η ανάγκη διατήρησης ή όχι της ένδικης δουλείας και αν είναι ή όχι άσκοπος ο περιορισμός του δουλεύοντος ακινήτου, καθώς και η καταχρηστική ή όχι συμπεριφορά του εναγομένου με την εμμονή του στην χρήση της επίδικης διόδου.

Επιπροσθέτως, οι ελλιπείς αυτές παραδοχές του Εφετείου, καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή, στην κρινόμενη υπόθεση, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, στη μείζονα σκέψη της παρούσας με βάση τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή λόγω ερημοδικίας του, η αγωγή της τελευταίας περί καταργήσεως της υφιστάμενης δουλείας σε βάρος του ακινήτου της.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, (κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προβαίνει σε αρίθμηση αυτών) κατά το οικείο μέρος, με τους οποίους, κατ' εκτίμησή τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, της εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών στις οποίες αναφέρεται η αναιρεσείουσα ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι βάσιμοι.

5.- Κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της, για να διαπιστωθεί αν και ποιόν λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικούς αναφερομένους στο άρθρο 559 ή του 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 783/2024, ΑΠ 1108/2018).

Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019), ενώ ,εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 782/2024, ΑΠ 275/2017, ΑΠ 1008/2018).

Ο προβαλλόμενος δε ως τέτοιος λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 782/2024, ΑΠ 100/2019 ΑΠ 857/2017). Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, (κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου) κατά το μέρος που γίνεται με το αναιρετήριο, αριθμητικά μόνο, επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων που στηρίζουν την σχετική αναιρετική πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος.

6.- Ο εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, που είναι ταυτόσημος με εκείνο του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ''Πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004).

Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη και κατ' εκτίμηση αυτών, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στο οικείο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου, η παραβίαση αυτή συντελέστηκε επειδή το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της ότι ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος, έχει δύο δουλείες διόδου, ήτοι την επίδικη και την νέα πρόσβαση που αποτελεί την κύρια είσοδο του δεσπόζοντος ακινήτου από τον νέο δρόμο και κατά το οικείο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, ότι δεν έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό της περί μη αναγκαιότητας πλέον της βαρύνουσας το ακίνητό της δουλείας διόδου, λόγω της αυτάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου.

Ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός, κατά το οικείο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου, δεν συνιστά πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικό ισχυρισμό της ενάγουσας προς αντίκρουση του αντίστοιχου ισχυρισμού άμυνας του εναγομένου, περί της αναγκαιότητας της διατήρησης της επίμαχης δουλείας.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος τούτο είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός κατά το οικείο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, που είναι πράγμα, επειδή αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος τούτο είναι αβάσιμος.

7.- Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι : "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.

Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως αποφάσεως του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020). Επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 340/2022, ΑΠ 248/2024).

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν, στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του που, με αυτόν, αποδίδεται στην ίδια απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 11 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτοι, διότι οι λόγοι αυτοί, κατά τα αμέσως ανωτέρω αναφερθέντα, δεν περιλαμβάνονται στην, περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Επιπλέον πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, κατ' άρθρ. 495 παρ.4 εδ.ε' ΚΠολΔ στην καταθέσασα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις στο παρόν δικαστήριο, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της τελευταίας, λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης (άρθρα 179 εδ.β'183 ΚΠολΔ), όπως αυτή προσδιορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 343/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ