Legislator Case Law & Legislation
1754/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly rejected evidence without proper service notice.

Case Number 1754/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of the Aegean. The appellant argued that the lower court failed to consider sworn certificates regarding property ownership, claiming the defendant was improperly served. The court rejected this, noting the appellant never cited the specific court report required to validate the service, and the defendant was absent during the certification process. Consequently, the appeal was found baseless, the appellant's security deposit was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The appellate court must examine all cited evidence; failure to consider sworn certificates without the requisite court report on service constitutes a ground for cassation, but such a ground is unfounded if the appellant never formally cited the report and the opposing party was absent.

Keywords

AI generated
cassation appeal service of process sworn certificates court report legal costs property ownership procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1754 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1754/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Σ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Χριστίνα Αργυροπούλου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομιζόμενη υπ' αριθμόν ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Μυκόνου Κυκλάδων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι: 1) Μ. Σ. του Γ. και της Ε., χήρα Γ. Φ., 2) Ε. - Μ. Φ. του Γ. και της Μ., 3) Ε. Φ. του Γ. και της Μ., κάτοικοι ..., με την ιδιότητα τους ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος, 4) Μ. Ν. του Γ. και της Σ., κάτοικος ..., με την ιδιότητά του ως κυρίου του επιδίκου ακινήτου, το οποίο απέκτησε από τις προαναφερθείσες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ως άνω αποβιώσαντος. Άπαντες οι συνεχίζοντες τη δίκη, εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Το ως άνω Δικαστήριο με την απόφαση 142ΤΜ/2011, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33ΤΠ/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, 167/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των υπεισελθουσών στη θέση του αρχικώς αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28.03.2018 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 167/10.10.2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο απέρριψε την από 16.01.2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 34Τ.Π./17.04.2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο είχε απορρίψει την από 26.10.2009 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αυτού (αναιρεσείοντος). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσείων (Σ. Σ. του Σ. και της Α.) ήγειρε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου (Γ.

Φ. του Ζ.) την από 26.10.2009 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Το Δικαστήριο αυτό, με την υπ' αριθμ. 142Τ.Μ./21.10.2011 εν μέρει οριστική απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση της άνω αγωγής και παρέπεμψε αυτή (άνω αγωγή) στο προσδιορισθέν ως καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο και συγκεκριμένα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Ακολούθως, η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 34Τ.Π./17.04.2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Την απόφαση αυτή (υπ' αριθμ. 34Τ.Π./17.04.2014) προσέβαλε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ο ήδη αναιρεσείων με την από 16.01.2015 έφεσή του την οποία έστρεψε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 167/10.10.2017 τελεσίδικη απόφαση με την οποία η άνω έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ήδη αναιρεσείων με την από 28.03.2018 αίτησή του και ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιέχονται στο αναιρετήριο.

Σημειώνεται ότι μετά την άσκηση της αναιρέσεως, στις 30.03.2018, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος, αυτόν δε, στην δικονομική του θέση, διαδέχθηκαν οι νόμιμοι κληρονόμοι του, οι οποίες, με δηλώσεις της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δήλωσαν το γεγονός το θανάτου του αναιρεσιβλήτου και τη συνέχιση της δίκης, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 286 περίπτ.

α', 287§1, 290, 292 και 573§1 του Κ.Πολ.Δ.

Στη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: "Το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων." Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία για την αναίρεση (άρθρο 573§1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι δικονομικής φύσεως και η εφαρμογή της εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας με την έννοια δε αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 457/2011).

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 249 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.

Αν η διοικητική αρχή δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με την υπόθεση, το δικαστήριο ορίζει προθεσμία, μέσα στην οποία ο διάδικος οφείλει να προκαλέσει με αίτηση την ενέργεια της αρχής.". Και της διατάξεως αυτής η εφαρμογή ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας με την έννοια δε αυτή, ομοίως, δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 470/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφήρμοσε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 6/2017, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υποθέσεως, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφήρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 4/2018).

Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κτλ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 1229/2022, Α.Π. 42/2020, Α.Π. 581/2018, Α.Π. 303/2016, Α.Π. 207/2016).

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 1271/2008).

Περαιτέρω, το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 του Κ.Πολ.Δ., αλλά για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ιδίου Κώδικα, πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεδικασμένο με λόγο εφέσεως ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, δηλαδή να έχει προβληθεί ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου έγινε κατά παράβαση του νόμου.

Ο σχετικός ισχυρισμός περί δεδικασμένου δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, και τούτο διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημοσίας τάξεως, αφού οι διατάξεις που το καθιερώνουν τέθηκαν χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού (Α.Π. 1852/2007).

Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για να επιτραπεί αναίρεση, γιατί η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της. Επομένως, δεν επιτρέπεται αναίρεση αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό, εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στο άρθρο 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1124/2008).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2006/2019, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και, για τον λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 1/1999).

Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 24/2021), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 1040/2010), 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμελείας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 57/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 περίπτ. α', 8, 10, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων, κατά συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά, στο ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο δεν ανέβαλε τη συζήτηση της εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) προς τον σκοπό συνεκδικάσεώς της με άλλη συναφή, όπως αιτήθηκε αυτός (αναιρεσείων), με αποτέλεσμα να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις από το αυτό Δικαστήριο, παραβιάσαν ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 246 και 249 του Κ.Πολ.Δ., έλαβε υπόψη του αυτό (δευτεροβάθμιο δικαστήριο), παρά τον νόμο, πράγματα που δεν προτάθηκαν ή παρέληψε να λάβει υπόψη του πράγματα προταθέντα, έλαβε υπόψη του πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δέχθηκε το αυτό Δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη και διέλαβε αντιφατικές διατάξεις.

Από τις ανωτέρω αναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες μπορούν, κατ' επιεική κρίση, να αξιολογηθούν αυτές που επιχειρείται να στηριχθούν στους αριθμούς 1 περίπτ. α' και 19 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες όμως, ως λόγοι αναιρέσεως, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι αφορούν παραβίαση διατάξεων δικονομικής φύσεως. Οι λοιπές αναιρετικές πλημμέλειες που επιχειρείται να στηριχθούν στους αριθμούς 8, 10, 16 και 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και διατυπώνονται ως επιμέρους λόγοι αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι λόγω αοριστίας και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο γίνεται αναφορά μόνο στους άνω αριθμούς του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να γίνεται, παραλλήλως, παράθεση ιστορικού επί του οποίου ερείδεται, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, κάθε αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 του Κ.Πολ.Δ. οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ιδίου Κώδικα: 1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ιδίου Κώδικα ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.

Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (Α.Π. 17/2015, Α.Π. 42/2007).

Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαιώσεως πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται στο εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβαθμίας δίκης και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (Α.Π. 26/2020, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 17/2015, Α.Π. 1461/2013).

Δεν αρκεί, όμως, η βεβαίωση από τον συμβολαιογράφο ή τον ειρηνοδίκη στην ένορκη βεβαίωση περί νόμιμης κλητεύσεως του αντιδίκου, δεδομένου ότι η κλήτευση και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στο δικαστήριο, αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση με την προσκομιδή της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη και όχι από την ένορκη βεβαίωση αυτή καθ` εαυτή.

Η βεβαίωση δε του δικαστηρίου ότι προσκομίζεται ή όχι ένα έγγραφο, αφορά σε πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 507/2022, Α.Π. 708/2015).

Στην προκείμενη με τον δεύτερο (επικουρικό) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις επικληθείσες και προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ....2011 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυκόνου Κ.

Α. Χ., για τον λόγο ότι δεν προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση η υπ' αριθμ. ....2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία αποδεικνύεται η διενέργεια της προβλεπομένης προδικασίας για τη λήψη των άνω ενόρκων βεβαιώσεων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, πλην όμως είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω στην νομική σκέψη, λαμβανομένου υπόψη παραλλήλως του γεγονότος ότι ο αντίδικος του αναιρεσείοντος δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη των ενδίκων ενόρκων βεβαιώσεων.

Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων του αναιρεσείοντος δεν προκύπτει η επίκληση της ως άνω εκθέσεως επιδόσεως, ενώ από την ανάλογη επισκόπηση των προτάσεων αυτού προς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδέν σχετικό προκύπτει. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των διαδόχων του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα αυτών (διαδόχων του αναιρεσιβλήτου), λόγω της ήττας του, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.03.2018 αίτηση του Σ. Σ. του Σ. και της Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 167/10.10.2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των καταθεσάντων προτάσεις διαδόχων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου