Supreme Court dismisses appeals against financial dispute judgment for inadmissibility and lack of substantive review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by individuals against a financial institution and a third party. The appellants argued for joinder of proceedings and raised procedural defects regarding the omission of substantive law violations and the inadmissibility of a foreign jurisdiction clause. The court rejected these claims because the lower court did not substantively examine the case, the appeals lacked specific legal citations, and the foreign jurisdiction argument was not properly raised before the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246, 559, 562 of the Code of Civil Procedure; Joinder of proceedings is permitted to expedite litigation, but appeals must cite specific substantive law violations and the court of first instance must have substantively examined the case for an appeal to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1754 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1754/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Ξ. του Ι., 2) Ά. - Μ. συζύγου Ν. Ξ., κατοίκων Αναβύσσου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καλαβρό και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Π. Σ. - Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κορίτσα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Ι., κατοίκου Αθηνών ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Καλαβρό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Π. Σ. - Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κορίτσα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1557/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5801/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 19/5/2020 αίτησή τους και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 4/2/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: (α) της από 19-5-2020 (ΓΑΚ 3247/2020, ΕΑΚ 386/2020, Αριθ. Δικ. 1521/2020) αίτησης αναίρεσης των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), Ν. Ξ. και Ά. - Μ. Ξ. και (β) της από 4-2-2021 (ΓΑΚ 933/2021, ΕΑΚ 91/2021, Αριθ. Δικ. 318/2021) αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος, Α. Τ. (ήδη αναιρεσείοντος) κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων), (1) Χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "..., (2) Επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "..." και (3) Π.
Σ. - Κ., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 5801/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται, έτσι, η διεξαγωγή της δίκης. Η προσβαλλόμενη απόφαση (5801/2018) εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί των από 8-5-2012 εφέσεων και των από 17-7-2015 πρόσθετων λόγων αυτών των εναγόντων κατά της 1557/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση (5801/2018) είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), με τις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 16-10-2009 (δύο) αγωγές τους, επικαλούμενοι για τη θεμελίωση των αξιώσεών τους τις διατάξεις, (α) του Ν. 2396/1996 για την παροχή υπηρεσιών κοινοτικών ΕΠΕΥ στην Ελλάδα, (β) του δικαίου της κεφαλαιαγοράς για την προστασία των επενδυτών, (γ) του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, (δ) του Ν. 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή, (ε) από τη σύμβαση μόχλευσης και (στ) περί αδικοπραξιών, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι αποκλειστικά υπαίτιοι, άλλως συνυπαίτιοι κατά 99,9% προς αποκατάσταση, της θετικής και αποθετικής ζημίας τους και της ηθικής τους βλάβης και, μετά νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι αυτοί υποχρεούνται, ο καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν για τις παραπάνω αιτίες τα αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως.
Επίσης, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η απόλυτη ακυρότητα, άλλως να ακυρωθούν όλες οι συμβάσεις που κατάρτισαν με τις δύο πρώτες των εναγομένων εταιρείες, λόγω απάτης, άλλως λόγω πλάνης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν ως αποζημίωση, ο καθένας εις ολόκληρον, τα ίδια ποσά, νομιμοτόκως. Επί των αγωγών εκδόθηκε η 1557/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτές απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης των εναγομένων περί ρητής συμφωνίας τους με τους ενάγοντες για αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Αγγλίας προς εκδίκαση των ένδικων διαφορών.
Κατά της ανωτέρω απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν τις από 8-5-2012 δύο (2) εφέσεις και τους από 17-7-2015 δύο (2) πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5801/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 351/2021, 1073/2021, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 538/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αμφοτέρων των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο των ένδικων αγωγών τους, μεταξύ αυτών και των εναγομένων καταρτίστηκαν μικτές επενδυτικές συμβάσεις, που συνίσταντο σε κατάθεση υψηλών χρηματικών ποσών σε λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, προς μεταφορά σ' αυτούς των προς επένδυση κεφαλαίων τους, ομού με κατάρτιση ισόποσων προς το κεφάλαιο έντοκων δανείων, τα οποία δάνεια θα χρησίμευαν "ως μοχλός" για την περαιτέρω αύξηση των αποδόσεων των επενδύσεών τους, ότι οι μικτές αυτές συμβάσεις αφορούσαν συστηματική κερδοσκοπική δραστηριότητα των αναιρεσειόντων, καθόσον δεν είχαν ως σκοπό την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αγαθών, αλλά ήταν το μέσον για την άσκηση της κερδοσκοπίας και ότι ως εκ τούτου η επενδυτική δραστηριότητα αυτών (αναιρεσειόντων) αποκλείει το χαρακτηρισμό τους ως καταναλωτών, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω αποτελούν σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την εκτίμηση των δικογράφων των ένδικων αγωγών και όχι κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού το Εφετείο, κρίνοντας (κατά την έρευνα του πρώτου λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων) ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία να δικάσουν τις ένδικες αγωγές, οι οποίες, συνεπώς, ορθώς απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να παρατίθεται σ' αυτό (αναιρετήριο) ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτό, αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/2014).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 761/2020).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/2019, 1/1999).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 571/2021, ΑΠ 449/2012, ΑΠ 566/2010, ΑΠ 2061/2007), εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 562 παρ 2 του ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το επικουρικό σκέλος του πρώτου λόγου των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντας αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "παραβίασε ευθέως διάταξη του δικονομικού δικαίου, διότι εξειδίκευσε την έννοια του καταναλωτή κατ' άρθρο 16 του Κανονισμού 44/2001 αποκλειστικά στη βάση της αντικειμενικής επικινδυνότητας του ένδικου τραπεζικού προϊόντος, χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω εάν υφίστατο ανάγκη διαφώτισής τους από τους αντιδίκους, ενόψει των οικονομικών κινδύνων που επισύρει εν δυνάμει η συμμετοχή σε ένα τραπεζικό προϊόν, όπως το ένδικο".
Ο λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στα δικόγραφα των αναιρέσεων ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ούτε ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου ή ακυρότητας προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας με νόμιμο τρόπο, ήτοι ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε και ο τρόπος με τον οποίο αυτός επαναφέρθηκε, νομίμως, στο Εφετείο, ώστε να κριθεί το παραδεκτό ή μη του κρινόμενου αναιρετικού λόγου ως στηριζόμενου σε προταθέντα παραδεκτώς, κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔ, ισχυρισμό.
Περαιτέρω, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται η μια μόνο από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 6/2020, ΑΠ 648/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "... Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν κείμενο των ταυτόσημων κατά περιεχόμενο ενδίκων αγωγών, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν κατάρτιση μικτών επενδυτικών συμβάσεων, που συνίσταντο σε κατάθεση υψηλών χρηματικών ποσών σε λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, προς μεταφορά σ' αυτούς (λογαριασμούς) των προς επένδυση κεφαλαίων τους, ομού με κατάρτιση συμβάσεων εντόκων δανείων, ισοπόσων προς το κατατεθειμένο κεφάλαιο αυτών, εξασφαλισμένων με ενέχυρο επί του λογαριασμού τους, με απώτερο σκοπό το δάνειο αυτό να χρησίμευε "ως μοχλός" για την περαιτέρω αύξηση των αποδόσεων της επένδυσής τους, η οποία απέφερε σ' αυτούς, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σημαντικά καθαρά κέρδη την πρώτη διετία λειτουργίας της.
Ακολούθως, και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις ένδικες αγωγές, η μετά παρέλευση διετίας νέα επένδυση των εναγόντων δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχή εξέλιξη των προηγουμένων επενδύσεων, αλλά εμφάνισε ζημία στο χαρτοφυλάκιό τους, η οποία σε συνδυασμό και με την εκτιθέμενη αδράνεια αυτών στην αντιμετώπιση του δανειακού τους ελλείμματος, οδήγησε στη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου τους και στις εντεύθεν επικαλούμενες θετικές και αποθετικές ζημίες τους.
Συνεπώς, οι ένδικες μικτές συμβάσεις, οι οποίες αφορούσαν σε επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα (τα οποία, ας σημειωθεί, ουδόλως εξειδικεύονται στις υπό κρίση αγωγές, ως προς τη φύση και την επενδυτική λειτουργία αυτών, αλλά ούτε καν η εμπορική ονομασία και το είδος αυτών παρατίθεται ...) ομού με την κατάρτιση ισάριθμων συμβάσεων εντόκων δανείων (συμβάσεις μόχλευσης), οι οποίες (μικτές συμβάσεις) υπήρξαν, κατά τα εκτιθέμενα, η αιτία κερδοφόρων συναλλαγών για τους ενάγοντες, επί διετία, και αποτέλεσαν κατά τα εκτιθέμενα, τη βάση γνώσεώς τους για την εξακολούθηση των επενδυτικών τους ενεργειών, τα υψηλά μεγέθη των ποσών που επενδύθηκαν, η λήψη δανείων για την επαύξηση του προς επένδυση κεφαλαίου τους επί σκοπώ επιτεύξεως υπερτέρου κέρδους και η συστηματικότητα της εν λόγω δραστηριότητάς τους, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι ένδικες συμβάσεις αφορούσαν σε συστηματική κερδοσκοπική δραστηριότητα των εναγόντων, οι οποίοι κατ' αντικειμενική κρίση, και παρότι δεν ήσαν έμποροι ή επαγγελματίες, αλλά συνταξιούχοι, δεν κινήθηκαν ως ιδιώτες στο πλαίσιο των συνήθων βιοτικών τους αναγκών, αλλά για συστηματική κερδοσκοπική δραστηριότητα.
Ομοίως, οι δανειακές συμβάσεις και οι επιμέρους συμβάσεις ενεχυριάσεως, παρακολουθηματικές των επενδυτικών συμβάσεων που συνήψαν οι ενάγοντες, προδήλως δεν είχαν σκοπό την κάλυψη "ιδίων καταναλωτικών αναγκών", αλλά ήσαν το μέσον για την άσκηση κερδοσκοπίας στην αγορά χρηματοοικονομικών προϊόντων, αφού συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας (άρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) ότι ουδείς δανείζεται και δη εντόκως, από τραπεζικό ίδρυμα τόσο υψηλά χρηματικά ποσά επί ζημία του, παρά μόνον επί τη προσδοκία υψηλού κέρδους μέσω συγκεκριμένων, συνήθως πολύπλοκων επενδύσεων και δη εν επιγνώσει του.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, ως προεκτέθηκε, άπαντες οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν στις αγωγές τους κατάρτιση μόχλευσης και την εντεύθεν καθαρή κερδοφορία των αρχικών τους επενδύσεων, επί διετία, γεγονός που αναγκαίως σημαίνει, ότι άπαντες γνώριζαν ότι είχαν λάβει δάνειο, το οποίο εξυπηρετούσαν καταβάλλοντες τακτικά τους τόκους αυτού, τους οποίους και αφαίρεσαν κατά τον υπολογισμό των καθαρών τους κερδών.
Συνεπώς, προς τα ανωτέρω, η προπεριγραφείσα επενδυτική δραστηριότητα απάντων των εναγόντων, με τμήμα κεφαλαίων προερχομένων από δάνεια και συνοδευόμενη από την ανάληψη σοβαρών επιχειρηματικών κινδύνων, δεν συνιστά "καταναλωτική ανάγκη" και αποκλείει τον χαρακτηρισμό τους ως "καταναλωτών" κατά την έννοια του Κανονισμού, όπως αυτή προπαρατέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας...
Σημειώνεται, επίσης, ότι το δικαιοδοτικό προνόμιο της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών Δικαστηρίων που επιφυλάσσεται κατά τους ορισμούς του Κανονισμού, στους "καταναλωτές" υπό την έννοια των αγοραστών / τελικών καταναλωτών ιδιωτικού χαρακτήρα, που, μέσω της αγοράς του προϊόντος που αποκτούν, δεν εμπλέκονται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες κερδοσκοπίας, δεν θεμελιώνεται επιστηριζόμενο ούτε στις λοιπές βάσεις εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων ούτε εξάλλου σε αυτές της αδικοπρακτικής ευθύνης με τις εντεύθεν αξιώσεις των εναγόντων, καθόσον η οικονομική βλάβη των τελευταίων, με την, σύμφωνα με τα εκτιμένα, ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου τους, επήλθε κατά τα εκτιθέμενα στην Αγγλία, ώστε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Κανονισμού, σύμφωνα με την οποία "Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους - μέλους, μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος - μέλος ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός...".
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο των αναιρέσεων οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, δέχθηκε ότι η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών Δικαστηρίων δεν θεμελιώνεται ούτε όσον αφορά τη βάση της αγωγής από αδικοπραξία, διότι ο τόπος που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (ήτοι η ρευστοποίηση του χαρτοφυλακείου τους) έλαβε χώρα στην Αγγλία, ενώ, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως "τόπος που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός" κατά τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 είναι, αφενός ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, αφετέρου ο τόπος όπου επήλθε αρχικά η ζημία του θύματος.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται στις αιτήσεις αναίρεσης ότι οι αναιρεσείοντες τον ισχυρισμό αυτό τον πρότειναν κατά παραδεκτό και νόμιμο τρόπο στο Δικαστήριο της ουσίας, ενόψει του ότι δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσής του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και σε κάθε περίπτωση ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών Δικαστηρίων δεν θεμελιώνεται ούτε ως προς τη βάση της αγωγής από αδικοπραξία, ενώ η άλλη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών Δικαστηρίων δεν θεμελιώνεται στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, διότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) δεν είναι "καταναλωτές" κατά την έννοια αυτού, δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα τους Γενικούς Όρους Συναλλαγής, που προσκόμισαν με επίκληση στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, οι μεν αναιρεσείοντες, Ν.
και Ά. Ξ., ως σχετικό με αριθμό 18, ο δε αναιρεσείων, Α. Τ., ως σχετικό με αριθμό 40. Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η προβολή του προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση που έκρινε τις αγωγές ως απαράδεκτες λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών Δικαστηρίων, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1281/2015, ΑΠ 1253/2013).
Με τον ίδιο αναιρετικό λόγο κατά το (επικουρικό) σκέλος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο, αφενός δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως το κύρος της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων, αφετέρου δεν παρέθεσε τους λόγους για τους οποίους η συγκεκριμένη ρήτρα είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν περιέλαβε στο σκεπτικό του το εάν η ρήτρα περί παρεκτάσεως που δέχθηκε υπήρξε πράγματι αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, η οποία εκδηλώθηκε κατά τρόπο σαφή και ακριβή.
Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω αοριστίας, αφού δεν διαλαμβάνονται στις αιτήσεις αναίρεσης οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που κατά τους αναιρεσείοντες παραβιάστηκαν ευθέως, ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή τους (ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005) και κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, αφού, όπως προεκτέθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπεισήλθε την κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος.
Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, όπως όφειλε, ότι η επίκληση από τους αναιρεσίβλητους της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων, ακόμη και αν κατ' αρχήν καταρτίστηκε εγκύρως, είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ, διότι με αυτήν ματαιώνεται κατ' ουσίαν η δυνατότητά τους να προσφύγουν στη δικαιοσύνη κατά των αντιδίκων, αφού μετά την ολοσχερή απώλεια των οικονομιών τους, είναι πρόδηλο ότι η χρηματοδότηση ενός δικαστικού αγώνα στην Αγγλία παρίσταται γι' αυτούς αδύνατη.
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού σύμφωνα με τα επικαλούμενα στις αιτήσεις αναίρεσης η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ζήτημα, το οποίο δεν απετέλεσε αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, ούτε συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εξέτασής του, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, οι κρινόμενες, από 19-5-2020 και από 4-2-2021 αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 19-5-2020 (ΓΑΚ 3247/2020, ΕΑΚ 386/2020, Αριθ. Δικ. 1521/2020) και από 4-2-2021 (ΓΑΚ 933/2021, ΕΑΚ 91/2021, Αριθ. Δικ. 318/2021) αιτήσεις για αναίρεση της 5801/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης της 5801/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή των κατατεθέντων από κάθε αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναίρεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ