Appeal dismissed; court rejected claims of procedural error and invalid evidence admission in criminal appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a Fifth Chamber of the Athens Court of Appeal. The defendants argued that the lower court erred by considering unexamined documents regarding property value and by admitting evidence without proper cross-examination. The court found these arguments baseless, noting that the disputed property values were explicitly stated in documents read during the trial and that the defendants had the opportunity to comment on them. Consequently, the appeal was rejected, and the defendants were ordered to pay the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 397, 510, 583 of the Criminal Procedure Code; The court must reject appeals based on alleged procedural violations where the record shows the contested evidence was properly read and the defendant had the opportunity to comment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1754 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1754/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.1824α, 2461/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Π. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γκινοσάτη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 11851/18-12-2017, κοινή αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 72/2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 11851/18/12/2017 αίτηση των 1) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ... (οδ. ...) και 2) Σ. θυγ. Ι. Μ. συζ. Δ. Σ., κατοίκου ... (οδός ...), που υποβλήθηκε με δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1824α, 2461/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ.
α του Κ.Ποιν.Δ. βιβλίο στις 27 Νοεμβρίου 2017 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (οι τελευταίες ημέρες της προθεσμίας ήταν Σάββατο και Κυριακή) κατά το άρθρο 473 παρ. 1,2 και 3 Κ.Ποιν.Δ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Κατά το άρθρο 397 παρ. 1 Π.Κ. "ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη". "Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση (παρ. 3).
Από την άνω διάταξη της παραγράφου 1 προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών, απαιτείται αντικειμενικά μεν ή, ολικώς ή μερικώς, ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, καθοριζόμενους υπαλλακτικώς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτρίωσης οιονδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση, έστω και με την έννοια του ενδοχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) της ύπαρξης της απαίτησης, η οποία δεν απαιτείται να είναι εκκαθαρισμένη και δικαστικώς αναγνωρισμένη ως και την θέληση ή την αποδοχή της ματαίωσης της ικανοποίησης του δανειστή, με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα που συμβαίνει όταν το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή όταν τα εναπομείναντα, μετά την γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή καθώς και όταν αυτά (λοιπά περιουσιακά στοιχεία) έχουν βάρη ή έχουν κατασχεθεί αναγκαστικά ένεκα δε των γεγονότων αυτών η ικανοποίηση απ' αυτά είναι ανέφικτη.
Απαλλοτρίωση, συνεπώς, είναι κάθε νομική διάθεση, με την οποία αποχωρίζεται ο οφειλέτης του περιουσιακού του στοιχείου, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, εφόσον με την διάθεση αυτή αποκλείεται ή μειώνεται η δυνατότητα του δανειστή προς ικανοποίηση της απαίτησής του (ΑΠ 1334/2016, 1112/2016).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β του Π.Κ. άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως. Στο έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να υπάρξει άμεση συνέργεια.
Προϋπόθεση όμως για την θεμελίωση της ευθύνης του άμεσου συνεργού είναι να τελεί αυτός εν γνώσει κατά τον χρόνο που παρέχει την βοήθειά του στον αυτουργό, ότι ο τελευταίος ενεργεί καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και ότι δεν έχει άλλη επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτού (δανειστή).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή, η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο, σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.
Δεν αρκεί, όμως να περιορίσθηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνον από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του.
Επίσης, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αφού σ'αυτές τις περιπτώσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. 'Οσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή (ΑΠ ΟΛ. 1/2005, ΑΠ 1061/2013, 66/2016, 662/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 18249, 2461/2017 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορούμενης) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα Μ.
Π.- Ι. διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την κατηγορουμένη Σ. Μ. του Ι. και το σύζυγό της Δ. Σ.. Οι τελευταίοι, επικαλούμενοι πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία, έπεισαν την πολιτικώς ενάγουσα να τους δανείσει, στις 31.3.2008, το ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο όφειλαν να της αποδώσουν, εις ολόκληρον έκαστος, στις 30-9-2008 και κατόπιν νεώτερης συμφωνίας το Δεκέμβριο 2008.
Για πρόσθετη εξασφάλιση της δανείστριας η κατηγορουμένη εξέδωσε και της παρέδωσε ισόποση με αριθμό ...468-8 επιταγή της ..., που εσύρετο από το με αριθμό ...16736 λογαριασμό της, με τη συμφωνία να της την επιστρέψει μετά την απόδοση του δανείου, διαφορετικά ότι, σε περίπτωση υπερημερίας, η δανείστρια είχε το δικαίωμα να θέσει ημερομηνία έκδοσης και να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη της επιταγής.
Παρά τις προφορικές αλλά και την από 7-1-2010 έγγραφη εξώδικη διαμαρτυρία της πολιτικώς ενάγουσας, μέχρι 16-3-2010, από το ποσό του δανείου είχαν αποδοθεί μόνο 3.000 ευρώ, γι αυτό η πολιτικώς ενάγουσα, συμπλήρωσε την ανωτέρω επιταγή, κατά τα συμφωνηθέντα, θέτοντας ως ημερομηνία έκδοσης 16-3-2010, την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα στις 18.3.2010, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων και σφραγίστηκε αυθημερόν.
Ακολούθως η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε εναντίον της κατηγορουμένης και του συζύγου της : α) Την από 3-5-2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5450/2010 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν το ποσό των 70.000 ευρώ για την προαναφερόμενη αιτία και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία (αγωγή) επιδόθηκε στην κατηγορουμένη στις 20-5-2010.
β) Την από 21-5-2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 8597/2010 αίτησης περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτουμένη την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης κάθε περιουσιακού της στοιχείου της κατηγορουμένης. γ) Την από 21-5-2010 αίτηση περί χορήγησης προσωρινής διαταγής επί της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 25η Ιουνίου 2010 και μετ' αναβολή, με αίτημα των καθών, λόγω αποχής του πληρεξουσίου τους, για 29.7.2010.
Ενώ λοιπόν η κατηγορουμένη γνώριζε τη σε βάρος της αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας, αφού της είχαν επιδοθεί και όλα τα ανωτέρω δικόγραφα, αυτή έχοντας πρόθεση να ματαιώσει ολικώς την ικανοποίηση της προαναφερόμενης δανείστριάς της, εκ προθέσεως προέβη στις 27.7.2010, ήτοι δύο ημέρες πριν τη συζήτηση της πιο πάνω προσωρινής διαταγής, σε απαλλοτρίωση περιουσιακών της στοιχείων, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα.
Συγκεκριμένα με το υπ' αριθμόν …91/27.7.2010 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Δ. Ι. Π. μεταβίβασε, κατά τα αναφερόμενα στο πιο πάνω συμβόλαιο, λόγω πωλήσεως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο- αδελφό της Δ. Μ. δύο ακίνητα (αγροτεμάχια) με τίμημα 30.050 ευρώ (10.500+19.550), ήτοι α. ένα αγροτεμάχιο της αποκλειστικής κυριότητας νομής και κατοχής της, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, εμπορικής αξίας 40.000 ευρώ, ευρισκόμενο στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., συνολικού εμβαδού 587,75 τ.μ.
εμφανιζόμενο με στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από 5ης Ιουλίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Π. Π., το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΓΔ μήκους 29.50 μέτρων με αγροτικό δρόμο, νότια επί πλευράς ΒΑ μήκους 26,50 μέτρων με αγροτικό δρόμο, ανατολικά επί πλευράς ΑΔ μήκους 29 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. Μ.
και δυτικά επί πλευράς ΒΓ μήκους 15,50 μέτρων με αγροτικό δρόμο, που περιήλθε στην κυριότητα νομή και κατοχή της δυνάμει του υπ' αριθμόν …05/1999 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Δ. Ι. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμό …89/27.7.2010 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος κατάργησης διαλυτικής αίρεσης, νομίμως μεταγεγραμμένης, και β.
ένα αγροτεμάχιο μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, εμπορικής αξίας 35.000 ευρώ, ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., συνολικού εμβαδού 510 τ.μ., εμφανιζόμενο με στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από 5ης Ιουλίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Π. Π., το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΔΓ μήκους 19 μέτρων με αγροτικό δρόμο, νότια επί πλευράς ΑΒ μήκους 15 μέτρων με αγροτικό δρόμο, ανατολικά επί πλευράς ΒΓ μήκους 39 μέτρων με αγροτικό δρόμο και δυτικά επί πλευράς ΑΔ μήκους 29 μέτρων με ιδιοκτησία Σ.
Μ., που περιήλθε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην κυριότητα νομή και κατοχή της και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην ψιλή της κυριότητα (της επικαρπίας περιελθούσης με το αυτό συμβόλαιο στον αδελφό της Δ. Μ.) δυνάμει του υπ' αριθμόν ….06/1999 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Δ. Ι. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμό …90/27.7.2010 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης, νομίμως μεταγεγραμμένης.
Στην πραγματικότητα η αιτία της μεταβίβασης ήταν χαριστική, χωρίς καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος. Με την πράξη αυτή ματαίωσε ολικώς την ικανοποίηση της ως άνω δανείστριάς της και νυν εγκαλούσας- πολιτικώς ενάγουσας, καθώς δεν κατείχε στην κυριότητά της άλλο περιουσιακό στοιχείο. Οι ισχυρισμοί, που η κατηγορουμένη προέβαλε απολογούμενη, ότι η μεταβίβαση των ακινήτων προς τον αδελφό της πραγματοποιήθηκε, καθόσον αδυνατούσε να του εξοφλήσει το ποσό των 150.000 ευρώ, που είχε εισπράξει για λογαριασμό του ως αποζημίωση από τον ΟΑΣΑ στις 24-9-2007, το οποίο όμως δεν του απέδωσε, αλλά χρησιμοποίησε για τις ανάγκες της εταιρίας ...
ΑΕ, συμφερόντων αυτής και του συζύγου της, παρότι επιβεβαιώθηκαν και από το μάρτυρα σύζυγό της κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα η αναφερόμενη αξίωση του δευτέρου δεν κρίνεται αληθινή, καθόσον α) αν η αιτία της μεταβίβασης ήταν αυτή που η κατηγορουμένη ισχυρίζεται θα αναγραφόταν λόγω της σπουδαιότητάς της στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, στο οποίο ουδεμία τέτοια μνεία γίνεται, αλλά αντιθέτως αναφέρεται ότι το τίμημα των 30.500 ευρώ καταβλήθηκε στην πωλήτρια από τον πληρεξούσιο του αγοραστή προηγουμένως εκτός του γραφείου και εκτός της παρουσίας συμβολαιογράφου, β) με την 31083 Σ /29-7-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ του δευτέρου κατηγορουμένου μέχρι του ποσού των 172.500 ευρώ, προς εξασφάλιση της αναφερόμενης από την κατηγορουμένη αξίωσής του, επί διαμερίσματος τρίτου ορόφου της επί της οδού ..., οικοδομής, ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης, πλην όμως, κατά το σημείωμα για τα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, που η κατηγορουμένη κατέθεσε δια του συνηγόρου της, η προσημείωση δεν ενεγράφη στα σχετικά βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, κατόπιν παράκλησης της κατηγορουμένης (βλ σελ 13 απόφασης- πρακτικών), ενώ, σύμφωνα με όσα η ίδια κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο απολογούμενη, το σπίτι στο οποίο είχε δοθεί η προσημείωση για τον αδελφό της το πούλησε την άλλη μέρα που έγινε η άρση της προσημείωσης γιατί χρώσταγε στην Ισπανική Τράπεζα (βλ σελ 22 απόφασης- πρακτικών), γ) δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς για ποιο λόγο θέλησε να εξοφλήσει τον αδελφό της τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή (27-7-2010), δηλαδή μετά από τρία χρόνια από τη λήψη του ποσού και αφού είχε λάβει γνώση των δικαστικών ενεργειών της εγκαλούσας -κατηγορουμένης και ειδικότερα δύο ημέρες πριν τη συζήτηση του αιτήματος για την έκδοση της προσωρινής διαταγής, καθιστώντας έτσι κενή περιεχομένου τη χορηγηθείσα στις 29-7-2010 προσωρινή διαταγή, η οποία της απαγόρευε κάθε μεταβολή της νομικής κατάστασης της περιουσίας της, δ) μέχρι και σήμερα η κατηγορουμένη και ο σύζυγός της πηγαίνουν στο μεταβιβασθέν ακίνητο, παραθερίζουν και κάνουν επισκευές (βλ.
κατάθεση εγκαλούσας, σελ. 18 απόφασης- πρακτικών).
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Μ. παρείχε άμεση συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη, προκειμένου αυτή να τελέσει την προπεριγραφόμενη αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών κατά τη σύνταξη του υπ' αριθμόν …91/27.7.2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Δ. Ι. Π., δυνάμει του οποίου η πρώτη κατηγορουμένη του μεταβίβασε καταδολιευτικώς λόγω πωλήσεως δύο ακίνητα, αυτός δε αγόρασε τα ακίνητα αυτά χωρίς ισόποσο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, καθώς δεν κατέβαλε τίμημα. Χωρίς δε, τις ενέργειες και μεθοδεύσεις του κατηγορουμένου κατά την διάρκεια της κυρίας πράξεως της καταδολίευσης και στην εκτέλεση της πράξης αυτής, δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών από την φυσική αυτουργό και υπό τις συνθήκες που το αδίκημα αυτό διαπράχθηκε.
Επομένως αποδείχτηκε πλήρως ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση τις πράξεις που τους αποδίδονται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, η μεν πρώτη κατηγορουμένη για την πράξη της καταδολίευσης δανειστών, ο δε δεύτερος την πράξη της άμεσης συνέργειας στην άνω πράξη. Πρέπει, όμως, να αναγνωριστεί ότι στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, καθόσον αποδείχτηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Οι λοιποί όλως αορίστως αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ στο πρόσωπο αυτών, περαιτέρω δε της πρώτης κατηγορουμένης περί αναγνώρισης συνδρομής στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον από ουδένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν οι απαιτούμενες από τις άνω διατάξεις προϋποθέσεις".
Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες τον δεύτερο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. του ότι: "Α. Η εκ των κατηγορουμένων Σ. Μ. τυγχάνουσα οφειλέτης, εκ προθέσεως ματαίωσε ολικώς την ικανοποίηση της δανειστού της, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο κατασκευάζοντας ψεύτικα στοιχεία ή ψεύτικη δικαιοπραξία.
Ειδικότερα, όντας οφειλέτης της νυν εγκαλούσης Μ. Π. στην οποία όφειλε δυνάμει της από 31.3.2008 συμβάσεως δανείου το ποσό των 70.000 ευρώ για το οποίο είχε εκδώσει την ισόποση υπ' αριθμόν ...468-8 επιταγή της ... που εσύρετο από τον υπ' αριθμόν ...16736 λογαριασμό της και σφραγίσθηκε στις 18.3.2010, έχοντας πρόθεση να ματαιώσει ολικώς την ικανοποίηση της ανωτέρω δανείστριας της καθώς η τελευταία είχε προβεί στην κατάθεση εναντίον της α) της υπ' αριθμόν δικογράφου 5450/2010 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), β) της υπ' αριθμόν δικογράφου 8597/2010 αίτησης περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτουμένη την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης κάθε περιουσιακού της στοιχείου της κατηγορουμένης και γ) της αιτήσεως περί λήψεως προσωρινής διαταγής επί της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων η οποία ορίστηκε για την 25η Ιουνίου 2010 και μετ' αναβολή για την 29.7.2010, η κατηγορουμένη εκ προθέσεως προέβη στις 27.7.2010 σε απαλλοτρίωση περιουσιακών της στοιχείων, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, ήτοι προέβη δια του υπ' αριθμόν ….91/27.7.2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Δ.
Ι. Π. σε μεταβίβαση λόγω πωλήσεως προς τον αδελφό της Δ. Μ. δυο ακινήτων (αγροτεμαχίων) συνολικής αξίας 30.050 ευρώ (10.500+19.550) ήτοι των εξής α. ενός αγροτεμαχίου της αποκλειστικής κυριότητας νομής και κατοχής της, μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, εμπορικής αξίας 40.000 ευρώ, ευρισκόμενου στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., συνολικού εμβαδού 587,75 τ.μ.
εμφανιζομένου με στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από 5ης Ιουλίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Π. Π., και συνορεύοντος βόρεια επί πλευράς ΓΔ μήκους 29.50 μέτρων με αγροτικό δρόμο, νότια επί πλευράς ΒΑ μήκους 26,50 μέτρων με αγροτικό δρόμο, ανατολικά επί πλευράς ΑΔ μήκους 29 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. Μ. και δυτικά επί πλευράς ΒΓ μήκους 15,50 μέτρων με αγροτικό δρόμο, που περιήλθε στην κυριότητα νομή και κατοχή της δυνάμει του υπ' αριθμόν …05/1999 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Δ.
Ι. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμό …89/27.7.2010 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος κατάργησης διαλυτικής αίρεσης, νομίμως μεταγεγραμμένης, καθώς και β. ενός αγροτεμαχίου μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, εμπορικής αξίας 35.000 ευρώ, ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., συνολικού εμβαδού 510 τ.μ., εμφανιζόμενου με στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από 5ης Ιουλίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.
Π. Π., και συνορεύοντας βόρεια επί πλευράς ΔΓ μήκους 19 μέτρων με αγροτικό δρόμο, νότια επί πλευράς ΑΒ μήκους 15 μέτρων με αγροτικό δρόμο, ανατολικά επί πλευράς ΒΓ μήκους 39 μέτρων με αγροτικό δρόμο και δυτικά επί πλευράς ΑΔ μήκους 29 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. Μ., που περιήλθε κατά το ΛΑ εξ αδιαιρέτου στην κυριότητα νομή και κατοχή της και κατά το έτερο ΛΑ εξ αδιαιρέτου στην ψιλή της κυριότητα (της επικαρπίας περιελθούσης με το αυτό συμβόλαιο στον αδελφό της Δ.
Μ.) δυνάμει του υπ' αριθμόν …06/1999 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Δ. Ι. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμό …90/27.7.2010 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης, νομίμως μεταγεγραμμένης. Με την πράξη αυτή ματαίωσε ολικώς την ικανοποίηση της ως άνω δανείστριας της και νυν εγκαλούσης, καθώς δεν κατείχε στην κυριότητα της άλλο περιουσιακό στοιχείο.
Β. Ο Δ. Μ. παρείχε άμεση συνδρομή στην Σ. Μ. προκειμένου αυτή να τελέσει την υπό στοιχείο Α του παρόντος αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών κατά την σύνταξη του υπ' αριθμόν …91/27.7.2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ι. Π., δυνάμει του οποίου η Σ. Μ. μεταβίβασε καταδολιευτικώς λόγω πωλήσεως προς τον αδελφό της Δ. Μ. δυο ακίνητα (αγροτεμάχια) συνολικής αξίας 30.050 ευρώ (10.500 + 19.550) όπως αυτά αναφέρθηκαν αναλυτικώς στο υπό στοιχείο Α του παρόντος, ο δε Δ. Μ. αγόρασε τα ακίνητα αυτά χωρίς να ισόποσο και αξιόχρεο αντάλλαγμα καθώς δεν κατέβαλε τίμημα. Χωρίς δε, τις ενέργειες και μεθοδεύσεις του κατηγορουμένου κατά την διάρκεια της κυρίας πράξεως της καταδολιεύσεως και στην εκτέλεση της πράξεως αυτής, δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών από την φυσική αυτουργό και υπό τις συνθήκες που το αδίκημα αυτό διαπράχθηκε.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ στον 2° κατηγορούμενο, Δ. Μ. τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους λοιπούς ισχυρισμούς".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο καταδίκασε την μεν πρώτη κατηγορούμενη σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών το δε δεύτερο σε φυλάκιση ενός (1) έτους τις οποίες ανέστειλε επί τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε κατά τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών και άμεση συνέργεια σ' αυτήν, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι η δεύτερη αναιρεσείουσα και ο πρώτος αναιρεσείων αντίστοιχα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν την ομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 περ.
β και 397 του Π.Κ. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται: α) Η συνδρομή, την οποία παρείχε ο πρώτος αναιρεσείων στην από την δεύτερη αναιρεσείουσα αυτουργό της απαλλοτριωτικής πράξης του μοναδικού της περιουσιακού στοιχείου συμπράττοντας ως αντισυμβαλλόμενος αυτής στη σχετική σύμβαση πώλησης.
β) Η κατά τον ίδιο χρόνο υφιστάμενη κατά της αναιρεσείουσας αυτουργού αξίωση της εγκαλούσας προερχόμενη από την καταρτισθείσα μεταξύ τους ήτοι της εγκαλούσας και δεύτερης αναιρεσείουσας-αυτουργού σύμβαση δανείου ποσού 70.000 ευρώ που καταρτίσθηκε στις 31/3/2008. γ) 'Ότι καίτοι όφειλε να το αποδώσει (η δεύτερη αναιρεσείουσα) τον Δεκέμβριο 2008 μέχρι το τέλος του 2009 απέδωσε μόνον 3.000 ευρώ.
δ) 'Ότι από το 2010 η εγκαλούσα άρχισε τις ενέργειες προκειμένου να της επιστραφεί το ποσό του δανείου μεταξύ των οποίων και αίτηση περί λήψης του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης κάθε περιουσιακού στοιχείου και την τοιαύτη από 21-5-2010 αίτηση περί χορήγησης προσωρινής διαταγής. ε) 'Ότι η συζήτηση της τελευταίας ορίστηκε για την 25-6-2010 και μετ' αναβολή με αίτημα των αναιρεσειόντων για την 29/7/2010, αλλά αυτοί (αναιρεσείοντες) πρόλαβαν πριν την συζήτηση της αίτησης (για προσωρινή διαταγή) και η δεύτερη μεταβίβασε λόγω πώλησης στον πρώτο-αδελφό της τα δύο ακίνητα που αποτελούσαν τα μοναδικά της περιουσιακά στοιχεία από τα οποία με την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία θα ικανοποιείτο η απαίτηση της εγκαλούσας.
Ακόμη εμπεριέχονται πλήρεις αιτιολογίες ως προς τον δόλο των αναιρεσειόντων συνιστάμενου στη γνώση αμφοτέρων περί της ύπαρξης της ανωτέρω απαίτησης της εγκαλούσας εναντίον της αυτουργού κατά το χρόνο της μεταβίβασης και περί ανυπαρξίας άλλων περιουσιακών στοιχείων εκτός από τα πωληθέντα κατά τα ως άνω, για την ικανοποίηση της απαίτησης της εγκαλούσας, καθώς επίσης και περί του ότι η αυτουργός ενεργούσε καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της εγκαλούσας-δανείστριας, προσέτι δε την θέληση αμφοτέρων όπως με την αναφερόμενη απαλλοτριωτική πράξη ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησης της εγκαλούσας, η οποία εν τέλει και ματαιώθηκε.
Επίσης αιτιολογείται με επάρκεια ότι ο πρώτος αναιρεσείων ουδέν τίμημα κατέβαλε. Η περιλαμβανόμενη στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αιτίαση σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη αιτιολογία ότι τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα ήταν τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία της δεύτερης αναιρεσείουσας ή σε κάθε περίπτωση, αν τα εναπομείναντα μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση περιουσιακά της στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούσαν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης της εγκαλούσας είναι αβάσιμη καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης "Στην πραγματικότητα η αιτία της μεταβίβασης ήταν χαριστική χωρίς καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος με την πράξη αυτή ματαίωσε ολικώς την ικανοποίηση της ως άνω δανείστριας της και νυν εγκαλούσας-πολιτικώς ενάγουσας, καθώς δεν κατείχε στην κυριότητα της άλλο περιουσιακό στοιχείο" είναι σαφής και θεμελιώνει την σχετική για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος προϋπόθεση χωρίς να απαιτείται ουδεμία περαιτέρω αιτιολογία που άλλωστε ενόψει του περιεχομένου της παραδοχής δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Παρά το γεγονός αυτό υφίσταται παραδοχή στην αναιρεσιβαλλόμενη σχετικά με την 31083Σ/29/7/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι με την απόφαση αυτή "διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ του δεύτερου ήδη αναιρεσίβλητου μέχρι του ποσού των 172.500 ευρώ επί διαμερίσματος τρίτου ορόφου της επί της οδού ...
οικοδομής, ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης πλην όμως, κατά το σημείωμα για τα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, που η κατηγορούμενη κατέθεσε δια του συνηγόρου της, η προσημείωση δεν ενεγράφη στα σχετικά βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, κατόπιν παράκλησης της κατηγορουμένης (βλ. σελ. 13 απόφασης-πρακτικών), ενώ, σύμφωνα με όσα η ίδια κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο απολογούμενη, το σπίτι στο οποίο είχε δοθεί η προσημείωση για τον αδελφό της το πούλησε γιατί χρώσταγε στην Ισπανική Τράπεζα (βλ.
σελ. 22 απόφασης-πρακτικών) κατά τα εκτιθέμενα δε στην ως άνω αιτίαση το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε από την αναιρεσείουσα στις 28/7/2010 την επομένη δηλαδή της επίδικης απαλλοτρίωσης κι επομένως δεν υπήρχε στις 29/7/2010 οπότε θα συζητείτο η αίτηση για λήψη προσωρινής διαταγής. Ωσαύτως αφού κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια αιτίαση από το με αυξ.
αρ. 24 έγγραφο που αναγνώσθηκε και πρόκειται για την υπ' αρ. …49/2010 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Β. Κ. προκύπτει ότι στις 27/7/2010 κατά τον χρόνο της ένδικης μεταβίβασης η αναιρεσείουσα αυτουργός είχε στην ιδιοκτησία της τα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση ακίνητα επιρρωνύεται η ως άνω παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας περί ματαίωσης ολικώς της ικανοποίησης της εγκαλούσας, αφού κατά την εν λόγω αιτίαση τα ακίνητα που αναφέρει είχαν κατασχεθεί αναγκαστικά κι επομένως σε κάθε περίπτωση η ικανοποίηση της απαίτησής της απ' αυτά ήταν ανέφικτη, καθόσον μάλιστα δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο το ύψος των απαιτήσεων για τις οποίες κατασχέθηκαν αναγκαστικά.
Ακόμη με σαφή και επαρκή αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας το μεν θεμελιώνει την παραδοχή του ότι ο πρώτος αναιρεσείων ουδέν τίμημα κατέβαλε στην πρώτη (αναιρεσείουσα) το δε απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό της ότι προέβη στην επίδικη μεταβίβαση προς τον αδελφό της προκειμένου να εξοφλήσει οφειλή της προς αυτόν, κι επομένως είναι αβάσιμη η περιλαμβανόμενη στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αιτίαση των αναιρεσειόντων.
Οι λοιποί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων που προβάλλονται για την υποστήριξη των ως άνω αιτιάσεών τους υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας κι εντεύθεν είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ. συναφής προς τις παραπάνω αιτιάσεις πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον 'Αρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής αυτής (πολιτικής αγωγής) κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ (Ολ.
Α.Π. 762/1992), ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου. Ειδικότερα, από το άρθρο 68 παρ. 2 Κ.Π.Δ. με το οποίο ορίζεται, ότι "κατ'εξαίρεση, εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία", σε συνδυασμό με τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής πρέπει να δηλωθεί νομοτύπως πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι για πρώτη φορά στο Εφετείο, άλλως υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. (ΑΠ 543/2015, ΑΠ 171/2015).
Εξάλλου από την διάταξη του αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό την θετική και αρνητική της μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: Η εγκαλούσα Μ. Π. εμφανίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Βασίλειου Γκουζάνη και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για χρηματική ικανοποίηση 5.000 € με επιφύλαξη από όλους τους κατηγορουμένους (ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατηγορούμενοι εκτός από τους ήδη αναιρεσείοντες ήταν και οι δικηγόροι Α.
Κ. και Σ. Λ. οι οποίοι αθωώθηκαν). Στη συνέχεια το ως άνω δικαστήριο υποχρέωσε τον καθένα από τους κατηγορουμένους ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλει στην ως άνω εγκαλούσα το ποσό των 1250 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εμφανίσθηκε η εγκαλούσα μετά του ίδιου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της ο οποίος δήλωσε "ότι θα επαναλάβει την παράσταση πολιτικής αγωγής της εντολέα του Μ.
Π., όπως και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας". Στη συνέχεια δε το Δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα τα ίδια όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποσά. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγηθείσα σκέψη η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη νομότυπα και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα οι λέξεις "μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας" που ακολούθησε τη σαφή, νομότυπη και παραδεκτή δήλωση περί παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας και προφανώς αναφέρθηκαν όχι με την αποδιδόμενη στο νόμο έννοια αλλά αφού μεγαλύτερο ποσό ως αποζημίωση για την ηθική της βλάβη δεν θα της επιδικάζετο σκοπός της ήταν να υποστηρίξει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν εις βάρος της την εν λόγω αξιόποινη πράξη ώστε να κριθούν ένοχοι και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κι εντεύθεν η επιδίκαση του ποσού της αποζημίωσής της λόγω της ηθικής της βλάβης να τελεσιδικήσει, ουδεμία επίπτωση έχει στη νομότυπη παράσταση αυτής (πολιτικώς ενάγουσας) και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες λόγω των ως άνω εκ περισσού λέξεων είναι αβάσιμα.
Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής και της υπέρβασης εξουσίας λόγω των προαναφερθεισών λέξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (ΑΠ605/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης και τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι οι παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας περί της εμπορικής αξίας των απαλλατριωθέντων ακινήτων βρίσκουν έρεισμα στο σημείωμα για τα πρακτικά που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ενώπιον του και περιλαμβάνεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης (σελ. 13 στοιχ. 2.β) όπου αναφέρεται "η μεταβίβαση των δύο ακινήτων (συνολικής εμπορικής αξίας κατά τη μηνύτρια, 75.000 €) από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (σελ. 11) και στην υπ' αρ. 1743/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που περιλαμβάνεται με αύξ.
αρ. 40 στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (βλ. σελ. 21 πρακτικών της προσβαλλόμενης) και μάλιστα είναι μεταξύ εκείνων που προσκομίσθηκαν προς ανάγνωση από τους αναιρεσείοντες.
Συνεπώς ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ. με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην παραδοχή του περί της εμπορικής αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων λαμβάνοντας υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κι εντεύθεν αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την εκ του λόγου αυτού πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει έτερος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί να καταδικασθεί ο καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και να επιβληθεί σ'αυτούς η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Μ. Π. που παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου. (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. πρωτ. 11851/18-12-2017 αίτηση του Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ... και της Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ... (οδ. ...) που υποβλήθηκε με δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 18249, 2461/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Μ. Π. το ύψος της οποίας ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ