1754/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1754/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο οδηγός του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κινείτο με σύνεση και έχοντας κανονική για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο ταχύτητα (δεν ξεπερνούσε τα 50 χιλ. ανά ώρα), ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε σε κατάσταση μέθης. Στο αίμα του ανιχνεύτηκε ποσοστό οινοπνεύματος τουλάχιστον 1,78§ ανά λίτρο αίματος...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1754 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1754/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ν. του Θ., 2) Μ. συζ. Κ. Ν., το γένος Μ. Ν., για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός της και αρχικής ενάγουσας Κ. χας Μ. Ν., 3) Θ. Ν. του Κ., 4) Α. Ν. του Κ., 5) Γ. Ν. του Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός του και αρχικής ενάγουσας Κ. χας Μ. Ν., 6) Γ. Ν. του Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός του και αρχικής ενάγουσας Κ. χας Μ. Ν., κατοίκων ... και 7) Φ. συζ. Σ. Β., το γένος Μ. Ν., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός της και αρχικής ενάγουσας Κ. χας Μ. Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. - Γ. Β. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πολίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2011 αγωγή φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-10-2012 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου και 4ου των αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Κ. χας Μ. Ν..
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3080/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 693/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δε βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) 1) ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2) ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες...
κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3) Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του...
κατά τις νυχτερινές ώρες... κατά τη διάταξη δε του άρθρ. 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ. "....οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Εξάλλου στην περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζημίων συνεπειών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-8-2011 και περί ώρα 22.40’ νυχτερινή, ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ’ αριθ. ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο, με κατεύθυνση προς ..., στην επαρχιακή οδό ..., όπου υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Χ. Ν., γιος των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός των λοιπών εναγόντων και εγγονός της αρχικώς ενάγουσας Κ.
Ν., οδηγώντας την υπ’ αριθ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση της ίδιας πιο πάνω οδού, έχοντας πρόθεση, στη διασταύρωση με την οδό που οδηγεί προς ..., να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί προς .... Η περιοχή, όπου κινούνταν τα ως άνω οχήματα, είναι κατοικημένη, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, υπήρχε δε, κατά τον ένδικο χρόνο, σχετική ρυθμιστική πινακίδα Π-17.
Ο οδηγός του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κινείτο με σύνεση και έχοντας κανονική για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο ταχύτητα (δεν ξεπερνούσε τα 50 χιλ. ανά ώρα), ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε σε κατάσταση μέθης. Στο αίμα του ανιχνεύτηκε ποσοστό οινοπνεύματος τουλάχιστον 1,78§ ανά λίτρο αίματος...
Όταν ο τελευταίος έφτασε στην ανωτέρω αναφερόμενη διασταύρωση, αν και στιγμιαία σταμάτησε σ’ αυτή, εντούτοις, ακολούθως, παραβιάζοντας την εκ δεξιών προτεραιότητα του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο βρισκόταν ήδη πολύ κοντά, απερίσκεπτα, προφανώς λόγω και της επίδρασης του οινοπνεύματος, εισήλθε στο ρεύμα πορείας προς ..., χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων σ’ αυτό, έχοντας σκοπό, κατά τα άνω, να κατευθυνθεί στην κάθετη οδό που οδηγεί προς ....
Αποτέλεσμα της απερίσκεπτης και επικίνδυνης αυτής ενέργειάς του ήταν να φράξει την πορεία του ανωτέρω αυτοκινήτου, το οποίο προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στη μοτοσικλέτα. Η μοτοσικλέτα έπεσε στο οδόστρωμα, όπου σύρθηκε, ο ίδιος δε (ο αναβάτης) εκτινάχτηκε αρχικά στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, ακολούθως κατέπεσε στο καπό και τελικά στο οδόστρωμα, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του.
Συγκεκριμένα υπέστη θλαστικές κακώσεις θώρακα, πυέλου και κάτω άκρων, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Οι ανωτέρω συνθήκες του ατυχήματος αποδεικνύονται σαφώς από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και κυρίως από τη με ημερομηνία 13-8-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε ο υπαρχιφύλακας του Α.Τ. ...
Π. Σ. και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις, κατά την προανακριτική ποινική διαδικασία, των αυτόπτων μαρτύρων Γ. Τ. και Δ. Λ.. Όσον αφορά την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εκκαλούντες τεχνική έκθεση που λαμβάνεται υπόψη, κατ’ αρθρ. 390 του ΚΠολΔ, λεκτέα τα πιο κάτω:
Η εν λόγω τεχνική έκθεση, η οποία, ας σημειωθεί, συντάχθηκε τρεις περίπου μήνες μετά το ατύχημα, καταλήγει στα εξής συμπεράσματα: α) ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έλαβε χώρα σε απόσταση 0,50 μ. εντός του ρεύματος πορείας του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, β) ότι η ταχύτητα του τελευταίου (οχήματος) κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν μεταξύ 77 και 82 χιλιομ./ανά ώρα, ενώ η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν μηδενική, και γ) ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε δυνατότητα αποφυγής του ατυχήματος με ελιγμό προς τα δεξιά.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξαν οι ανωτέρω ιδιωτικοί πραγματογνώμονες που συνέταξαν την τεχνική έκθεση, είναι αυθαίρετο, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένα δεδομένα. Ενδεικτικά, στηρίζεται στις πιο κάτω εσφαλμένες προϋποθέσεις: α) ότι το μήκος πέδησης του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ήταν 60 μέτρα.
Αυτό δεν είναι ακριβές. Ίχνη πεδήσεως δεν βρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος, καθόσον το αυτοκίνητο διέθετε σύστημα πεδήσεως ΑΒS. Η δε απόσταση που βρέθηκε σταθμευμένο το εν λόγω όχημα, κατά την άφιξη των αστυνομικών οργάνων (σε εσοχή στο άκρο δεξιό του δρόμου, περίπου 51 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης) δεν είχε άμεση σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος.
Απλώς, ο οδηγός μετά το ατύχημα, στάθμευσε το όχημά του στο σημείο εκείνο, το οποίο έκρινε ότι ήταν ασφαλές, προκειμένου να αποφευχθεί νέο ατύχημα, β) ότι το ακριβές σημείο σύγκρουσης δεν προσδιορίζεται στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο ανωτέρω αναφερόμενος αστυνομικός. Το αληθές, όμως, είναι ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα το σημείο σύγκρουσης προσδιορίζεται με το στοιχ.
Χ, ο δε σχετικός προσδιορισμός έγινε με βάση τα ευρήματα στον τόπο του ατυχήματος. Βρίσκεται δε σε απόσταση περίπου 1,33 μ. εντός του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου και γ) ότι υπήρχε δυνατότητα του οδηγού για αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά. Η διαπίστωση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι προς τα δεξιά υπήρχε προσωρινά σε στάση το όχημα του αυτόπτη μάρτυρα Δ.
Λ., ο οποίος προερχόμενος από το χωριό Άγιος Γεώργιος, ανέμενε, στη διασταύρωση, τη διέλευση των δύο πιο πάνω οχημάτων, προκειμένου ακολούθως να κατευθυνθεί προς την πόλη της Κέρκυρας. Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω αποδειχθέντα περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος κρίνεται ο συγγενής των εκκαλούντων, ο οποίος, από έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός (άρθρ. 330 του ΑΚ) και οδηγώντας, ανεπίτρεπτα, κάτω από την επήρεια οινοπνεύματος, επέδειξε την ανωτέρω περιγραφόμενη αμελή συμπεριφορά, κατά παράβαση και των άρθρων 12 § 1, 23 § 2, 26 §§ 1, 5, 22 και 42 του ΚΟΚ.
Τον οδηγό Κ. - Γ. Β. δεν αποδείχτηκε ότι τον βαρύνει οποιαδήποτε αμέλεια αφού αυτός, κατά τα άνω, κινείτο κανονικά και με σύνεση στο δρόμο. Αν και τροχοπέδησε δε, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, όταν ο αποθανών μοτοσικλετιστής μετακινήθηκε μέσα στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του παραπάνω οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην οικογένεια του οποίου ανήκουν, που συνέβη κατά το αναφερόμενο σ’ αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση του οχήματός του, την ευθύνη του οποίου κάλυπτε ασφαλιστικά η δεύτερη τούτων και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή τους (αναιρεσειόντων) κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού στην πρόκληση του αυτοκινητικού ενδίκου ατυχήματος, στην οποία υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, για να δικαιολογηθεί η μη εφαρμογή τους.
Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση δε διευκρινίζεται η απόσταση στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητο του εναγόμενου οδηγού από τη σταθμευμένη μοτοσικλέτα του συγγενούς των αναιρεσειόντων, κατά το χρόνο που αυτή κινήθηκε αιφνίδια και εισήλθε στο ρεύμα πορείας του (εναγομένου οδηγού), από αριστερά σε σχέση με την πορεία του, από την οποία (απόσταση) ο τελευταίος, έχοντας τεταμένη την προσοχή του, αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα ή μπορούσε να την αντιληφθεί, ώστε να κριθεί κατ’ αντικειμενική κρίση, τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο χρόνος αντίδρασης αυτού, λαμβανομένης υπ’ όψη και της ταχύτητας των 50 χιλ.
με την οποία το όχημά του εκινείτο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και η δυνατότητά του να μειώσει ενωρίτερα αυτήν, καθώς και η δυνατότητά του να προβεί, σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, που θα συντελείτο με την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενόψει και της παράλειψης αναφοράς στην απόφαση των κυκλοφοριακών συνθηκών, του αντίθετου ρεύματος, ο οποίος ελιγμός ενδεχομένως να απέτρεπε το θανάσιμο αποτέλεσμα.
Με τη διευκρίνηση αυτή θα κριθεί αν η τροχοπέδηση στην οποία προέβη ο εναγόμενος οδηγός, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήταν ο ενδεδειγμένος ελιγμός προς αποφυγή της σύγκρουσης. Περαιτέρω, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου και σε απόσταση 1,33 μ.
εντός αυτού, δε γίνεται αναφορά του συνολικού πλάτους του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού, καθώς και του σημείου της οδού από το οποίο ορίζεται η απόσταση αυτή για να κριθεί η δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού του αυτοκινήτου δεξιά σε σχέση με την πορεία του και εντός του ίδιου ρεύματος, αλλά και η παραδοχή της ίδιας απόφασης ότι ήταν αδύνατος ο ελιγμός προς τα δεξιά επειδή στο δεξιό τμήμα της οδού προς ... (δηλαδή εκτός του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου), που διασταυρώνεται με την οδό στην οποία συνέβη το ένδικο ατύχημα ήταν σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο συναφής κατά ένα μέρος έβδομος λόγος αυτής, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται τόσον η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, προς στήριξη του αγωγικού ισχυρισμού της υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, που καθίσταται, αλυσιτελής, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης των παραπάνω λόγων, που έγιναν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνης, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ , που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε’ του Ν. 4055/2012 και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 693/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ