Legislator Case Law & Legislation
1754/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages, upholding lower court's discretionary assessment of compensation.

Case Number 1754/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment awarding 20,000 euros in damages for moral harm. The appellant argued the lower court erred by considering the defendant's financial status, but the court held that such factors are within the judge's free evaluation of evidence. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for violations of substantive law or errors in free evaluation of evidence, and will not disturb the lower court's discretionary determination of compensation amounts based on factual circumstances.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure moral harm damages free evaluation of evidence financial status relevance appeal dismissal legal costs allocation tort liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 847 of the Civil Code
Article 849 of the Civil Code
Article 422 of the Civil Code
Article 424 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1754 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1754/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Γ. Ν. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούσουλα.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Θεοδωρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7899/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-11-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...", κατά τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" και κατά τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ άλλου, από τα άρθρα 847 και 849 Α.Κ. προκύπτει, ότι η σύμβαση της εγγυήσεως, για να είναι έγκυρη, πρέπει να δηλωθεί εγγράφως, με αυτήν δε ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Κατά το άρθρο 422 Α.Κ.: "Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί.

Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή• αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη• αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή, στο αρχαιότερο• αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα", κατά το άρθρο 424 Α.Κ.: "Ο οφειλέτης καταβάλλοντος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου.

Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους", κατά το άρθρο 574 Α.Κ.: "Με την σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή την χρήση του πράγματος για όσον χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα" και κατά το άρθρο 288 του ιδίου Κώδικος: "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι: Με το από 16-5-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο μη ων διάδικος Π. Φ. εξεμίσθωσε στην εταιρεία με την επωνυμία "Γ. και Κ. Α. Α.Ε." το ισόγειο, τον μεσοόροφο και τμήμα του υπογείου από τετραόροφο κτίριό του κείμενο στο Μαρούσι. Η μίσθωση ήτο διετής και ακολούθως κατέστη αορίστου διαρκείας.

Στο ιδιωτικό συμφωνητικό είχαν υπογράψει ως εγγυητές για την καταβολή των μισθωμάτων οι μέτοχοι της μισθώτριας, ήτοι ο αναιρεσείων, ο αδελφός του Κ. Α. και ο Δ. Σ., συνετάγη δε τούτο από τον, μετέπειτα αποβιώσαντα, δικηγόρο του εκμισθωτού Π. Δ., τον οποίο διεδέχθη, ως δικηγόρος του εκμισθωτού, ο αναιρεσίβλητος.

Με το από 1-10-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήφθη μεταξύ εκμισθωτού και μισθώτριας νέα σύμβαση μισθώσεως, εξαετούς διάρκειας, με μηνιαίο μίσθωμα 1.100.000 δρχ., συνεβλήθησαν δε και πάλι ως εγγυητές ο αναιρεσείων και ο αδελφός του. Κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 1997 η μισθώτρια ώφειλε από μισθώματα συνολικώς 12.754.770 δρχ.

και ανεγνώρισε το χρέος της με την από 17-7-1997 επιστολή της προς τον εκμισθωτή. Κατόπιν τούτου, ο εκμισθωτής, με πληρεξούσιο δικηγόρο τον αναιρεσίβλητο, εζήτησε και εξεδόθη από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η υπ' αριθ. 90/1997 διαταγή αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου, η οποία επιδόθηκε δύο φορές στην μισθώτρια, χωρίς όμως και να αποβληθεί τότε από το μίσθιο, καθόσον, ύστερα από παράκληση του αναιρεσείοντος και του αδελφού του, ο εκμισθωτής δέχθηκε να παραμείνει στο μίσθιο η μισθώτρια και να καταβάλλει πλέον μηνιαία αποζημίωση χρήσεως.

Επί πλέον, για τα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου έως και Οκτωβρίου 1997 ο εκμισθωτής, με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, εζήτησε και εξεδόθησαν κατά της μισθώτριας και των εγγυητών οι υπ' αριθ. 13.376/1997 και 16.544/1997 διαταγές πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για ποσά αντιστοίχως 14.516.727 δρχ.

και 4.194.350 δρχ., οι οποίες επεδόθησαν στον αναιρεσείοντα αντιστοίχως την 10-9-1997 και την 4-11-1997. Την 25-2-2002 οι διαταγές πληρωμής επεδόθησαν για δεύτερη φορά στον αναιρεσείοντα, οι οποίες, κατά λέξη, "αφού δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα ανακοπή ... κατέστησαν τελεσίδικες με δύναμη δεδικασμένου". Ακολούθως, ο εκμισθωτής, επειδή δεν κατεβλήθη σε αυτόν το χρέος, επέσπευσε εκτέλεση εις βάρος των ειδικών διαδόχων του εκ των εγγυητών και αδελφού του αναιρεσείοντος Κ.

Α. και εκπλειστηριάσθηκε το εξ αδιαιρέτου μερίδιό των επί ακινήτου, προέβη δε και στην εκτέλεση της διαταγής αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2003. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει και τα εξής: "... Τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005, ο εναγόμενος απέστειλε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, την από 2/2/2005 αναφορά του εναντίον του ενάγοντος και την 20/4/2005 κατέθεσε σχετικά το με ίδια ημερομηνία υπόμνημά του, καταγγέλλοντας τον τελευταίο για αντιδεοντολογική συμπεριφορά.

Ειδικότερα στην ως άνω αναφορά και υπόμνημά του, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε αναφορικά με τον ενάγοντα ότι ενήργησε αντιδεοντολογικά σε βάρος του στα πλαίσια δικαστικής αντιδικίας μεταξύ αυτού (εναγομένου) και του εντολέα του ενάγοντος, Π. Φ., σχετικά με τη μίσθωση του κτιρίου από τον τελευταίο στην εταιρεία του εναγομένου "Γ. & Κ.

Α. Ε" για τη λειτουργία γυμναστηρίου, και δη, μεταξύ άλλων, ότι : 1) με την υποβολή ψευδών αιτήσεων εξαπάτησε το Δικαστήριο και πέτυχε την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου και διαταγών πληρωμής για μισθώματα και σε βάρος του εναγομένου, 2) αρνήθηκε να χορηγήσει πράξεις εξόφλησης για όσες διαταγές πληρωμής είχαν εξοφληθεί, 3) εξεβίαζε και απειλούσε τον εναγόμενο ότι θα αποβάλει αυτόν από το μίσθιο, καθιστώντας τον εναγόμενο και την εταιρία του έρμαια στις παράνομες ορέξεις του ιδίου και του εντολέα του, 4) μετέβαλε, (μονομερώς τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών) ώστε να φέρονται ανεξόφλητες, παλαιότερες απαιτήσεις για να συσσωρεύει τόκους υπερημερίας, 5) υπεξαιρούσε ποσά από τις καταβολές για δήθεν δικαστικές δαπάνες, ενδεικτικά αναφερομένης της καταβολής ποσού δρχ. 1.500.000 στην 17/9/97, 6) δεν χορήγησε ποτέ παραστατικά για ποσά που αυθαίρετα παρακράτησε, 7) υπεξαίρεσε ποσό δρχ. 100.000 από επιταγή 1.000.000 δρχ.

της εταιρίας "JUPITER-Γ. Α. ΑΒΕΕ", 8) ιδιοποιήθηκε ποσό δρχ. 396.000 το οποίο καταβλήθηκε έναντι μισθώματος Μαρτίου 1997, 9) αρνήθηκε, σε συμπαιγνία με τον εντολέα του, να συμψηφίσουν την εις χείρας τους μισθωτική εγγύηση εκ 4.000.000 δρχ., 10) μεθόδευσε πλειστηριασμό την επομένη ημέρα συζητήσεως ανακοπής του εναγομένου, 11) την 21/2/2005 κοινοποίησε στον εναγόμενο ψευδή αίτηση του εντολέα του προς το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου για πλειστηριασμό κινητών πραγμάτων που είχε κατάσχει με εκτελεστούς τίτλους που εξασφάλισαν μετά από εξαπάτηση των Δικαστηρίων που τους εξέδωσαν, 12) υπεξαίρεσε με τον εντολέα του κλιματιστικά μηχανήματα, πράξη που συνιστά σύσταση συμμορίας μεταξύ αυτού και του εντολέα του με σκοπούμενη απάτη του Δικαστηρίου, επιστρατεύοντας και ψευδομάρτυρα.

Ειδικότερα αναφέρει στην ως άνω αναφορά ο εναγόμενος : "Καταγγέλλω ενώπιον σας το μέλος του ΔΣΑ, δικηγόρο Αθηνών Π. Π. .... για μια σειρά παρανόμων και αντιδεοντολογικών εις βάρος μου και εις βάρος της δραστηριότητας μου ενεργειών, που απάδουν της ιδιότητος του δικηγόρου, προσβάλλουν βάναυσα το λειτούργημα και τραυματίζουν σειρά άρθρων του ΑΚ, του ΚΠολΔ και του ΠΚ, αναδεικνύοντάς τον από υπηρέτη του Δικαίου που όφειλε να είναι σε εμπνευστή και συμπρωταγωνιστή εξόχως ιδιοτελούς, παράνομης και αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς, με πράξεις που θα ζήλευε και ο τελευταίος απατεωνίσκος.

Ειδικότερα....μετήλθε των παρακάτω μεθοδεύσεων, προκειμένου να "υπηρετήσει δήθεν τα συμφέροντα του εντολέα του, με αληθή στόχο ωστόσο, να υπηρετεί την αρρωστημένη απληστία του εντολέα/πελάτη του και να τσαλαβουτάει με κάθε ευκαιρία ο ίδιος στις καταβολές της μισθώτριας εταιρίας που υποδεχόταν για λογαριασμό του πελάτη του και σε όσα κατά καιρούς ο ίδιος του εμπιστεύθηκα προς απόσβεση οφειλομένων μισθωμάτων.

Ενδεικτικά σταχυολογώ από τις αντιδεοντολογικές και πρόδηλα παράνομες πράξεις του, τις εξής : 1) προσέφυγε από το 1996 μέχρι το 2001 συνολικά 5 φορές για λογαριασμό του εντολέα/ πελάτη του με ψευδείς αιτήσεις στο Μον. Πρωτ. Αθηνών και επέτυχε την έκδοση ισάριθμων διαταγών πληρωμής, μετά από εξαπάτηση του δικαστηρίου, εις βάρος της μισθώτριας εταιρίας και των δύο εγγυητών, για τις οποίες ενέγραψε βάρη σε τρία συνολικά ακίνητα.

Για όσες διαταγές πληρωμής έχουν ολοσχερώς εξοφληθεί κατά τόκους, έξοδα και κεφάλαιο, αρνείται να χορηγήσει πράξη εξόφλησης (σε συμπαιγνία με τον εντολέα/ πελάτη του) για την άρση των βαρών που ενέγραψε και την απαλοιφή των αντίστοιχων δυσμενών στοιχείων στον Τειρεσία. 2) προσέφυγε στα τέλη 1997 με ψευδή αίτηση στο Μον.

Πρωτ. Αθηνών, ζήτησε και κατάφερε να εκδώσει διαταγή απόδοσης μισθίου, και παρείχε έκτοτε για λογαριασμό του εντολέα/ πελάτη του την χρήση του μισθίου μέχρι την 26.02.2003, ήτοι επί 5,5 ακόμη χρόνια στην μισθώτρια εταιρία που είχε εξώσει !! 3) εγκαθίδρυσε ευθύς ως κατάφερε να εξασφαλίσει με ψευδείς δηλώσεις τις διαταγές πληρωμής και την διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, μηχανισμό εκφοβισμού και εκβιάσεως μας, με συνεχείς απειλές περί άμεσης αποβολής της δραστηριότητος μας από το μίσθιο και περί άμεσης λήψης αναγκαστικών εις βάρος μας μέτρων, απειλές που επαναλάμβανε σε κάθε προσωρινή απόδειξη εισπράξεως καταβολών που χορηγούσε και τηλεφωνικά τουλάχιστον δις της εβδομάδος προς κάθε κατεύθυνση εξετόξευε.

Γνώριζε πολύ καλά ότι κατά την έναρξη της μισθωτικής σχέσης παραλάβαμε το μίσθιο γιαπί και δαπανήσαμε για την μετατροπή του σε κατοικήσιμο χώρο και σε εργασίες υποδομής του κτιρίου τεράστια ποσά, που υπερέβαιναν κατά 2,5 φορές την τότε αγοραία αξία του ακινήτου που μισθώσαμε. Γνώριζε συνεπώς, ο καλός δικηγόρος, ότι ήταν θανάσιμη η απειλή αποβολής της δραστηριότητός μας από το μίσθιο και μας καθιστούσε αυτόχρημα άβουλα έρμαια στις παράνομες ορέξεις αυτού και του άπληστου εντολέα/πελάτη του ! 4) μετέβαλλε μονομερώς τον τρόπο καταλογισμού κάθε επί μέρους καταβολής...έτσι ώστε να φέρονται ανεξόφλητες παλαιότερες οφειλές, για τις οποίες είχε εκδώσει διαταγές πληρωμής και καταλόγιζε κάθε καταβολή σε μεταγενέστερα γεννημένες απαιτήσεις από μισθώματα νεώτερων μισθωτικών περιόδων, ώστε να εμφανίζει τεχνηέντως ανεξόφλητες απαιτήσεις παλαιότερων ετών, να συσσωρεύει τόκους υπερημερίας, αντίθετα με την εμπράκτως και παγίως επί 13,5 έτη εκφραζόμενη βούληση της καταβάλλουσας μισθώτριας εταιρίας, ότι με κάθε καταβολή εξοφλεί το αρχαιότερο και επαχθέστερο γι αυτή χρέος....5) παρακρατούσε αυθαίρετα από τις καταβολές της μισθώτριας εταιρίας, ευθύς ως έστησε το μηχανισμό εκφοβισμού/απειλών μας τεράστια ποσά, τα οποία ιδιοποιείτο με έωλες αιτιολογίες, για δήθεν δικαστικές δαπάνες, στην πραγματικότητα όμως, τα υπεξαιρούσε (τα ετσέπωνε) ο ίδιος, κατά κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δείχναμε στο πρόσωπο του, λόγω της ιδιότητος του δικηγόρου, μέλους του ΔΣΑ.

Ενδεικτικά αναφέρεται η τύχη καταβολής 1.500.000 δρχ. της 17.9.1997: δαπάνη επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης δρχ. 165.400! δαπάνη επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης δρχ. 179.350!! δαπάνη λήψης απογράφου δρχ. 50.500!!! δαπάνη σύνταξης & επίδοσης επιταγής συμμόρφωσης με διαταγή πληρωμής δρχ. 800.000 !!!! έναντι της εκ δρχ. 466.000 δικαστικής δαπάνης που επιδικάστηκε δρχ. 304.750, σύνολο δρχ. 1.500.000.

Από την ανάλυση εμφαίνεται πως ο καλός και "τίμιος" δικηγόρος δεν αρκέστηκε στο ποσόν των 466.000 που επιδικάστηκε ως δικαστική δαπάνη, βρήκε την ευκαιρία να τσεπώσει ολόκληρη την καταβολή της μισθώτριας εταιρίας...ο καταγγελλόμενος "λειτουργός" ουδέποτε χορήγησε παραστατικά για τα ποσά που αυθαίρετα παρακράτησε.... 6) υφιστάμενος και εγώ ο ίδιος τις αφόρητες πιέσεις και απειλές του καλού και "τίμιου" δικηγόρου να πληρώσω, αλλιώς θα χάσω το σπίτι μου, κατέθεσα στο λογαριασμό του ή του παρέδωσα επιταγές εκδόσεως άλλης ανωνύμου εταιρίας που διατηρώ, ή επιταγές πελατείας της άλλης μου εταιρίας, συνολικού ποσού δρχ. 6.330.000 στα τέλη 1998 και στις αρχές του 1999.

Με τις καταβολές αυτές επεδίωκα όπως ήταν φυσικό την απόσβεση ενοχών της μισθώτριας εταιρίας για τις οποίες είχα εγγυηθεί, είχαν εκδοθεί και εις βάρος μου διαταγές πληρωμής, για τις οποίες είχε εγγράψει βάρη σε ακίνητο ιδιοκτησίας μου. Και αυτές τις καταβολές τις καταλόγισε δόλια ο καλός και "τίμιος" δικηγόρος σε εξόφληση άλλων μεταγενέστερων απαιτήσεων, ώστε να διατηρούνται τεχνηέντως ως ανεξόφλητα τα βάρη στο ακίνητο μου και να σωρεύονται αισχροκερδείς τόκοι υπερημερίας υπέρ του πελάτη του.

Έκπληκτος διαπιστώνω σήμερα, ότι από επιταγή εκδόσεως της άλλης εταιρίας μου (Jupiter - Γ. Α. ΑΕΒΕ) που του ενεχείρισα ύψους 1.000.000 δρχ. απέστειλε με Fax στην μισθώτρια εταιρία προσωρινή απόδειξη 900.000 δρχ. καταλόγισε συνεπώς αντί 1.000.000 που εισέπραξε μόνον 900.000 δρχ. και υπεξαίρεσε έτσι τις 100.000 που του ενεπιστεύθην, ως "τιμίου" θεράποντος της Δικαιοσύνης και "εντίμου" μέλους του ΔΣΑ! 7) φέρει μη νόμιμα μέχρι σήμερα οφειλόμενο και ασφαλιζόμενο με διαταγή πληρωμής το ποσόν των δρχ. 396.000 (ή ευρώ 1.162,14), που καταβλήθηκε την 13/11/1997 έναντι του μισθώματος Μαρτίου 1997 και επιδιώκει με αναγκαστικά μέτρα την είσπραξη του και επί πλέον ισόποσους και πλέον τόκους υπερημερίας επ' αυτού, δηλαδή επί του εξοφληθέντος ήδη από την 13.11.1997 ποσού !!! Το ισόποσο βέβαια της καταβολής το ετσέπωσε ο ίδιος ή το ιδιοποιήθηκε από κοινού με τον εντολέα/πελάτη του. 8) αρνείται σε συμπαιγνία με τον εντολέα/ πελάτη του να συμψηφίσουν την εις χείρας των μισθωτική εγγύηση ύψους υπέρ των 4.000.000 δρχ.

ή ευρώ 11.510,79 με απαιτήσεις, την ικανοποίηση των οποίων με αναγκαστικά μέτρα συνεχίζουν μέχρι σήμερα να επιδιώκουν. 9) την 21.09.2004 συνεζητήθη αίτηση ανακοπής κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης που κατέθεσα. Το μέλος του Συλλόγου Σας μεθόδευσε ώστε την επομένη της συζητήσεως ημέρα (θαυμάστε σεβασμό στο δικαστήριο και στην εκδοθησομένη απόφαση του, από "θεράποντα" της Δικαιοσύνης !), δηλαδή την 22.09.2004 να εκπλειστηριαστεί ακίνητη περιουσία των ανηλίκων τέκνων του ετέρου των εγγυητών, προκειμένου να ικανοποιηθούν απαιτήσεις και τόκοι επ' αυτών, που εμπεριέχουν και τα ποσά που καταγγέλλονται με την παρούσα, ότι ετσέπωσε το λαμπρύνον με την δραστηριότητα του τον Σύλλογο Σας, μέλος σας.

Να το χαίρεσθε, σας κοσμεί πράγματι ! 10) την 21.02.2005 κοινοποίησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας εταιρίας υπέρ της οποίας ενέχομαι ως εγγυητής την από 21.12.04 (επίσης ψευδή) αίτηση του εντολέα/πελάτη του προς τον Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, με την οποία επιδιώκει με τη συζήτηση της, που ορίστηκε για την 10.02.2005 την έκδοση αδείας πλειστηριασμού των κινητών πραγμάτων της μισθώτριας εταιρίας, που είχαν κατάσχει δυνάμει εκτελεστών τίτλων, που εξασφάλισαν κατ' εξαπάτηση των δικαστών που τους εξέδωσαν.

Συνεχίζοντες την παράνομη εις βάρος της περιουσίας της μισθώτριας εταιρίας συμπεριφορά τους σκοπεύουν να εξαπατήσουν και τον κ. Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου κατά τη συζήτηση της 10.02.2005, υποστηρίζοντας ότι τα κινητά πράγματα είναι ευτελούς αξίας, επιδιώκοντας να τα εκποιήσουν σε τιμές εκκίνησης που θα ικανοποιούν μόνον τις αρπακτικές διαθέσεις για κάλυψη δικαστικών εξόδων του "τίμιου", κατά τα ανωτέρω μέλους του ΔΣΑ.

Από την ανωτέρω αίτηση τους (υπ)-εξαιρούν με μονομερή τους απόφαση ότι τους φαντάζει πράγματι πολύτιμο, ήτοι κλιματιστικές εγκαταστάσεις και μηχανήματα κλιματισμού ή εξαερισμού, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση κατάσχεσης και ως πράγματα ιδιοποιούνται τοιουτοτρόπως από κοινού. Η τοιαύτη συμπεριφορά συνιστά σύσταση συμμορίας, μεταξύ του καταγγελλομένου εντολοδόχου δικηγόρου και του εντολέα/πελάτη του κατ' άρθρο 187 ΠΚ, με δόλιο σκοπό τη διάπραξη των αδικημάτων της απάτης σε βάρος της περιουσίας της μισθώτριας εταιρίας και της περιουσίας μου ως εγγυητή και της σκοπούμενης απάτης επί Δικαστηρίω, προς εξασφάλιση παράνομων περιουσιακών ωφελημάτων".

Περαιτέρω, αναφέρει στο ως άνω υπόμνημα ο εναγόμενος: "....προσκομίζω αντίγραφα των 13376/97 και 16544/97 διαταγών πληρωμής που εξεδόθησαν μετά από την ψευδή δήλωση του καταγγελλόμενου δικηγόρου, ότι ο πελάτης του εξεμίσθωσε ισόγειο κατάστημα 374 Μ2 και 16 Μ2! Προσκομίζω ακόμη αντίγραφο σχεδιαγράμματος της πολεοδομίας από το οποίο εμφαίνεται ότι το εκμισθούμενο ισόγειο κατάστημα δεν είναι δυνατόν να είναι μεγαλύτερο από 274 Μ2 και 12 Μ2 αντίστοιχα.

Η συμμορία των δικηγόρου/εντολέα-πελάτη του, συμπληρώθηκε εν τω μεταξύ και με ψευδομάρτυρα, ο οποίος βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη, ότι τα εξαιρούμενα με την αίτηση που συνέταξε και υπέβαλε ο καταγγελλόμενος δικηγόρος πράγματα, εκλάπησαν δήθεν, συνεπεία τάχα πρόσφατης διάρρηξης που έγινε στον χώρο, όπου ευρίσκονται τα κινητά πράγματα της μισθώτριας εταιρίας.

Η μεθόδευση είναι προφανής: να διευκολυνθούν δια αυτής και δια της ψευδοκατάθεσης στην παράνομη ιδιοποίηση τους. Επαναλαμβάνεται ότι πρόκειται κυρίως για κλιματιστικά μηχανήματα και εγκαταστάσεις ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που προσδίδουν τεράστια αγοραία και μισθωτική αξία στο ακίνητο. Το αστυνομικό τμήμα της περιοχής εγγράφως βεβαιώνει ότι ουδεμία καταγγελία περί διάρρηξης στον εν λόγω χώρο έχει καταγραφεί από 01/11/04 έως σήμερα !!! Η κατασκευή ψευδομάρτυρα από δικηγόρο και η σκοπούμενη επίκληση της ψευδομαρτυρίας ενώπιον Δικαστηρίου για την παραγωγή παράνομων ωφελημάτων, οφείλει να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερης ερεύνης και εντονότατου προβληματισμού από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΔΣΑ !".

Οι, αμέσως ανωτέρω, ισχυρισμοί του εναγομένου, ήταν εν γνώσει του ψευδείς, τούτος δε σαφώς γνώριζε ότι τα ισχυριζόμενα ψευδή γεγονότα είναι κατάλληλα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του προσώπου στο οποίο αποδιδόταν, ήτοι του ενάγοντος. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι...". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τα τρία σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1,8 και 19 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ειδικότερα: 1) 'Ότι το δικαστήριο παραβίασε τα άρθρα 847 και 849 Α.Κ.

ευθέως και εκ πλαγίου, καθόσον δεν περιέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες, άλλως περιέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς, άλλως δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, α') ότι η από 1-10-1992 σύμβαση μισθώσεως ελύθη δια καταγγελίας του άρθρου 597 Α.Κ. και ακολούθως δεν καταρτίσθηκε εγγράφως νέα σύμβαση μισθώσεως, ούτε νέα έγγραφη σύμβαση εγγυήσεως, με συνέπεια να μην ευθύνεται ο αναιρεσείων ως εγγυητής για το μετά την λύση της συμβάσεως μισθώσεως χρονικό διάστημα και β') ότι είχαν εξοφληθεί όλα τα καθυστερούμενα μισθώματα, για τα οποία καταγγέλθηκε η σύμβαση μισθώσεως. 2) 'Ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τα άρθρα 422 και 424 Α.Κ., καθόσον στερείται αιτιολογιών, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ισχυρισμού του, ότι δεν έγινε ορθώς ο καταλογισμός των καταβολών διαφόρων χρηματικών ποσών οι οποίες έγιναν από την μισθώτρια και ειδικότερα δεν καταλογίσθηκαν τα ποσά στα ληξιπρόθεσμα, από τα οφειλόμενα μισθώματα, χρέη, με συνέπεια να εξοφλούνται τα νεότερα και να παραμένουν ανεξόφλητα τα παλαιότερα χρέη και έτσι να δημιουργούνται υπέρογκοι τόκοι γι' αυτά. 3) 'Ότι, κατ' εκτίμηση, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τα άρθρα 574 και 288 Α.Κ., διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το εμβαδόν του μισθίου, αν δηλαδή είναι 274 τ.μ.

όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ή 374 τ.μ. όπως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος στις συνταγείσες από αυτόν αιτήσεις για την έκδοση των διαταγών πληρωμής και εξαπάτησε το δικαστήριο. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι συνεπώς αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω ως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, αφορούν τις έννομες σχέσεις μεταξύ του αναιρεσείοντες και του εκμισθωτού, οι οποίες μάλιστα εκρίθησαν, όσον αφορά τους ιδίους, με δύναμη δεδικασμένου, εφόσον δεν ασκήθηκε ανακοπή κατά των διαταγών πληρωμής μετά και από την δεύτερη επίδοση αυτών στον αναιρεσείοντα, ενώ ο αναιρεσίβλητος σε ουδεμία δίκη ή ενέργεια έλαβε μέρος ως διάδικος, αλλά πάντοτε ενήργησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εκμισθωτού.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.. γ' Κ.Πολ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη". Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1486/97). Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, ο οποίος περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, σχετικά με ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος εφέσεως συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό αυτόν προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (Α.Π.845/2009). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε από αυτούς να συνάγεται όχι μόνον η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και σε ποια από τις περιπτώσεις των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ αυτή εμπίπτει, αλλά και επακριβώς να καθορίζονται τα πραγματικά στοιχεία τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα επιφέρουν την νομική πλημμέλεια και αποτελούν τον λόγο αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (Α.Π. 889/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως στο Εφετείο, ότι υπέπεσε, κατ' εκτίμηση, στην πλημμέλεια του αριθμού 8 και όχι του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή, κατά λέξη: "... ουδόλως απεφάνθη επί των προταθέντων νομίμως λόγων της ασκηθείσας εφέσεώς μου: πέμπτου (σχετικά με το νόμιμο ή μη του καταλογισμού των γενόμενων καταβολών μας από τον αντίδικο), έκτου και έβδομου (σχετικά με τις παρακρατήσεις ποσών των γενόμενων καταβολών μας από τον αντίδικο και τη μη χορήγηση νομίμων παραστατικών από αυτόν), δέκατου (σχετικά με την αξία των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων της μισθώτριας εταιρείας), ενδέκατου (οψιγενούς) λόγου (σχετικά με την γενόμενη καταγγελία της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως την 12-4-1996 και την εντεύθεν ανυπαρξία ευθύνης μου ως εγγυητή)".

Ο λόγος αυτός, πέραν του γεγονότος ότι αναφέρεται ως επί το πλείστον στις διαφορές του αναιρεσείοντος και του εκμισθωτού, πρωτίστως είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά στοιχεία, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα επιφέρουν την νομική πλημμέλεια και αποτελούν τον λόγο αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 περ. β' Κ.Πολ.Δ: "'Ενορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση ...". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη, κατά λέξη, "...

τις υπ' αριθ. 6872, 6873, 6874/3-4-2007 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν με επιμέλεια του εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών και κατά την λήψη των οποίων ο ενάγων παρέστη αυτοπροσώπως, ως Δικηγόρος, οι οποίες και συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον ...". Επομένως, το Εφετείο, εφόσον έλαβε υπόψη τις ως άνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις, εξήντλησε τον από την αναφερθείσα διάταξη επιτρεπόμενο για κάθε διάδικο αριθμό ενόρκων βεβαιώσεων και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., επειδή, ορθώς, δεν έλαβε υπόψη και τέταρτη ένορκη βεβαίωση, προσκομισθείσα από τον ίδιο διάδικο, δηλαδή τον αναιρεσείοντα, ο οποίος μάλιστα δεν ισχυρίζεται ότι προσεκόμισε αυτήν προς αντίκρουση ένορκης βεβαιώσεως του αντιδίκου του.

Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων πού ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνον πραγματικά γεγονότα, τα οποία έχουν αυτήν την επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη υπόθεση αφορά αγωγή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία ο πρώτος ισχυρίζεται, ότι προσεβλήθη η τιμή και η υπόληψή του και ότι υπέστη ηθική βλάβη και ζητεί χρηματική ικανοποίηση από τον εναγόμενο, επειδή ο τελευταίος, με αναφορά και υπόμνημα, τα οποία υπέβαλε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, διέδωσε εις βάρος του αναιρεσίβλητου, εκ προθέσεως, ψευδή γεγονότα εν γνώσει της αναλήθειας.

Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλη του, λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., επειδή, κατά λέξη: "Παρείδε και δεν έλαβε καν υπόψιν τα προσκομισθέντα από εμένα με επίκληση αντίγραφα γραμματίων καταθέσεων ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που φέρουν επ' αυτών την ιδιόχειρη δήλωση του καταβάλλοντος κατ' άρθρο 422 ΑΚ, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η εκάστοτε επί μέρους κατάθεση στο λογαριασμό του αντιδίκου έγινε "ΕΝΑΝΤΙ ΕΝΟΙΚΙΩΝ Π.

Φ." και όχι έναντι αποζημίωσης. χρήσης. Περαιτέρω, δε, αποδεικνύεται η εναντίωσή μου στον τρόπο καταλογισμού των γενομένων καταβολών, που επέλεξε ο αντίδικος.

ΙΙΙ) Παρείδε και δεν έλαβε καν υπόψιν την προσκομισθείσα από εμένα με επίκληση υπ' αριθμ. 2120/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τις παραδοχές της οποίας αποδεικνύεται η πραγματική επιφάνεια του μισθίου ακινήτου, ήτοι 274 τ.μ., αλλά και τα προσκομισθέντα με επίκληση από εμένα πρακτικά του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της συνεδριάσεως της 12-2-2010 και του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της συνεδριάσεως της 25-10-2010, από τα οποία προκύπτει ότι ο ίδιος ο αντίδικος κατέθεσε (και συνομολόγησε) ότι η επιφάνεια του μισθίου ακινήτου δεν ήταν 374, αλλά 274 τ.μ.". Τα αναφερόμενα όμως γεγονότα, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικνύονται με τα εν λόγω έγγραφα, αναφέρονται σε ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσης δίκης, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν σχέση μόνον με την υφισταμένη μεταξύ του αναιρεσείοντος και του εκμισθωτού δικαστική διαμάχη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 932 περ. α' ΑΚ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υποχρέου, του είδους και της εκτάσεως της ζημίας, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε σε αυτόν ηθική βλάβη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, το οποίο θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του.

Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες (κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης, με την πιο πάνω διάταξη, ο προσδιορισμός του ποσού της επιδικαζόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, που ιδρύει τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικούς λόγους.

Η ως άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την χρηματική ικανοποίηση ελέγχεται κατ' αναίρεση, αν κατά τον προσδιορισμό του ποσού αυτής έχουν ληφθεί υπόψη περιστατικά, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για το σχηματισμό της κρίσεως αυτής ή αν δεν συνεκτιμήθηκαν γεγονότα, τα οποία είχαν τεθεί υπόψη του και επιδρούν στον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως.

Η παράλειψη αυτή του δικαστηρίου στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως για παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι, εφόσον ο παθών είναι εκκαλών, τα ως άνω ουσιώδη γεγονότα είχαν επαναφερθεί στο Εφετείο με λόγο εφέσεως (Α.Π.1166/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθείσης στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "...

Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, λαμβανομένων δε υπόψη του είδους, του τρόπου και της έντασης της προσβολής, του μέσου με το οποίο τελέστηκε, της υπαιτιότητας του εναγομένου, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων ... Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής του ...". Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν, πλην των άλλων και τους ισχυρισμούς του εναγομένου εν σχέσει προς την οικονομική κατάστασή του. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε, κατ' ορθήν εκτίμηση, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2012 αίτηση του Γ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 97/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ