1754/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1754/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Full text
Απόφαση 1754 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1754/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης και 2. Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε", ", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αικατερίνη Ταταράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.2.2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1196/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6955/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Απριλίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 20 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 §§1,2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004).
Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τις παριστάμενες αναιρεσίβλητες εταιρίες υπ' αριθ. 9103Γ'/19-11-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 6955/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 39 την δικάσιμο της 01-11-2010, κατά την οποία ο αναιρεσείων κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1περ.α, 128§§1-3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 07-11-2011, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία ο αναιρεσείων όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο.
Όμως ο αναιρεσείων δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933 παρ. 2, 934, 954, 993 παρ. 2, 999 και 159 περ. 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί πλειστηριασμού ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ακυρότητα της εκθέσεως κατασχέσεως και του προγράμματος πλειστηριασμού (ήδη περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης), λόγω μη αναγραφής σ' αυτά ως τιμής πρώτης προσφοράς τουλάχιστον αυτής που ορίζεται στο άρθρο 954 παρ. 2 περ.
γ' του ΚΠολΔ, η οποία (ακυρότητα) κηρύσσεται με τη συνδρομή του στοιχείου της προκλήσεως βλάβης, και η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, μπορεί να προβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μόνο μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β' του ίδιου κώδικα, ήτοι μέχρι την έναρξη σύνταξης της εκθέσεως του πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.
Μετά την έναρξη της τελευταίας αυτής πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. γ'του ίδιου ως άνω κώδικα, προβάλλεται μόνο η ακυρότητα του πλειστηριασμού και χωρίς το στοιχείο της βλάβης (άρθρο 159 περ. 1 ΚΠολΔ), λόγω παραλείψεως α') της συντάξεως του προγράμματος πλειστηριασμού, ήδη περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης, που προβλέπεται από το άρθρο 999 παρ. 1 του ΚΠολΔ και β') της τηρήσεως των διατυπώσεων της παρ. 3, εδάφ.
πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο του ίδιου άρθρου, που έχουν ταχθεί με ποινή ακυρότητος του πλειστηριασμού, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού. Ως παράλειψη της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης νοείται, η μη τήρηση της υποχρεώσεως συντάξεως αυτής, προς την οποία εξομοιώνεται και η μη εμπρόθεσμη κατάρτισή της, οπότε μόνο και μπορεί να προβληθεί, μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού και εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ.
γ' ΚΠολΔ η ακυρότητά της, και χωρίς το στοιχείο της βλάβης, όχι όμως και η ελαττωματικότητα της περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης, η ακυρότητα για το ελάττωμα της οποίας μπορεί να προβληθεί ως τον πλειστηριασμό και μόνο αν συντρέχει το στοιχείο της βλάβης (ΑΠ 1256/1997, ΑΠ 116/1998, ΑΠ 1534/1991). Εξάλλου, αν οι ενδιάμεσες πράξεις της εκτελέσεως δεν ακυρώθηκαν ως τη διενέργεια του πλειστηριασμού τελεσιδίκως, θεωρούνται ισχυρές και δεν μπορούν να βλάψουν το κύρος του.
Έτσι, αν ως τον πλειστηριασμό δεν απαγγελθεί ακυρότητα της εκθέσεως κατασχέσεως και της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, λόγω της ενδεχόμενης ελαττωματικότητας αυτών, δεν μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς ως λόγος ανακοπής κατά του κύρους του πλειστηριασμού στην προθεσμία της παρ. 1γ του άρθρου 934 ΚΠολΔ, η ακύρωση της εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, επειδή στην τελευταία εμφιλοχώρησε , κατ' αντιγραφή της εκθέσεως κατασχέσεως και της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, η αναγραφόμενη σ' αυτές τιμή πρώτης προσφοράς των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, όχι κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 954 παρ. 2 περ.
γ' ΚΠολΔ, αλλά σε μικρότερο ποσό, εφόσον στην περίπτωση αυτή εμμέσως μεν βάλλεται η έκθεση του πλειστηριασμού, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για το κύρος πράξεων της εκτέλεσης που είχαν προηγηθεί, και έπρεπε, για το παραδεκτό της ανακοπής, να έχει ασκηθεί μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, δηλαδή της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (ΑΠ 1256/1997, ΑΠ 433/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων είχε ζητήσει με την ένδικη ανακοπή, την ακύρωση της υπ' αριθμ. .../21-12-2005 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σπύρου και του, βάσει αυτής, διενεργηθέντος στις 21-12-2005 πλειστηριασμού των αναφερόμενων ακινήτων του, τα οποία κατασχέθηκαν, με επίσπευση της πρώτης των καθ' ών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2062/2004 εκθέσεως κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή ...
και εκτέθηκαν στον παραπάνω πλειστηριασμό με την υπ' αριθμ. .../2005 Β' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, κατακυρώθηκαν δε στη δεύτερη των καθ' ων εταιρία (υπερθεματίστρια). Ως μοναδικό λόγο ανακοπής για την ακύρωση του πλειστηριασμού προέβαλε ο ανακόπτων, ότι κατά τα προκύπτοντα από την ως άνω έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, η τιμή της πρώτης προσφοράς των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων καθορίσθηκε στο 1/2 της εκτιμηθείσης αξίας αυτών και όχι, όπως θα έπρεπε, στα 2/3 της αξίας τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 954 παρ. 2 περ.
γ' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3446/2005 (ΦΕΚ Α'140/17-6-2005). Το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω της ερημοδικίας του ανακόπτοντος (εκκαλούντος ενώπιόν του και ήδη αναιρεσείοντος) κατά τη συζήτηση της ανακοπής, ακολούθως δε δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή, αφού έκρινε ότι ο πιο πάνω μοναδικός λόγος που μεταβιβάσθηκε με την έφεση, ήταν απαράδεκτος, καθόσον ο τελευταίος βάλλει εμμέσως κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ενώ στην πραγματικότητα πλήττονται, οι άνω, έκθεση κατασχέσεως και η επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί η τιμή πρώτης προσφοράς, οι οποίες έπρεπε να προσβληθούν μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ.
β' ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (21-12-2005), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε την 8-3-2006. Με τον πρώτο, και κατά ένα μέρος με τον δεύτερο, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα του άνω πληστηριασμού, αλλ' αντιθέτως απέριψε την ένδικη ανακοπή του ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, κηρύσσοντας έτσι παρά το νόμο απαράδεκτο, μολονότι με την τελευταία (ανακοπή), είχε προσβάλλει τον ως άνω πλειστηριασμό, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 934 παρ. 1 περ.
γ' ΚΠολΔ, επειδή ο τελευταίος διενεργήθηκε με τιμή πρώτης προσφοράς των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, μικρότερη της οριζόμενης στο άρθρο 954 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3346/2002. Όμως, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ο μοναδικός λόγος της ένδικης ανακοπής, εμμέσως μόνο βάλλει κατά του πλειστηριασμού, ενώ στην πραγματικότητα αναφέρεται στην εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης και συγκεκριμένα, της έκθεσης κατασχέσεως και του προγράμματος του πλειστηριασμού (επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης), του οποίου περιεχόμενο αποτελεί η τιμή πρώτης προσφοράς, η οποία κατ' αντιγραφή καταχωρήθηκε στην συνταχθείσα από την άνω συμβολαιογράφο έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, και επομένως έπρεπε για το παραδεκτό της ανακοπής, να ασκηθεί η τελευταία, μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (21-12-2005), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε στις 8-3-2006. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον άνω μοναδικό λόγο της ανακοπής, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ πλημμέλεια και ο περί του εναντίου πρώτος, και κατά ένα μέρος δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι και ο ανύπαρκτος λόγος ανακοπής ή η λήψη υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στον λόγο αυτό για τη θεμελίωσή του (Ολ.ΑΠ 294/1981). Ο λόγος, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, διότι παραδεκτώς προτάθηκε, προκειμένου δε για ισχυρισμό που στηρίζει λόγο ανακοπής, ή περιστατικών που προτείνονται προς θεμελίωσή του, προς διαπίστωση αυτού, επισκοπείται το δικόγραφο της τελευταίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη ανακοπή, με τον μοναδικό λόγο της τελευταίας, ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι κατά τα προκύπτοντα από την έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, η τιμή της πρώτης προσφοράς των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων καθορίσθηκε στο 1/2 της εκτιμηθείσης αξίας αυτών και όχι, όπως θα έπρεπε, στα 2/3 της αξίας τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 954 παρ. 2 περ.
γ' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3446/2005 (ΦΕΚ Α'140/17-6-2005), λόγος για τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθμ. .../21-12-2005 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σπύρου, βάσει των οποίων εκπλειστηριάσθηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτές ακίνητά του. Το Εφετείο δέχθηκε κατά τα προεκτεθέντα, ότι η ένδικη ανακοπή, εμμέσως μεν βάλλει κατά του πλειστηριασμού, ενώ στην πραγματικότητα αναφέρεται στην εγκυρότητα της εκθέσεως κατασχέσεως και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, ενόψει δε του ότι είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα, τον απέρριψε ως απαράδεκτο.
Ακολούθως δε, με πρόσθετη επάλληλη αιτιολογία έκρινε το Εφετείο, ότι ο μοναδικός λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος και για το λόγο ότι οποιοδήποτε σφάλμα της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την τιμή πρώτης προσφοράς δεν καθιστά άκυρη την κατάσχεση αλλά δικαιολογεί την άσκηση ανακοπής για διόρθωση της έκθεσης, κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν με την ανακοπή, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο μοναδικός λόγος αυτής, με την οποία επιδιώκετο η ακύρωση της ως άνω έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης θεμελιωνόταν στην μη εγκυρότητα της εκθέσεως κατασχέσεως και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης αναφορικά με την ορισθείσα σ' αυτές τιμή πρώτης προσφοράς , και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή με την ένδικη ανακοπή δεν προτάθηκε ισχυρισμός ως προς την εγκυρότητα της κατασχετήριας έκθεσης, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 1150/93). Έτσι, επί επάλληλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, εάν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΑΠ Ολ. 25/2003). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση είναι αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί στην περίπτωση αυτή, εξαιτίας της αντιφάσεώς τους, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη στήριξη του διατακτικού και συνεπώς δεν μπορεί να κριθεί περαιτέρω αν ορθώς εφαρμόσθηκε ο νόμος. Εξ αυτών παρέπεται ότι αν υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση κύρια και επικουρικές αιτιολογίες και αυτές μεταξύ τους αντιφάσκουν, δεν δημιουργείται ο μνημονευθείς λόγος αναιρέσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, διότι το δικαστήριο δεν στηρίζεται συγχρόνως επί όλων αυτών των αιτιολογιών, αλλά μόνο της μιας εξ αυτών και μάλιστα προεχόντως επί της κυρίας και επιβοηθητικώς επί των επικουρικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την πρώτη κύρια αιτιολογία του, ότι η ένδικη ανακοπή εμμέσως βάλλει κατά της έκθεσης του πλειστηριασμού ενώ στην πραγματικότητα αναφέρεται στην ακυρότητα της έκθεσης κατασχέσεως και της επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί η τιμή πρώτης προσφοράς και ότι γι' αυτό θα έπρεπε να είχε ασκηθεί μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης του πλειστηριασμού και κατακύρωσης και επομένως αφού ασκήθηκε μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Εν συνεχεία, με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, ο λόγος της ένδικης ανακοπής είναι απορριπτέος και για το λόγο ότι οποιοδήποτε σφάλμα της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την τιμή πρώτης προσφοράς δεν καθιστά άκυρη την κατάσχεση, αλλά δικαιολογεί την άσκηση ανακοπής για διόρθωση της έκθεσης κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Τέλος με τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της δέχθηκε, ότι σε κάθε περίπτωση ο λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον εν προκειμένω, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 954 παρ. 2, περ. γ' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε η περίπτωση αυτή με το άρθρο 21 του ν. 3346/2005. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, πλήττεται ανεπιτυχώς (ήδη ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως αβάσιμος), ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, που πλήττει, την ως άνω δεύτερη επικουρική αιτιολογία, για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραβίαση του άρθρου 954 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3346/2005, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Ομοίως, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω του ότι οι ανωτέρω αιτιολογίες που διαλαμβάνονται σ' αυτή είναι αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίζεται συγχρόνως επί όλων των ανωτέρω αιτιολογιών, αλλά προεχόντως στην πρώτη εξ αυτών και επιβοηθητικώς επί των επικουρικών.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-04-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6955/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ