Supreme Court dismisses appeal on equal pay and evidence admissibility grounds in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute regarding equal pay. The appellant argued for unequal treatment based on job duties and challenged the admissibility of evidence, but the court found no legal basis for these claims. The court ruled that the lower court properly evaluated evidence and applied the principle of equal treatment without sufficient justification for the disparity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(1)(b) of the Constitution; Article 141 of the EC Treaty; Article 559(8)(b) and (10) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks clear factual grounds for applying substantive law or if the court properly evaluated evidence without accepting unproven factual assertions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1754 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1754/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Λυσσάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", υπό την ιδιότητα τής δι' απορροφήσεως διαδόχου τού κλάδου παραγωγής, κατασκευής και εμπορίας αλουμινίου, μεταλλευτικών υλικών και μετάλλων, ο οποίος απεσχίσθη από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2176/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-2-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει από τα άρθρα 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της ίδιας εκμεταλλεύσεως που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ή απόκλιση εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου, και ότι με βάση την εν λόγω αρχή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, τις προς ορισμένους από αυτούς οικειοθελείς μισθολογικές και άλλες εργασιακές παροχές.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 1.10.1965 συνήφθη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο πρώτος προσλήφθηκε από τη δεύτερη, προκειμένου να εργαστεί ως εργατοτεχνίτης στον τομέα παραγωγής Αλουμίνας στο εργοστάσιο που λειτουργούσε η τελευταία στον ..... του Νομού ....., όπου και άρχισε να εργάζεται από τότε.
Τον ίδιο χρόνο (1965) προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη και ο προτεινόμενος προς σύγκριση Α. Τον Ιούνιο του έτους 1966, μετά από θεωρητική και πρακτική εξάσκηση, η αναιρεσίβλητη ενέταξε τον αναιρεσείοντα στο τμήμα διαπύρωσης αλουμίνας, στο οποίο ενέταξε και άλλους εργαζομένους της, όπως τους Α, Β και Γ, όλους ως εργατοτεχνίτες.
Το έτος 1974 ο αναιρεσείων είχε επιλεγεί από την αναιρεσίβλητη δοκιμαστικά, για να γίνει εργοδηγός και κατά το δοκιμαστικό αυτό χρονικό διάστημα αντικατέστησε τους αδειούχους εργοδηγούς για μερικούς μήνες, πλην όμως τελικά δεν έγινε εργοδηγός, διότι δεν κρίθηκε κατάλληλος και όχι λόγω της συνδικαλιστικής του δράσεως, αφού πολλοί συνδικαλιστές προήχθησαν, μεταξύ των οποίων και ενδεικτικά, ο Δ, ο Ε, ο ΣΤ, ο Ζ και ο Η προήχθησαν από την αναιρεσίβλητη και δη οι δύο πρώτοι σε εργοδηγούς το έτος 1984 και οι λοιποί σε "ανώτερους τεχνικούς" τα έτη 1999, 1992 και 2000, αντίστοιχα.
Το έτος 1982 ο αναιρεσείων εκλέχθηκε για μια διετία πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων αλουμίνας, από τότε δε (1984) μέχρι την αποχώρησή του από την Υπηρεσία της αναιρεσίβλητης (31.12.1998) δεν είχε συνδικαλιστική δράση. Κατά τη δεκαετία 1980-1990 δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε δυσμενής μισθολογική μεταχείριση του αναιρεσείοντος σε σχέση με άλλους ομοιόβαθμους συναδέλφους του από την αναιρεσίβλητη, πράγμα, που ούτε ο ίδιος επικαλέστηκε.
Από τις αρχές του έτους 1991 η αναιρεσίβλητη με το υπ' αριθ. 1/91, "Υπηρεσιακό Σημείωμα" κατάρτισε οργανόγραμμα της επιχείρησής της, σύμφωνα με το οποίο κατέταξε το προσωπικό της σε ιεραρχικές κατηγορίες ανά κλάδο απασχόλησης, προσδιορίζοντας συνάμα και τα κριτήρια υπηρεσιακής εξέλιξης και προαγωγής τούτου, δίδοντας τη μεγαλύτερη βαρύτητα στις ικανότητες του εργαζομένου για άσκηση των καθηκόντων που απαιτούσε η ανώτερη θέση.
Ο κλάδος παραγωγής, στον οποίο απασχολούνταν ο αναιρεσείων, εντάχθηκε στην ιεραρχική κατηγορία των εργατοτεχνιτών, η οποία προέβλεπε τρεις βαθμούς, δηλαδή τους βαθμούς, 1) του υπευθύνου εργατοτεχνίτη, 2) του εξειδικευμένου εργατο-τεχνίτη και 3) του εργατοτεχνίτη. Ο αναιρεσείων και ο προτεινόμενος με την αγωγή του προς σύγκριση Α εντάχθηκαν στην παραπάνω ιεραρχική κατηγορία, με το βαθμό του εργατοτεχνίτη.
Την 1.3.1993 η αναιρεσίβλητη προήγαγε τον Α από απλό εργατοτεχνίτη σε εξειδικευμένο εργατοτεχνίτη και από τότε εξαιτίας της προαγωγής του αυτής ο μισθός του αυξήθηκε. Αντίθετα, ο αναιρεσείων δεν προήχθη και παρέμεινε απλός εργατοτεχνίτης. Έτσι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα 1.4.1994 έως 31.12.1998 ο αναιρεσείων έλαβε ως αποδοχές μικρότερες από τον συγκρινόμενο συνάδελφό του Α κατά ποσό 4.815.820 δρχ.
Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι η διαφορετική αυτή μισθολογική μεταχείριση του αναιρεσείοντος σε σχέση με τον προαναφερόμενο συνάδελφό του δικαιολογείται από την προαγωγή του τελευταίου και τη συνακόλουθη διαφορά τους στην ιεραρχία του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, κατά το πιο πάνω οργανόγραμμα, τη λόγω αυτής άσκηση διαφορετικών πλέον καθηκόντων από τον προαχθέντα και την εξαιτίας αυτών διαφορετική μισθολογική αντιμετώπισή τους, η οποία δεν συνιστά παραβίαση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης εις βάρος του αναιρεσείοντος, αφού εδώ πρόκειται για δύο εργαζομένους σε διαφορετική βαθμίδα της ιεραρχίας και με σαφώς διαφορετικά καθήκοντα.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το σχετικό αγωγικό κεφάλαιό της ποσού 4.815.820 δραχμών ήταν πράγματι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 2/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου του εν λόγω αγωγικού κεφαλαίου.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε και τα ακόλουθα: Από 1.1.1998 αφότου μειώθηκαν οι ώρες εργασίες από τις 40 στις 37,5 σταμάτησε να καταβάλλεται από την αναιρεσίβλητη σε όλους γενικά τους εργαζομένους της σε δύο διαφορετικά τμήμα το λεγόμενο επίδομα "πολυδυνάμου", το οποίο καταβαλλόταν από την αναιρεσίβλητη από 23.5.1983 στους εργαζομένους της σε δύο διαφορετικά τμήματα που τους χαρακτήριζε "πολυδύναμους" και το οποίο ανερχόταν σε 20,75% επί του βασικού μισθού για τους πρώτους έξι μήνες, σε 14,25% για τους επόμενους έξι μήνες και σε 7,5% για το πέραν του έτους διάστημα.
Το επίδομα αυτό λάμβανε προ της 1.1.1998, ως εργαζόμενος σε δύο διαφορετικά τμήματα, και ο ως άνω Α, συγκρινόμενος με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος (αναιρεσείων) δεν είχε χαρακτηριστεί ποτέ πολυδύναμος. Ο αναιρεσείων εργάστηκε από 1.1.1998 έως και 24.9.1998, εναλλάξ σε διήμερη βάρδια, σε δύο διαφορετικά τμήματα του τομέα παραγωγής αλουμίνας και συγκεκριμένα στο τμήμα περιστροφικών φούρνων αλουμίνας και στο στατικό φούρνο αλουμίνας.
Κατά το χρονικό αυτό διάστημα όμως, όπως προαναφέρθηκε, είχε σταματήσει να καταβάλλεται το ως άνω επίδομα, η διακοπή δε αυτή της καταβολής του ως άνω επιδόματος αφορούσε όλους τους εργαζομένους, κανένας από τους οποίου δεν λάμβανε το επίδομα αυτό.
Συνεπώς ούτε ο αναιρεσείων δικαιούνταν να αξιώσει την καταβολή του ήδη καταργηθέντος για όλους τους εργαζομένους επιδόματος, η δε μη καταβολή του επιδόματος αυτού από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η ίδια (ένδικη) αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το σχετικό αγωγικό κεφάλαιό της ποσού 590.603 δραχμών ήταν πράγματι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο και το δεύτερο λόγο της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου του εν λόγω αγωγικού κεφαλαίου.
Τέλος, το Εφετείο δέχτηκε και τα εξής: Τον Απρίλιο του έτους 1997 η αναιρεσίβλητη ανήγγειλε με το από 8.4.97 "υπηρεσιακό Σημείωμα 27/97" πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της σε "προσύνταξη". Το πρόγραμμα αυτό προέβλεπε κίνητρα οικειοθελούς αποχωρήσεως και αφορούσε εργαζομένους που είχαν λιγότερα από 4 χρόνια για τη χρονολογία συνταξιοδότησής τους, αλλά κατ' ελάχιστο όριο, έπρεπε ν' απομένουν τρεις μήνες πριν τη συνταξιοδότηση.
Ειδικά δε για τους εργαζομένους στον τομέα παραγωγής Αλουμίνας, όπως και ο αναιρεσείων, προέβλεπε την οικειοθελή αποχώρησή τους από την υπηρεσία από 1/10-31.12.1998, εφόσον από 1.1.1999 μέχρι τέλους του έτους 2002 θα αποκτούσαν δικαίωμα οποιασδήποτε μορφής σύνταξης πλήρους ή μειωμένης από τον οργανισμό κύριας ασφάλισης στον οποίο υπάγονταν.
Ακόμη, το παραπάνω πρόγραμμα όριζε ότι οι παροχές τις οποίες θα λάμβανε ο κάθε αποχωρών εργαζόμενος θα ήταν α) το 40% της αποζημίωσης απόλυσης, όπως προβλέπεται από το νόμο για τους συνταξιοδοτούμενους του ιδιωτικού τομέα, β) την εφάπαξ εξαγορά της συμπληρωματικής συνταξιοδότησης (ALICO), που προβλέπεται από τους κανονισμούς, γ) τη χορήγηση ενός επί πλέον εφάπαξ κεφαλαίου, του οποίου το ύψος εξαρτάται από τις αποδοχές, την αρχαιότητα και την επαγγελματική κατηγορία, δ) την αυτασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ μέχρι την χρονολογία της κανονικής του συνταξιοδότησης και ε) την εξασφάλιση εισοδήματος για την περίοδο της προσύνταξης.
Ο αναιρεσείων, αποδεχόμενος την πρόταση της αναιρεσίβλητης για εθελούσια έξοδο και έχοντας τις απαιτούμενες προϋποθέσεις αποχώρησε από την υπηρεσία της στις 31.12.1998 και εισέπραξε απευθείας από την αναιρεσίβλητη ποσό 7.845.000 δραχμών ως αποζημίωση αποχώρησης δηλαδή για την υπό το στοιχείο (α) παροχή και ποσό 24.801.496 δραχμών από την ασφαλιστική εταιρεία ALICO, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το προσωπικό της αναιρεσίβλητης με βάση το .....
ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο όπως συμπληρώθηκε με τη ..... πρόσθετη πράξη. Δηλαδή συνολικά εισέπραξε 32.646.496 δρχ. Ο αναιρεσείων συνομολόγησε με την αγωγή του ότι με την κατάθεση των ως άνω ποσών εξοφλήθηκαν πλήρως οι απαιτήσεις του που αφορούν τις υπ' αριθμ. (α) και (β) παροχές. Όσον αφορά τις λοιπές παροχές υπό στοιχεία (γ), (δ) και (ε) ισχυρίζεται ότι ανέρχονταν στα ποσά 14.023.214 δρχ., 2.390.432 δρχ.
και 8.773.156 δρχ., αντίστοιχα, και συνολικά σε 25.186.802 δρχ., η δε αναιρεσίβλητη συνομολόγησε το ύψος των υπό στοιχεία (δ) και (ε) παροχών και ως προς την υπό στοιχείο (γ) παροχή, που αφορά στο επιπλέον εφάπαξ κεφάλαιο που συμφωνήθηκε με το πιο πάνω πρόγραμμα, ύψους κατά τον αναιρεσείοντα 14.023.214 δρχ., και συμπεριλαμβάνεται στα απ' αυτήν καταβληθέντα για τις υπό στοιχεία (δ) και (ε) παροχές.
Σε σχέση με την επίδικη και αμφισβητούμενη υπό στοιχείο (γ) παροχή, που αφορά, όπως προαναφέρεται, στη χορήγηση του συμφωνηθέντος επί πλέον εφάπαξ κεφαλαίου, το ύψος του οποίου εξαρτάται από τις αποδοχές, την αρχαιότητα και την επαγγελματική κατηγορία του εργαζομένου, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος προέκυψε από τον προσαρτημένο πίνακα στην 17/258 του 1996 πρόσθετη πράξη, που υπέγραψε η αναιρεσίβλητη με την ασφαλιστική εταιρεία ALICO και είναι αναπόσπαστο μέρος του υπ' αριθμ. 5965 ομαδικού ασφαλιστηρίου.
Από αυτόν τον πίνακα προκύπτει συντελεστής με βάση την αρχαιότητα και την επαγγελματική κατηγορία του προσωπικού. Αυτός ο συντελεστής πολλαπλασιάζεται με το μηνιαίο μισθό κάθε εργαζόμενου και δίνει το καταβλητέο ποσό. Ο αναιρεσείων είχε συνολική υπηρεσία 33 ετών και 3 μηνών. Τα 33 χρόνια αντιστοιχούν σε συντελεστή για τους εργατοϋπαλλήλους 8, 170 και οι 3 μήνες 0,144, δηλαδή σύνολο 8,314.
Αυτό επί τις μηνιαίες αποδοχές του, των δραχμών 700.358 δίνει γινόμενο δραχμές 5.822.776. Το ποσό αυτό αποτελεί τη συμφωνηθείσα κατά τα πιο πάνω παροχή του σε εφάπαξ κεφάλαιο.
Συνεπώς εφόσον για την υπό στοιχείο (δ) παροχή η απαίτηση του αναιρεσείοντος, ανερχόταν στο ποσό των 2.390.432 δρχ. και για την υπό στοιχείο (ε) παροχή η απαίτηση του ίδιου ανερχόταν στο ποσό των 8.773.156 δρχ., και αφού η απαίτησή του από την υπό στοιχείο (β) παροχή ύψους 8.193.247 δρχ. εξοφλήθηκε από το καταβληθέν από την ασφαλιστική εταιρεία ALICO ποσό των 24.801.496 δρχ., εναπομένει υπόλοιπο 16.608.249 δρχ. (24.801.496 - 8.193.247) και για τις τρεις υπόλοιπες παροχές (γ, δ και ε). Η απαίτηση του αναιρεσείοντος για τις εν λόγω παροχές αποδείχθηκε όμως ότι ανέρχεται στο ποσό των 16.986.364 δρχ. (5.822.776 + 2.390.432 + 8.193.247), η δε αναιρεσίβλητη του κατέβαλε δια της ασφαλιστικής εταιρείας ALICO, συνολικά, όπως προαναφέρεται, στο ποσό των 16.608.249 δρχ. και ως εκ τούτου οφείλει να του καταβάλει την προκύπτουσα διαφορά που ανέρχεται στο ποσό των 378.115 δρχ. (16.986.364 - 16.608.249).
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την ίδια απόφαση δέχτηκε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το σχετικό (τρίτο) αγωγικό κεφάλαιό της ήταν ουσιαστικά βάσιμη μόνο κατά ένα μέρος και δή μόνο κατά το ποσό των 378.115 δραχμών, όπως είχε κριθεί και με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, και κατόπιν τούτου απέρριψε ως αβάσιμο και τον τρίτο λόγο της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου κατά το υπόλοιπο μέρος του τού εν λόγω αγωγικού κεφαλαίου.
Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν και την ίδια πιο πάνω έφεση του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε εις βάρος του αναιρεσείοντος την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 288 του ΑΚ και 22 παρ. 1 εδ.
Β' του Συντάγματος. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του, πράγματι η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση του αναιρεσείοντος σχετικά με τον προς σύγκριση προταθέντα συνάδελφό του Α δικαιολογούνταν από την προαγωγή του τελευταίου και την εξαιτίας αυτής διαφορά τους στην ιεραρχία του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, κατά το αναφερόμενο οργανόγραμμα, τη λόγω αυτής άσκηση διαφορετικών πλέον καθηκόντων από τον προαχθέντα και την εξαιτίας αυτών διαφορετική μισθολογική αντιμετώπισή τους, αφού έτσι επρόκειτο για δύο μισθωτούς (τον αναιρεσείοντα και το συνάδελφό του Α), οι οποίοι εργάζονταν σε διαφορετική βαθμίδα της ιεραρχίας και με σαφώς διαφορετικά καθήκοντα.
Ακόμη, δεν παραβίασε ούτε το άρθρο 371 του ΑΚ, που αναφέρεται στον προσδιορισμό αόριστης παροχής, αλλ' ούτε και τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 και της παρ. 2 του άρθρου 106 του Συντάγματος, κατά τις οποίες, αντίστοιχα, "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας" και "η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ...", ή τη συναφή διάταξη του άρθρου 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, εφόσον, πάντοτε με βάση τις παραδοχές του δεν είχε επέλθει οποιαδήποτε αντισυμβατική ανατροπή του εργασιακού "STATUS" του αναιρεσείοντος, του οποίου η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση, χωρίς οπωσδήποτε να θίγει κατά οποιοδήποτε τρόπο την προσωπικότητα και αξιοπρέπειά του, πλήρως δικαιολογούνταν από το μικρότερο βαθμό που του είχε απονεμηθεί και τα σαφώς διαφορετικά καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί.
Περαιτέρω, με το να μην καταβάλλεται και στον αναιρεσείοντα το ως άνω επίδομα "πολυδυνάμου" δεν παραβιάστηκε η προαναφερόμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 288 του ΑΚ και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος απορρέουσα, αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, εφόσον αυτός (αναιρεσείων), εν αντιθέσει, προς τον προς σύγκριση προταθέντα συνάδελφό του Α), δεν είχε ποτέ εργαστεί, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, σε δύο διαφορετικά τμήματα της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης και γι'αυτό δεν είχε ποτέ χαρακτηριστεί "πολυδύναμος" κατά το μέχρι 31.12.1997 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο και μόνο καταβαλλόταν το αμέσως πιο πάνω επίδομα.
Τέλος, το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του όπως πιο πάνω αναφέρεται δεν παραβίασε ούτε το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. εφόσον η σχετική κρίση του επί όλων των παραπάνω ζητημάτων δεν έρχεται σε οποιαδήποτε αντίθεση με τους ορισμούς που διατυπώνονται στην εν λόγω διάταξη σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά τόσο με το ζήτημα που σχετίζεται με το λόγο εξαιτίας του οποίου δικαιολογούνταν η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση του αναιρεσείοντος σχετικά με τον προς σύγκριση προταθέντα συνάδελφό του Α, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όσο και με το ζήτημα που σχετίζεται με το ακριβές ύψος του υπόλοιπου χρηματικού ποσού που έπρεπε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα ύστερα από την εκούσια αποχώρηση ("εθελούσια έξοδο") του τελευταίου από την υπηρεσία του στην πρώτη και πλήρεις και σαφείς είναι.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, χωρίς έτσι να έχει επέλθει εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών ή των διατάξεων των άρθρων 371 - 373 και 379 του ΑΚ. Μάλιστα, εκτός των άλλων, με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων, παρά το ότι κατά το έτος 1974 είχε επιλεγεί από την αναιρεσίβλητη δοκιμαστικά, για να γίνει εργοδηγός και κατά το δοκιμαστικό αυτό χρονικό διάστημα αντικατέστησε τους αδειούχους εργοδηγούς για μερικούς μήνες, εν τούτοις τελικά δεν έγινε εργοδηγός, γιατί δεν κρίθηκε κατάλληλος προς τούτο.
Ακόμη αναφέρεται, επίσης με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια, στην ίδια απόφαση ότι η μετά την προαγωγή του ως άνω Α στον ανώτερο βαθμό του εξειδικευμένου εργατοτεχνίτη ήταν δικαιολογημένη η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση του αναιρεσείοντος σε σχέση με τον εν λόγω συνάδελφό του ακριβώς εξαιτίας της διαφοράς τους στην ιεραρχία του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και την από το λόγο αυτόν άσκηση διαφορετικών πλέον καθηκόντων από τον προαχθέντα.
Δεν χρειαζόταν δε για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να προσδιορίζονται ή να διευκρινίζονται ειδικότερα τα νέα καθήκοντα του τελευταίου, αλλ' αρκούσε η παραδοχή ότι τα καθήκοντα αυτά ήταν εκείνα ενός "εξειδικευμένου εργατοτεχνίτη", αντιστοιχούντα στον τελευταίο αυτόν βαθμό που η αναιρεσίβλητη είχε καθιερώσει στον κλάδο παραγωγής της επιχειρήσεώς της.
Ενόψει αυτών: 1) Οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 288 του ΑΚ και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 371 του ΑΚ, 2 παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται επίσης η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 288 του ΑΚ και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και δέκατος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., δηλαδή όλοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και 2) οι επίσης ενιαίως κρινόμενοι τέταρτος, έκτος κατά το πρώτο (υπό το στοιχείο α') μέρος του και ένατος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκών (όπως εκτιμάται) αιτιολογιών επί των ζητημάτων που αναφέρονται, αντίστοιχα, στο ζήτημα που αφορά το είδος των νέων καθηκόντων που είχαν ανατεθεί μετά την προαγωγή του στο συνάδελφο του αναιρεσείοντος Α, στο ζήτημα που αφορά το αν ο αναιρεσείων διέθετε τα προσόντα εργοδηγού και στο ζήτημα που σχετίζεται με το ακριβές ύψος του υπόλοιπου χρηματικού ποσού που έπρεπε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα ύστερα από την εκούσια αποχώρηση ("εθελούσια έξοδο") του τελευταίου από την υπηρεσία του στην πρώτη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 2.
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984). "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.
Πάντως, αν ο ισχυρισμός (ή ο λόγος εφέσεως) είναι επουσιώδης, όπως είναι και ο για οποιοδήποτε λόγο μη κρίσιμος, είτε λήφθηκε υπόψη, αν και δεν προτάθηκε, είτε δεν λήφθηκε υπόψη, αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Όμως, ο από την περ. β' της πιο πάνω διατάξεως προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί δέχτηκε ότι η διαφορετική (δυσμενέστερη) μισθολογική μεταχείριση του αναιρεσείοντος σε σχέση με τον προς σύγκριση προταθέντα συνάδελφό του Α δικαιολογούνταν από την προαγωγή του τελευταίου και τη συνακόλουθη διαφορά τους στην ιεραρχία του προσωπικού της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό οργανόγραμμα της επιχειρήσεως αυτής, τη λόγω αυτής άσκηση διαφορετικών πλέον καθηκόντων από τον προαχθέντα και την εξαιτίας αυτών διαφορετική μισθολογική αντιμετώπισή τους, παρά το ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί, και υπό την εκδοχή ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, τα ως άνω σχετικά πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτόν απλώς αποτελούσαν το περιεχόμενο επιχειρήματος υπέρ της απόψεως της αναιρεσίβλητης ότι δεν παραβιάστηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όχι όμως και "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, ώστε να μη στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως.
Περαιτέρω, με τα υπόλοιπα μέρη (υπό τα στοιχεία β' και γ') του έκτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφασή του, κρίνοντας επί του ως άνω πρώτου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός, όπως προαναφέρθηκε, παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου του κεφαλαίου της ένδικης αγωγής του, που στηριζόταν σε παραβίαση εις βάρος του της αρχής της ίσής μεταχειρίσεως, δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που αυτός είχε προβάλει με το λόγο εφέσεως για το ότι υπερτερούσε έναντι του προς σύγκριση προταθέντος Α, επειδή, αντίστοιχα, αφενός είχε δίπλωμα Β' τάξης πρακτικού μηχανικού και αφετέρου ήταν απόφοιτος του Λυκείου, προσόντα που δεν είχε ο εν λόγω συνάδελφός του.
Όμως τα περιστατικά αυτά στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν, ως εκ της φύσεώς τους, ενόψει των δεδομένων της περιπτώσεως αυτής, κρίσιμα και ως εκ τούτου ήταν επουσιώδη και έτσι δεν είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κυρίως διότι επρόκειτο να κριθεί όχι ζήτημα προαγωγής ή μη του αναιρεσείοντος, αλλ' απλώς και μόνο αν εν τοις πράγμασιν, παρέχονταν από τον τελευταίο οι ίδιες υπηρεσίες (και μάλιστα υπό τις ίδιες συνθήκες) που παρέχονταν και από τον προαναφερόμενο συνάδελφό του, ώστε να έχει επέλθει παραβίαση εις βάρος του της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως αναφορικά με τη μισθολογική μεταχείρισή του.
Επομένως το Εφετείο με το να παραλείψει να ασχοληθεί ειδικώς και με τα αμέσως πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που περιέχονταν στον ως άνω (πρώτο) λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο προαναφερόμενος (6ος) λόγος αναιρέσεως κατά αμφότερα τα υπόλοιπα (υπό τα στοιχεία β' και γ') μέρη του, με τα οποία υποστηρίζονται, αντίστοιχα, τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του.
Εξάλλου, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου του κεφαλαίου της ένδικης αγωγής του, που αφορούσε την επιδίκαση του προαναφερόμενου επιδόματος "πολυδυνάμου", τον ερεύνησε και τελικά τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Επομένως (το Εφετείο) δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ως άνω στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, και δή ότι ο προαναφερόμενος Α μετά την κατά το παραπάνω οργανόγραμμα της αναιρεσίβλητης προαγωγή του ασκούσε διαφορετικά (δηλαδή ανώτερα) καθήκοντα από τον αναιρεσείοντα και γι' αυτό λάμβανε ανώτερες από τον τελευταίο αποδοχές, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων χωρίς όρκο καταθέσεως του αναιρεσείοντος, ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως και ένορκων βεβαιώσεων, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όσων αμέσως ή εμμέσως συνομολόγησαν οι τελευταίοι.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο και στις πιο πάνω σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2176/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ