1754/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1754/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 336 §3, 339 και 395 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δικαστικά τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστήριο της ουσίας, από οπουδήποτε, άρα και από άκυρα και παράτυπα έγγραφα, εφόσον είναι παραδεκτή η απόδειξη με μάρτυρες (άρθρο 395 ΚΠολΔ). Πρέπει, όμως, η γνησιότητα του εγγράφου, που αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου, από το οποίο το δικαστήριο συνάγει τα συμπεράσματά του, να είναι αποδεδειγμένη και όχι αμφισβητούμενη.
Full text
Απόφαση 1754 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1754/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου.
Της αναιρεσίβλητης: Ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "... L.T.D", η οποία εδρεύει στη ..., είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Πρωτόγερο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3558/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5590/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-10-2004 αίτησή του και τους 20-3-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 2-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 336 §3, 339 και 395 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δικαστικά τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστήριο της ουσίας, από οπουδήποτε, άρα και από άκυρα και παράτυπα έγγραφα, εφόσον είναι παραδεκτή η απόδειξη με μάρτυρες (άρθρο 395 ΚΠολΔ). Πρέπει, όμως, η γνησιότητα του εγγράφου, που αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου, από το οποίο το δικαστήριο συνάγει τα συμπεράσματά του, να είναι αποδεδειγμένη και όχι αμφισβητούμενη.
Αν αμφισβητείται είναι ανάγκη να αποδεικνύεται. Κατά δε το άρθρο 457 §2 ΚΠολΔ "εκείνος κατά του οποίου προσκομίζεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο". Κατά την έννοια αυτής της διατάξεως ως "αμέσως" γενόμενη καταφατική ή αρνητική δήλωση περί της γνησιότητας νοείται αυτή που έγινε στη συζήτηση, κατά την οποία το έγγραφο προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο και η έλλειψη της δηλώσεως αυτής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η γνησιότητα αναγνωρίστηκε σιωπηρά και είναι περιττό να διαταχθούν αποδείξεις περί αυτής.
Εν όψει τούτων, η κατά τη μεταγενέστερη συζήτηση αμφισβήτηση της γνησιότητας του εγγράφου είναι απαράδεκτη (ΑΠ 310/1996), ενώ κατά την §3 της ΚΠολΔ 457, αν αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί η γνησιότητα του περιεχομένου, με την επιφύλαξη της προσβολής του εγγράφου ως πλαστού.
Εξ άλλου, αν ο εκδότης του εγγράφου ισχυρισθεί ότι η χρονολογία του εγγράφου είναι αναληθής φέρει το βάρος αποδείξεως, διότι και η χρονολογία αποτελεί περιεχόμενο του εγγράφου καλυπτόμενο από την ουσιαστική δύναμη του άρθρου 445 ΚΠολΔ (βλ. και άρθρο 446 ιδίου Κώδικα).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησής του από τον αριθμό 11α (όχι και 10 και 20) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (πρώτο μέρος) μέμφεται το Εφετείο γιατί με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα εκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σε βάρος του (αναιρεσείοντος) το περιεχόμενο της από 29-10-1991 κατάστασης εξόδων, που φέρεται ότι κατέβαλεν η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, το μήνα Σεπτέμβριο του 1991, για διάφορα έξοδα του πλοίου ..., που είχε προσκομισθεί και στη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ληφθεί υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από το Πρωτοδικείο, αντίθετα με τον αυτοτελή και ουσιώδη ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) που είχε προβάλλει, ως εκκαλών, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης γιατί αποδέχθηκε ως κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο ένα έγγραφο, το οποίο στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης, αφού η υπογραφή που έχει τεθεί σ' αυτό ως εκδότη του δεν είναι η γνήσια υπογραφή του, ούτε καν φέρει βέβαιη χρονολογία.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι την αρνητική δήλωση περί της γνησιότητας της υπογραφής του στο εν λόγω έγγραφο και της αληθείας του περιεχομένου του, όσον αφορά τη χρονολογία του πρόβαλε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο τούτο προσκομίστηκε με επίκληση, αφού η έλλειψη της δηλώσεως αυτής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η γνησιότητα της υπογραφής αναγνωρίσθηκε σιωπηρά, με αυτόθροη συνέπεια και τη γνησιότητα του περιεχομένου του εγγράφου (ένα από τα στοιχεία του οποίου είναι και η χρονολογία) και είναι περιττό να διαταχθούν ή να ληφθούν υπόψη αποδείξεις περί της γνησιότητας της υπογραφής και του περιεχομένου του εγγράφου, ενώ και η κατά τη μεταγενέστερη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου αμφισβήτηση της γνησιότητας του εγγράφου, ως προς τα εν λόγω στοιχεία, το πρώτον με την έφεση είναι απαράδεκτη.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του (ΚΠολΔ 561§2), δέχθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο είναι κατά πάντα γνήσιο και εντεύθεν έπεται ότι ο λόγος αυτός, από το άρθρο 11 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο, όπως προλέχθηκε, έλαβε υπόψη του το λόγο αυτόν έφεσης και τον απέρριψε στην ουσία του, με την παραδοχή ότι το εν λόγω έγγραφο φέρει τη γνήσια υπογραφή του αναιρεσείοντος και είναι γνήσιο και ως προς όλο το περιεχόμενό του.
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561§2) προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος που αναφέρονται στο αναιρετήριο, (πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος), με τους οποίους, συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενους, παρεπονείτο αυτός κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, εκ δανείου της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενο στους δεύτερο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους αναίρεσης και πρώτο πρόσθετο λόγο (α΄ μέρος), από τον αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559, όπως εκτιμώνται, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους που μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι, κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1. Οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι κατά την ΚΠολΔ 561§1, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθμούς 1, 8β, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττει αυτή για κακή εκτίμηση αποδείξεων και ιδίως των αναφερομένων εγγράφων και εσφαλμένη συναγωγή πραγματικών επιχειρημάτων.
Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 20 της Κ.Πολ.Δ 559 είναι απαράδεκτος, γιατί όπως ορθά εκτιμάται, με αυτόν αποδίδεται εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα στο Εφετείο, σε σχέση με το περιεχόμενο της αναφερόμενης τηλεομοιοτυπίας. Ο τρίτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθ. 11 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμος γιατί το από 18.9.1997 FAX που έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στο Εφετείο παραθέτοντας μάλιστα και ένα μέρος του περιεχομένου του (και όχι από 19.9.1997 όπως από παραδρομή και μάλιστα κατάδηλη - αφού, όπως προελέχθηκε, περιέχεται μέρος του εν λόγω εγγράφου στις παραδοχές του Εφετείου αναγράφεται στην αναιρεσιβαλλομένη) επικαλέσθηκε νόμιμα η αναιρεσίβλητη ενάγουσα και εφεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2004 αίτηση, όπως συμπληρώνεται με το από 20-3-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, του ..., για αναίρεση της 5590/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλτητης από χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ