Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal for insufficient reasoning on negligence liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing a claim for damages regarding damaged telephone cables. The Court found the lower court's reasoning on the defendant's negligence to be vague and insufficient regarding the specific damages and preventive measures taken. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's judgment and remanded the case for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 330(b) and 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A court decision is subject to cassation if the lower court fails to provide sufficient reasoning on the existence of fault and causation, rendering the appeal admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1754 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1754/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ) που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΄Αγγελο Βούρβαχη.
Της αναιρεσίβλητης: ......... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανοτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-8-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6032/2000, του ίδιου Δικαστηρίου και 9416/2001 προδικαστική και 2248/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγος και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, το κανονιστικού χαρακτήρα π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζει στο άρθρο 1 ότι "επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά Νόμον υπευθύνων… και αι ειδικαί διατάξεις των επόμενων άρθρων", στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 ότι "προ της ενάρξεως εργασιών εκσκαφών πρέπει να ερευνάται, τη συνεργασία των αρμοδίων φορέων, η ύπαρξις και η θέσις, εις τον χώρον του εργοταξίου, δικτύων ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφώνου, φωταερίου, ύδατος κ.λ.π.
και να γίνεται η κατά περίπτωσιν απαιτουμένη απομόνωσις ή μεταφορά των" και στο άρθρο 3 ότι "προ της ενάρξεως των εκσκαφών και κατά τη διάρκεια αυτών, πρέπει να ερευνάται η τυχόν ύπαρξις προγενεστέρων εκσκαφών, προκειμένου να λαμβάνονται πρόσθετα μέτρα ασφαλείας". Σε περίπτωση έτσι που, εξαιτίας της διενέργειας εκσκαπτικών εργασιών για την εκτέλεση έργου αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού (όπως είναι η κατασκευή βόθρου), προκληθεί βλάβη στο υπάρχον στον χώρο του εργοταξίου τηλεφωνικό δίκτυο, ο κύριος του εν λόγω χώρου μπορεί να ευθύνεται προς αποζημίωση και αν ο ίδιος ή οι προστηθέντες από αυτόν στην εκτέλεση του έργου εργολάβος ή (και) εργάτες (άρθρο 922 ΑΚ) παρέλειψαν από αμέλεια να προβούν, με τη συνεργασία του αρμόδιου φορέα, σε έρευνα για την τυχόν ύπαρξη και τη θέση τηλεφωνικού δικτύου στον εργοταξιακό χώρο.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ακόμη δε οι κύριοι και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 11/1996). Κατά συνέπεια, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, επειδή πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Η εξειδίκευση των αόριστων τούτων νομικών εννοιών γίνεται μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται οι κανόνες της τυπικής λογικής. Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η αναιρεσίβλητη, στην οποία ανήκει κατά κυριότητα ένα οικόπεδο ευρισκόμενο εντός του οικισμού ....., έλαβε από την Πολεοδομική Υπηρεσία Καπανδριτίου της Νομαρχίας Αττικής την 126/1996 άδεια για την ανέγερση στο εν λόγω οικόπεδο ισογείου καταστήματος με μεσοπάτωμα και για την κατασκευή μέσα στο οικόπεδο αυτό στεγανού βόθρου διαστάσεων 2Χ2 μ., σύμφωνα με το από Μαϊου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα της επιβλέπουσας το έργο αρχιτέκτονος - μηχανικού ......
Κατά τη διενέργεια των σχετικών εργασιών εκσκαφής εντός του άνω οικοπέδου από τους εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προστηθέντες στην εκτέλεση των εργασιών αυτών εργάτες, διαπιστώθηκε ότι σε βάθος 50-60 εκατοστών του μέτρου υπήρχε υπόγειο καλώδιο της αναιρεσείουσας εταιρίας (ΟΤΕ Α.Ε.), το οποίο ευρίσκετο σε σχετικώς κακή κατάσταση και δεν ήταν καλυμμένο με άμμο και τούβλα, όπως θα έπρεπε, ώστε να είναι ευχερής ο εντοπισμός του κατά την εκτέλεση των εκσκαπτικών εργασιών.
Το συνεργείο διέκοψε αμέσως τις εργασίες και ειδοποιήθηκε η πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή, ακολούθως δε το τηλεφωνικό καλώδιο αντικαταστάθηκε και μεταφέρθηκε σε άλλο σημείο. Οι ως άνω εργασίες, συνεχίζει το εφετείο, αποδείχθηκε ότι έγιναν εντός του οικοπέδου και όχι, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, στον εκτός του οικοπέδου και έμπροσθεν αυτού ευρισκόμενο κοινόχρηστο χώρο του πεζοδρομίου, και ως εκ τούτου είναι προφανές ότι οι προσδιοριζόμενες από την αναιρεσείουσα βλάβες σε τηλεφωνικά καλώδια, διερχόμενα κάτω από το πεζοδρόμιο, δεν οφείλονται σε αμελή συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία, ανεξαρτήτως τούτου, ακόμη και αν κατέβαλλε την κατά τη συναλλακτική πίστη απαιτούμενη επιμέλεια, δεν θα μπορούσε να προβλέψει την κάτωθεν του οικοπέδου διέλευση τηλεφωνικού καλωδίου, ενόψει μάλιστα και του ότι η μη κάλυψη αυτού με τούβλα και άμμο καθιστούσε ιδιαιτέρως δυσχερή τον εντοπισμό του, σε κάθε δε περίπτωση η έχουσα το σχετικό βάρος αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η αναιρεσίβλητη παρέλειψε, πριν από την έναρξη των εκσκαπτικών εργασιών, αφενός μεν να φροντίσει να προμηθευθεί από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες εκείνης (αναιρεσείουσας) τα "απαραίτητα" σχέδια της περιοχής με τα υπάρχοντα υπόγεια δίκτυα τηλεφωνικών καλωδίων, αφετέρου δε να διενεργήσει ερευνητικές τομές επί του εδάφους για τον εντοπισμό τέτοιων καλωδίων.
Ακολούθως, το εφετείο, αφού προηγουμένως με την 9416/2001 απόφασή του α) είχε δεχθεί την έφεση της αναιρεσίβλητης, β) είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή της αναιρεσείουσας έγινε δεκτή λόγω ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης και γ) είχε διατάξει σε βάρος της αναιρεσείουσας εμμάρτυρη απόδειξη για την υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, απέρριψε με την προσβαλλόμενη 2248/2005 απόφασή του, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την από 16-8-1999 αγωγή, με την οποία εζητείτο να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) να καταβάλει στην αναιρεσείουσα (ενάγουσα) το ποσό των 1.875.714 δραχμών ως αποζημίωση, για τη ζημία που υπέστη η πρώτη από την εκ μέρους της δεύτερης παράνομη και υπαίτια (αμελή) πρόκληση βλάβης στα τηλεφωνικά καλώδια.
Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης για την πρόκληση βλάβης στα τηλεφωνικά καλώδια, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Και τούτο, γιατί παρέλειψε να εκθέσει αν εξαιτίας των εκσκαπτικών εργασιών υπέστησαν ή όχι βλάβες τα τηλεφωνικά καλώδια και αν η αναιρεσίβλητη και οι προστηθέντες από αυτή εργάτες έλαβαν ή όχι ή αν δεν μπορούσαν να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή των βλαβών. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι κατά την εκτέλεση των εκσκαπτικών εργασιών εντός του οικοπέδου ανευρέθη σε βάθος 50-60 εκατοστών του μέτρου υπόγειο τηλεφωνικό καλώδιο, το οποίο ακολούθως αντικαστάθηκε και μεταφέρθηκε σε άλλο σημείο, καθώς και ότι οι προκληθείσες, κατά την αναιρεσείουσα, βλάβες σε διερχόμενα κάτωθεν του πεζοδρομίου τηλεφωνικά καλώδια δεν οφείλονται σε αμέλεια της αναιρεσίβλητης, αφού οι εκσκαπτικές εργασίες εκτελούντο στο οικόπεδο και όχι στον χώρο του πεζοδρομίου, παραλείπει ωστόσο να αναφέρει αν προκλήθηκαν ή όχι βλάβες στο εντός του οικοπέδου ευρισκόμενο καλώδιο ή (και) στα κάτωθεν του πεζοδρομίου διερχόμενα καλώδια και αν οι βλάβες αυτές, ανεξαρτήτως της θέσεως των καλωδίων (εντός του οικοπέδου ή στο πεζοδρόμιο), προήλθαν ή όχι από τις εκτελούμενες εντός του οικοπέδου εκσκαπτικές εργασίες.
Περαιτέρω, ως προς την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, δεν εκθέτει αν η αναιρεσίβλητη ή (και) οι προστηθέντες από αυτή εργάτες έλαβαν ή όχι και ποια μέτρα επιμέλειας, η τυχόν λήψη των οποίων, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν θα μπορούσε να καταστήσει προβλεπτή τη διέλευση τηλεφωνικού καλωδίου κάτω από το οικόπεδο.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέουν πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2248/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ