1753/2019 · 1753/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1753 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1753/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου ΠάÎ...
Full Text of the Judgment · 1753/2019
Απόφαση 1753 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1753/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Δ. του Φ., κατοίκου ... ο οποίος δεν εμφανίστηκε, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 603/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.5.2019, με αριθμό 1/2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 716/2019.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς την επιβληθείσα ποινή, β) να απαλειφθεί η διάταξη περί του ότι το νοθευμένο έγγραφο χρησιμοποιήθηκε από τον αναιρεσείοντα, από το σκεπτικό και διατακτικό της απόφασης, γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον αυτό είναι δυνατό και δ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 6.5.2019, με αριθμό 1/2019, αίτηση του Α. Δ. του Φ., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 603/2019 του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, η οποία (απόφαση) καταχωρίστηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ τηρούμενο ειδικό βιβλίο στις 25.4.2019 και με την οποία ο αναιρεσείων, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού, όπως προκύπτει από το με ημεροχρονολογία 4.6.2019 αποδεικτικό επίδοσης, που συντάχθηκε αρμοδίως από τον Α. Κ., Επιμελητή Δικαστηρίων στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κατερίνης, επιδόθηκε στο σύνοικο ενήλικο αδελφό αυτού (αναιρεσείοντος) Σ. Δ., επειδή δεν βρέθηκε ο ίδιος προσωπικά στον τόπο της κατοικίας του, σύμφωνα με τα άρθρα 155 παρ. 1 εδ. β', 166 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η κλήση 716/27.5.2019 της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να παραστεί ο αναιρεσείων δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (20.9.2019), κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από την 1η.7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4619/2019 ) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Αν έχει καταργηθεί το αξιόποινο της πράξης με μεταγενέστερο νόμο, όμως αυτή τιμωρείται με άλλη διάταξη του ίδιου νόμου, η πράξη δεν καθίσταται ανέγκλητη. Ακόμη, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη. Περαιτέρω, με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Κατά το άρθρο 511 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από την 1η.7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4620/2019) νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β'. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ισχύοντος από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα, η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η.6.2019, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την πλαστογραφία σε βαθμό πλημμελήματος ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ), από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Έτσι, εκτός από το σκοπό παραπλάνησης, που πρέπει να έχει ο δράστης, απαιτείται επί πλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, η οποία είναι επιεικέστερη έναντι εκείνης του αντίστοιχου άρθρου 217 παρ. 1 του παλαιού Ποινικού Κώδικα, αφού με αυτή (νέα διάταξη) προβλέπεται για τη συγκεκριμένη πράξη χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, ενώ με εκείνη προβλεπόταν φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή, "όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που κατά προορισμό χρησιμεύει για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αντικειμενική υπόσταση του σχετικού εγκλήματος συνίσταται στην κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου δημόσιου ή ιδιωτικού, που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να διευκολύνει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος, σχετικά με τις ως άνω βιοτικές ανάγκες, χωρίς όμως, εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται: α) ότι αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος δεν είναι όλα τα κατά το άρθρο 13 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΠΚ έγγραφα, αλλά μόνο πιστοποιητικά ή μαρτυρικά ή και άλλα συναφή έγγραφα, που κατά προορισμό χρησιμεύουν για τέτοιους σκοπούς και β) ότι ο συνδεόμενος με την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος σκοπός του υπαιτίου πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικώς στην άμεση συντήρηση, στην κίνηση ή στην κοινωνική πρόοδο του δράστη ή κάποιου άλλου, χωρίς όμως η προσδοκώμενη από την πράξη ωφέλεια ή η αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχει τη σημασία, την οποία έχει για τη θεμελίωση της βασικής διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ. Στην περίπτωση, όμως, που από την πλαστογραφία βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες αυτού σχέσεις ή το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας ή, αν, γενικότερα, η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του προαναφερόμενου, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα, προβλεπόμενα από το ίδιο άρθρο ως πιστοποιητικά ή μαρτυρικά, εφαρμόζεται η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, μολονότι το βασικό έγκλημα της πλαστογραφίας πιστοποιητικών τιμωρείται ηπιότερα έναντι της πλαστογραφίας, εντούτοις, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου "με ποινή φυλάκισης τιμωρείται όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πτυχίο ή κάθε πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή νοθεύει γνήσιο ή κάνει χρήση αυτών, με σκοπό να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα". Η διάταξη αυτή είναι επιεικέστερη τόσο έναντι εκείνης του άρθρου 216 παρ. 1 του παλαιού Ποινικού Κώδικα, αφού προβλέπει ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο χωρίς την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όσο και έναντι εκείνης του άρθρου 216 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, αφού προβλέπει μόνο ποινή φυλάκισης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Με την υπ' αριθμόν .../2008 προκήρυξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προκηρύχθηκαν έξι (6) συνολικά θέσεις ειδικού ένστολου προσωπικού των κατηγοριών Πανεπιστημιακής, Τεχνολογικής και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Νομού Πιερίας. Μεταξύ άλλων απαραίτητων δικαιολογητικών ο υποψήφιος έπρεπε να προσκομίσει τίτλο ξένων γλωσσών. Σύμφωνα με το Παράρτημα 1 της προκήρυξης, για την απόδειξη της "Καλής" γνώσης της Αγγλικής, η οποία απαιτούνταν για τους υποψηφίους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, γίνονταν δεκτά μεταξύ άλλων και Πιστοποιητικό TOEIC με βαθμολογία από 505 έως 780. Ο κατηγορούμενος, υπέβαλλε τα δικαιολογητικά του, μεταξύ των οποίων το υπ' αριθμόν ...17-10-2013 Πιστοποιητικό Αγγλικής Γλώσσας της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης. Το ανωτέρω πιστοποιητικό, όπως ο ίδιος ομολογεί, νόθευσε κατά το έτος 2008 (πράξη η οποία δεν του αποδίδεται με το παρόν κατηγορητήριο) ως προς τη βαθμολογία του και συγκεκριμένα ανέγραψε ως βαθμολογίες στο listening 495, Reading 455, Total 950 στη θέση των γνησίων listening 365, Reading 215,Total 580 και το προσκόμισε στην αρμόδια υπηρεσία της δημοτικής αστυνομίας, από την οποία και προσλήφθηκε με βάση τα προσόντα του. Σημειωτέον ότι η συνολική βαθμολογία 580 που πράγματι συγκέντρωνε ο κατηγορούμενος, εντασσόταν στην κλίμακα (505 έως 780) που απαιτούσε η προκήρυξη. Το έτος 2013 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6000/2/234-γ Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης-Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη με τίτλο "Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελλ. Αστυνομία", η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2631 της 17.10.2013, σύμφωνα με την οποία, δινόταν η δυνατότητα στους υπαλλήλους της Δημοτικής Αστυνομίας των κλάδων ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας, να ενταχθούν στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό, εφόσον συγκέντρωναν τα προβλεπόμενα από την ως άνω απόφαση προσόντα. Ο κατηγορούμενος την 17/10/2013 στην Κατερίνη αλλοίωσε το περιεχόμενο του ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. ...17-10-2013 Πιστοποιητικού Αγγλικής Γλώσσας της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, ως προς την βαθμολογία και ανέγραψε ομοίως, ως βαθμολογία στο listening 495, Reading 455, Total 950 στη θέση των γνησίων listening 365, Reading 215, Total 580. Στην συνέχεια και αφού κλήθηκε από το Σώμα Επιθεώρησης Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης να προσκομίσει το σχετικό γνήσιο πιστοποιητικό, την 21/10/2013 προσκόμισε στην ανωτέρω υπηρεσία του Ν. Πιερίας που εδρεύει στην Κατερίνη, το ανωτέρω αλλοιωμένο έγγραφο, προκειμένου να αποδείξει ότι κατέχει το συγκεκριμένο πιστοποιητικό γνώσης της αγγλικής γλώσσας με αυτό το περιεχόμενο. Την πράξη του αυτή ομολόγησε ο κατηγορούμενος απολογούμενος. Ωστόσο διατείνεται με σχετικό ισχυρισμό του, ότι σκοπός του ήταν, να επιτύχει την κοινωνική του πρόοδο και την άμεση συντήρησή του με την ένταξή του, κατά τον αποδιδόμενο χρόνο στην Ελληνική Αστυνομία. Ειδικότερα διατείνεται ότι νόθευσε το ως άνω πιστοποιητικό κατά τα προαναφερόμενα στοιχεία και το προσκόμισε στην αρμόδια υπηρεσία, αρχικά το έτος 2008, καίτοι διέθετε τα τυπικά προσόντα για την πρόσληψή του στη δημοτική αστυνομία και δεν ήταν απαραίτητη προς τούτο η νόθευση του πιστοποιητικού , αλλά προέβη σε αυτή για να επιτύχει την κοινωνική του εξέλιξη και την άμεση συντήρησή του με το διορισμό του στην υπηρεσία, πράξη την οποία επανέλαβε, για τον ίδιο σκοπό, ήτοι προκειμένου να ενταχθεί στην Ελληνική Αστυνομία, το έτος 2013. Για το λόγο δε αυτό εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 217 ΠΚ και όχι αυτή του άρθρου 216 ΠΚ. Ο ισχυρισμός όμως αυτός τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να παραπλανήσει το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης ως προς τη γνησιότητα αυτού και ως προς την κατοχή του εν λόγω πιστοποιητικού γνώσης της αγγλικής γλώσσας με αυτό το περιεχόμενο, ήτοι να παραπλανήσει τους ανωτέρω αρμοδίους ότι διαθέτει υψηλότερο επίπεδο γνώσεως της αγγλικής, το οποίο (πιστοποιητικό) είχε προσκομίσει πλαστογραφημένο και κατά την υποβολή των δικαιολογητικών για την εισαγωγή του στο διαγωνισμό πρόσληψης στη δημοτική αστυνομία, και όχι προκειμένου να επιτύχει την κοινωνική του πρόοδο και την άμεση συντήρησή του με την ένταξή του στην ανωτέρω υπηρεσία. Διότι ο κατηγορούμενος διέθετε τα τυπικά προσόντα για την εισαγωγή του στην Ελληνική Αστυνομία (αλλά και κατά το μη αποδιδόμενο χρόνο στη Δημοτική Αστυνομία), η οποία θα επιτυγχάνετο και θα επερχόταν η κοινωνική του πρόοδος και η άμεση συντήρησή του και χωρίς τη νόθευση του πιστοποιητικού της αγγλικής γλώσσας. Με την πράξη του αυτή επείρχετο περαιτέρω ουσιαστικά βλάβη στο συμφέρον της υπηρεσίας, αφού αυτή δεχόταν ως υπάλληλό της ένα πρόσωπο με χαμηλότερα προσόντα από αυτά που πράγματι διέθετε ο ίδιος. Το γεγονός ότι με την εκδοθείσα υπουργική απόφαση δεν ετίθετο περιορισμός στον αριθμό των εντασσόμενων στην Ελληνική Αστυνομία υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας και ως εκ τούτου δεν κατετάγη στον προσωρινό πίνακα σε θέση την οποία δε δικαιούτο, εκτοπίζοντας άλλον συνυποψήφιό του, όπως διατείνεται, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, αντίθετα ενισχύει την κρίση για το σκοπό που επεδίωκε, αφού κατά τα προλεχθέντα, η ένταξή του στην Ελληνική Αστυνομία θα επερχόταν δίχως να είναι αναγκαία η νόθευση του πιστοποιητικού. Έωλα σαφώς τυγχάνουν και τα όσα ισχυρίζεται απολογούμενος, τα οποία επιχειρεί να αποδείξει με την κατάθεσή του και ο μάρτυρας υπεράσπισης, ήτοι ότι προέβη στην πράξη του αυτή, για να ανέλθει κοινωνικά στα όμματα της οικογένειας της συζύγου του, λαμβάνοντας υπόψη ότι το πιστοποιητικό προσκομίσθηκε σε δημόσια υπηρεσία και όχι στο συγγενικό του περιβάλλον. Συνακόλουθα, εφόσον αποδείχθηκε ότι σκοπός του κατηγορουμένου το έτος 2013 (αλλά και κατά τον μη αποδιδόμενο χρόνο 2008) δεν ήταν η κοινωνική του πρόοδος ή η άμεση συντήρησή του, η οποία θα επερχόταν και χωρίς την πλαστογραφία του πτυχίου, αφού διέθετε τα σχετικά προσόντα, αλλά η παραπλάνηση του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης ως προς τη γνησιότητα και ως προς την κατοχή του εν λόγω πιστοποιητικού γνώσης της αγγλικής γλώσσας με αυτό το περιεχόμενο, ήτοι ότι διαθέτει υψηλότερο επίπεδο γνώσης, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης του άρθρου 216 ΠΚ και όχι του άρθρου 217 ΠΚ, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, μετά δε την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', β' και ε' του ΠΚ, επέβαλε στον αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στην συνέχεια προέβη σε χρήση το εγγράφου αυτού. Συγκεκριμένα, στην Κατερίνη την 17/10/2013 αλλοίωσε το περιεχόμενο πιστοποιητικού γνώσης αγγλικής γλώσσας, ως προς την βαθμολογία ,ήτοι ανέγραψε listening 495, Reading 455, Total 950 στη θέση των γνησίων listening 365, Reading 215, Total 580, με σκοπό να παραπλανήσει το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης ως προς τη γνησιότητα αυτού και ως προς την κατοχή του εν λόγω πιστοποιητικού γνώσης της αγγλικής γλώσσας με αυτό το περιεχόμενο, το οποίο είχε προσκομίσει αρχικώς για την συμμετοχή του στον διαγωνισμό πρόσληψης δημοτικών αστυνομικών. Στην συνέχεια την 21/10/2013 προσκόμισε το ανωτέρω έγγραφο στο ΣΕΕΔΔ, προκειμένου να αποδείξει ότι κατέχει το συγκεκριμένο πιστοποιητικό γνώσης της αγγλικής γλώσσας με αυτό το περιεχόμενο , το οποίο είναι γνήσιο, να παραπλανήσει το ΣΕΕΔΔ κατά το έλεγχο που διενεργούσε ως προς την γνησιότητα των δικαιολογητικών που υπέβαλε για την συμμετοχή του στο διαγωνισμό και να μην υποβληθεί στις τυχόν συνέπειες που θα είχαν τα αποτελέσματα ελέγχου". Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τιμωρείται ηπιότερα από τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 του νέου Ποινικού Κώδικα, που άρχισε να ισχύει την 1η.7.2019 και, ως επιεικέστερη, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ. γ' του ΚΠοινΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, "η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις". Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ άλλων, και: 1) η υπό στοιχείο α', η οποία συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Κριτήριο, επομένως, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, η οποία υπάρχει, όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου• το λευκό ποινικό μητρώο δεν είναι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση της περίστασης αυτής, αφού ο δικαστής μπορεί να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ• συνεπώς, η διάταξη αυτή (άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ισχύοντος από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, η οποία όριζε ότι η υπό στοιχείο α' ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", διότι με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αφού υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου, 2) η υπό στοιχείο β', η οποία συνίσταται στο ότι ο υπαίτιος "στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης" και για την οποία η σχετική διάταξη είναι όμοια με την προϊσχύσασα και 3) η υπό στοιχείο ε', που συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Η σχετική διάταξη, που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, διότι η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της καταστήματος κράτησης. Για την πρώτη από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας δεν αναγνώρισε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αφού αυτό απέρριψε τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως προαναφέρθηκε, ήτοι εκείνη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ, συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, των επιεικέστερων, κατά τα προαναφερόμενα, διατάξεων του ίδιου άρθρου του ισχύοντος από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα. Αντίθετα, ως προς τις λοιπές από τις προαναφερόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, ήτοι εκείνες του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' και ε' του ΠΚ, δεν συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, των αντίστοιχων διατάξεων του ίδιου άρθρου του ισχύοντος από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα, διότι για μεν την πρώτη, ήτοι εκείνη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' του ΠΚ η αντίστοιχη διάταξη δεν είναι, όπως προαναφέρθηκε, επιεικέστερη, για δε τη δεύτερη, ήτοι εκείνη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, διότι δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου δεν αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση όταν αυτός υφίσταται τον εξαναγκασμό της καταστήματος κράτησης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει: α) κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή των επιεικέστερων διατάξεων των άρθρων 217 παρ. 3 και 84 παρ. 2 περ. α' του νέου Ποινικού Κώδικα, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα: αα) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της και αβ) ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ διάταξή της, β) να παραπεμφθεί, κατά τα αναιρούμενα μέρη, η υπόθεση για νέα, ως προς αυτά, εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519, 522, 590 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ) και γ) να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 603/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης: α) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της και αβ) ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ διάταξή της.
Παραπέμπει, κατά τα αναιρούμενα μέρη, την υπόθεση για νέα, ως προς αυτά, εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 6.5.2019, με αριθμό 1/2019, αίτηση του Α. Δ. του Φ., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 603/2019 του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ