Legislator Case Law & Legislation
1753/2018 AI generated

1753/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1753/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1753 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
1753/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1753 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) «Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Ζαμπέτα Στράτα και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1753 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1753/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Ζαμπέτα Στράτα και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7225/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2018 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 146/18.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ντογιάκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου με υπ'αριθμ.πρωτ.103/24-4-2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 513 ΚΠΔ, την με αριθμό πρωτ.235/1 0-1-201 8 αίτηση αναίρεσης του Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 7225/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 παρ.1α και 476 παρ.1α ΚΠΔ., προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που την άσκησε. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Η ανυπαρξία ή η αοριστία των λόγων αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα, έξω από την έκθεση αναίρεσης, έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Παραδεκτή συμπλήρωση με παραπομπή σε λόγους αναίρεσης, που περιέχονται σε άλλο έγγραφο, υπάρχει μόνο όταν η έκθεση αναίρεσης περιέχει ρητή αναφορά στο σχετικό έγγραφο, που είναι προσαρτημένο σ' αυτή και φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντα ή του πληρεξούσιου συνηγόρου του και του αρμόδιου υπαλλήλου, οπότε αυτό συναποτελεί με την έκθεση αναίρεσης αναπόσπαστο και ενιαίο ολικό κείμενο αναιρετικών λόγων κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή της προσβαλλόμενης απόφασης. Η τυχόν έλλειψη υπογραφής του αρμόδιου υπαλλήλου στο προσαρτημένο έγγραφο μπορεί να αναπληρώνεται από άλλο στοιχείο, που πιστοποιεί τη διαδικαστική σύνδεση και ενοποίηση του με την έκθεση αναίρεσης {Ολ. Α.Π 2/2002, Α.Π 172/2016, Α.Π 262/2015}. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων κατ' απόφασης είναι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της. Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί, κατ' εξαίρεση, να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο, κατά τη συναγόμενη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά στην έκθεση ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ 1 ΚΠΔ {Α.Π 219/2014, Α.Π 1258/2014}. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και ειδικότερα με υπόμνημα, που υποβάλλεται μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη {Α.Π 127/2014, Α.Π 2237/2009, Α.Π 1052/2007}. Ακόμη από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 ΚΠΔ στις οποίες ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορούμενου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση αναίρεσης, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο αυτό δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Απλώς το πληρεξούσιο, που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου, μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκηση του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 476 παρ.1 ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης, που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο {Α.Π 595/2012}. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 ΚΠΔ το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, μεταξύ των άλλων, και όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο. Κατά δε το άρθρο 61 παρ 1 του νόμου 4194/2013 ο οποίος άρχισε να ισχύει από 27-9-2013, ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων (και επομένως και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης) υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο δικηγορικό σύλλογο τις οριζόμενες στην ίδια διάταξη εισφορές. Κατά δε την παρ 4 του ίδιου άρθρου, ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων οφείλει στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών αλλιώς η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη{ Α.Π 811/2014}. Στην προκειμένη περίπτωση όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Π. Λ., που υποβλήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της με αριθμό 7225/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, για κλοπή και υπεξαγωγή εγγράφων, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της άνω απόφασης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη ακρόασης, πλην, όμως, οι αιτιάσεις του εξαντλούνται αποκλειστικά στην εσφαλμένη, κατά την κρίση του, αξιολόγηση από το δικάσαν δικαστήριο των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών στοιχείων της αποδεικτικής διαδικασίας. Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο οι συγκεκριμένοι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, αφού το περιεχόμενο τους δεν συνάπτεται με πλημμέλειες του δικάσαντος, ως άνω, δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Δεν προβάλλεται δηλαδή καμία συγκεκριμένη πλημμέλεια ή λόγος αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, ούτε εκτίθενται περιστατικά που μπορούν να ενταχθούν σε κάποιον από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 510 του ΚΠΔ., αλλά υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ακρόασης πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Περαιτέρω η με αριθμό 7225/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 19-12-2017. Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στις 10-1-2018, ήτοι εκπρόθεσμα, χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε λόγο ανωτέρας βίας που ενδεχομένως θα δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. Και εξ αυτού του λόγου η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης άσκησε για λογαριασμό του κατηγορουμένου η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ε. Σ., χωρίς όμως να έχει την ιδιότητα της παραστάσης συνηγόρου ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, αφού δεν προσαρτάται στη συνταχθείσα αίτηση αναίρεσης πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντα, με την οποία να παρέχεται εντολή για την άσκηση του ένδικου τούτου μέσου σε αυτήν, ενώ δεν προσκομίστηκε έστω μεταγενέστερα πληρεξούσιο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του, το ένδικο τούτο μέσο ασκήθηκε και για το λόγο αυτό απαραδέκτως. Τέλος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης η δικηγόρος Ε. Σ., δεν προσκόμισε το σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών του άρθρου 61 παρ 1 Ν. 4194/2013, και εξ αυτού του λόγου, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, αφού δεν περιέχει, κατά τα ανωτέρω, κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, ασκήθηκε εκπρόθεσμα, από συνήγορο που στερείτο την προς τούτο πληρεξουσιότητα και χωρίς να προσκομισθεί το σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών του άρθρου 61 παρ 1 Ν. 4194/2013 και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί (άρθρ. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α. Να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης Και Β. Να καταδικασθεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας. Αθήνα, 12-4-2018 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασιλική Θεοδώρου."

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε, αν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σε εκείνον που διευθύνει την φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 του Κ.Π.Δ. Εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην, κατά το άρθρο 474 του Κ.Π.Δ., έκθεση, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. α του Κ.Π.Δ., αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476 του ιδίου ως άνω Κώδικα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., απορρίπτεται χωρίς άλλη περαιτέρω έρευνα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 7225/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στις 26-9-2017, με παρόντα τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο Π. Λ. του Χ., κάτοικο ..., καταδικάστηκε αυτός σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών για κλοπή και υπεξαγωγή εγγράφων. Κατά της απόφασης αυτής, που καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 19-12-2017, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-1-2018, δηλαδή την άσκησε μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, χωρίς σ' αυτή τη δήλωση να επικαλείται ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, προεχόντως, λόγω αυτής της εκπρόθεσμης άσκησής της. Αλλά είναι, ακόμη, απαράδεκτη και ως αόριστη. Και τούτο γιατί στη συναφή δήλωση ο αιτών ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εξαντλώντας το περιεχόμενο της δήλωσής του σε αιτιάσεις που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και αποτελούν αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, αιτιάσεις όμως που δεν συνιστούν οποιοδήποτε λόγο από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και διότι δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο από τους οριζόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ. Ακολούθως, μετά και την ειδοποίηση κατ' άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.α' Κ.Π.Δ., του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, για να εμφανισθεί στο Συμβούλιο αυτό και να εκθέσει τις απόψεις του, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας και τη μη εμφάνισή του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2018 δήλωση- αναίρεση του Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμ. 7225/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ